Πέμπτη, Απριλίου 10, 2008
Να χωρίσουμε. Δεν σε θέλω άλλο. φύγε. Άκουσες. Δεν έχεις τίποτα να μου προσφέρεις. Φύγε τώρα. Εξαφανίσου από τη ζωή μου για πάντα. Δεν σε αντέχω στιγμή πια.
Κάθε της λέξη αντίθετη. Το θέλω μου ταυτίζεται με το όχι της. Δεν θέλει να δώσει. Ας φύγει. Ας εξαφανιστεί.
Εφυγε με τον μικρό Λέοντα. Δεν επέστρεψαν ποτέ. Ακόμη τους αναμένω καθηλωμένος στη μοναδική μεταλλική καρέκλα του μοναδικού δωματίου του σπιτιού μας. Τρία χρόνια πέρασαν. Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Περιμένω. Ακούω, αφουγκράζομαι. Αναγνωρίζω όλους τους ήχους της πόλης. Ψάχνω ανάμεσά τους να ακούσω τη φωνή της, τα γέλια του, το κλειδί να γυρνά στην πόρτα. Τρία χρόνια αναμονής σαν μια στιγμή.
Καποιος ανεβαίνει τις σκάλες. Εικοσιτέσσερα βήματα για δώδεκα σκαλοπάτια! Μυρίζω την οσμή απο τα πολυκαιρίτικα ντολμαδάκια που έχουν κολλήσει στην ξεθωριασμένη, σχισμένη πλαστική σακούλα. Τέσσερις ημέρες είχε να περάσει. Καθυστέρησε ξανά. Πρέπει να πλύνει το γυμνό κορμί μου, πρέπει να συλλέξει τα περιττώματά που με έχουν κυκλώσει. Είναι υποχρεωμένη να με συντηρεί σε αυτή την αιώνια αναμονή. Αυτή με δημιούργησε. Αυτή με εκπαίδευσε να μην υποχωρώ. Αυτή φταίει που φύγανε. Μέχρι την τελευταία μαύρη στιγμή της πρέπει να με υπηρετεί και αυτό θα πράτει. Συγκεντρώνομαι ξανά. Αφουγκράζομαι. Μου μιλά αλλά δεν ακούω τι λέει. Με πλένει και η οργή μου κορυφώνεται. Η προσοχή μου αποσπάται απο την αναμονή. Την σπρώχνω βίαια. Πέφτει στο πάτωμα. Ερχεται βιαστικά και ρίχνει λίγο κρύο νερό στο πόδι μου. ΟΛοκλήρωσε και για σήμερα το χρέος της. Η εργασία της εκτελέστηκε. Φεύγει. Ενα μειδίαμα πλανάται στο αυλακιασμένο απαίσιο λεπτό δέρμα του προσώπου της. Είναι χαρούμενη? Εφυγε.
Οι ήχοι με διαπερνούν πάλι. Όμοιοι, επαναλαμβανόμενοι, αδιάφοροι. Ψάχνω ανάμεσά τους έναν και μοναδικό τόνο. Τον δικό της. Αυτό με απασχολεί. Είναι ο προορισμός μου.
Γιατί δεν τρέχω να την συναντήσω να της ζητήσω να με συγχωρέσει? Ποτέ δεν έπραξα ούτε θα πράξω με αυτό τον τρόπο γιατί δεν έμαθα. Ξέρω ότι και αν γυρίσει ξανά θα βρώ τον λόγο να της πω να φύγει και να μην ξαναέρθει.Ο τρόπος μου είναι αυτό που ποθώ. Θα αναμένω γυμνός καθισμένος στην κρύα καρέκλα αφοδεύοντας στο ξύλινο πάτωμα.
Ζω την πραγματικότητά μου. Είμαι φυλακισμένος στο στενό μυαλό μου και δεν θα υποκύψω. Υποδεικνύω και επιδεικνύω τη μορφή της. Είμαι άλλωστε κατασκεύασμά της.
Πρέπει να εργαστώ ξανά. Οι σκέψεις με ξεμάκρυναν απο τα θέλω μου. Ο ήχος της δεν υπάρχει,πουθενά. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχώ. Η προσωπική μου αταραξία στέκει αναλοίωτη.
Είμαι ευτυχισμένος,
Ετικέτες: Αλέξανδρος Βιτζηλαίος, Διηγήματα
Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2007
Τον γνώρισα στις 22 Αυγούστο του 2006. Ηταν γεμάτος αίματα. Τον κρατούσαν σφιχτά απο τη μέση και τον σήκωναν ψηλά στον αέρα. Αυτός φώναζε και έκλαιγε απαρηγόρητα. Φαινόταν ότι πονούσε και υπέφερε πολύ. Με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν μπόρεσα να τον βοηθησω. Τον μετέφεραν αιμόφυρτο σε άλλο δωμάτιο. Τον έχασα. Εκανα πολύ να τον ξαναδώ. Τον εβαλαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο και τον έδεσαν σε ένα γυάλινο πάγκο. Δεν ήταν πια μόνος του. Υπήρχαν δεμένοι δεκάδες ομοιοί του. Τους είχαν τρυπίσει το κεφάλι. Από μια μικρή οπή διοχέτευαν με τη βοήθεια μιας σωλήνας ένα κόκκινο υγρό. Οι κινήσεις τους ήταν υποτυπώδεις, φώναζαν σπαραχτικά. Κάποιος με γάντια ερχόταν αμέσως και τους έβαζε κάτι στο στόμα με το ζόρι. Ηρεμούσαν. Όλοι ήταν ίδιοι εκεί μέσα. Ολοι ξάπλωμένοι στους γυάλινους πάγκους σχεδόν ακίνητοι, ανέμεναν στωικά να υλοποηθεί το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους. Η αγωνία της επιβίωσης ήταν ζωγραφισμένη στα σταφιδιασμένα πρόσωπά τους.
Πέρασαν δέκα μήνες απο εκείνη την οδυνηρή πρώτη μας συνάντηση που χαράκτηκε στη μνήμη μου για πάντα. Χάρηκε που με είδε. Mου χαμογέλασε με ένα τεράστιο πηγαίο χαμόγελο. Τα μάτια του έλαμψαν. Ενα εκτυφλωτικό φως με διαπέρασε. Ηταν αυτός. Δεν έμοιαζε πολύ αλλά είμαι συγουρος ήταν αυτός. Η όψη του είχε αλλάξει. Η πληγή του είχε επουλωθεί. Δεν μπορούσε να μηλήσει τη γλώσσα μας. Ισως μόνο δυο ή τρεις λέξεις. Μου μίλησε στη δική του γλώσσα. Μου χαμογέλασε ξανά. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτα. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Τον μετέφεραν σε ένα καροτσάκι. Εκεί που ζούσε πριν, δεν χρειαζόταν να περπατάει. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να ισορροπεί όρθιος για λίγα δευτερόλεπτα και μετά να πέφτει. Αν και δεν είχε μετατραπεί ακόμη σε ένα ολοκληρωμένο άνθρωπο είχε το χάρισμα. Καθε γυναίκα που διασταυρωνόταν στο διαβα του τον κοιτούσε και του χαμογελούσε. Αυτός ανταποκρινόταν με ακόμη μεγαλύτερο χαμόγελο. Δεν μπορούσε καν να περπατήσει, δεν μπορούσε να μιλήσει. Ηταν ατελής σε κάθε σωματική και λειτουργική του δραστηριότητα. Μου χαμογέλασε. Αρχισα να σπρώχνω το καροτσάκι του. Κατα διαστήματα γυρνούσε το κεφάλι του και με κοίταγε με τα χαρούμενα, τεράστια μάτια του. Μετά από μια διαδρομή δέκα λεπτών φθάσαμε. Ολα ήταν ήσυχα. Εκείνος καθόταν σχεδόν σιωπηλός στο καροτσάκι του. Μια κοπέλα μας πλησίασε. Δεν τον είχε δεί. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια με ένα βαθύ, απλό, αθώο, καθαρό βλέμμα που συνοδευόταν απο ένα πλατύ χαμόγελο. Εκείνη ήρθε ευθύς μπροστά του και ξεχνώντας το λόγο που μας είχε πλησιάσει αναφώνησε ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΠΟΣΟ ΣΕ ΑΓΑΠΩ. Τον αγκάλιασε, τον φίλησε. Ήταν ολοκληρωτηκά δοσμένη σε αυτόν. Ήρθε και άλλη κοπέλα Μαγεύτηκε και εκείνη. Άρχισε να του μιλά και εκείνη. Το πρόσωπό της είχε γίνει πολύ γλυκό. Παρατηρούσα αμήχανος. Μια ηλικιωμενη γυναικα προστέθηκε στην συντροφιά μας. Ήταν περίπου εξήντα χρονών και κακοδιατηρημένη. Κατακτήθηκε και εκείνη. Το καθημερινό πλάνο μιας συνηθισμένης σκηνής μετουσιώθηκε σε ένα διονυσιακό χωρό. Σε ένα μικρό σατυρικό όργιο. Οι τρεις κοπέλες σα μαριονέτες στα μαγικά αόρατα χέρια του χόρευαν γύρω του. Σαν να μιλούσαν πιά και οι τέσσερεις τη δική τους ερωτική γλώσσα σαν να συνουσιάζονταν χωρίς να έρχονται σε σαρκική επαφή. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Αυτός δεν χαμογελούσε απλά όπως πρίν. Συμετείχε με έναν άλλο τρόπο στο όργιο ,υπερφυσικό και εξωγήινο. Το πρόσωπό του και το καθηλωμένο στο καροτσάκι κορμί του ακτινοβολούσαν μια ασυνήθιστη ενέργεια. Νόμιζα ότι θα εκρηγνυόταν και θα μετατρέποταν σε άπειρα ερωτικά σωματίδια που θα γέμιζαν όλο το σύμπαν. Σε μία στιγμή όλα σταμάτησαν. Ο ερωτισμός χάθηκε. Μια μικρή μόνο ένταση αιωρήθηκε γύρω τους. Ο ερωτισμός εκτονώθηκε. Ήμουν παρόν σε μια εξω-ανθρώπινη ερωτική συνεύρση. Φαινόταν λίγο εκνευρισμένος και κουρασμένος αρχισε να κλαίει. Έπρεπε να τον επιστρέψω σε αυτούς. Τον ξαναείδα δυο μήνες μετά. Θα έκλεινε τους έντεκα μήνες εν ζωή. Εγώ τον βάπτισα. Ηταν ακόμη ένα μωρό που θα μετουσιωνόταν σε ένα ολοκληρωμένο τέλειο άνθρωπο. Θα γινόταν σαν και εμάς, τέλειος.
Ετικέτες: Αλέξανδρος Βιτζηλαίος, Διηγήματα
Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007
Αχ μητέρα
Είναι πάντα γελαστή. Χαρούμενη. Το πλατύ της χαμόγελο αγκαλιάζει το σχεδόν άδειο στόμα της. Τα μισά της δόντια έχουν σαπίσει. Το έχουν εγκαταλύψει. Η φωνή της γλυκιά, σχεδόν παιδική. Τα μάτια της είναι ολοστρόγγυλα επίπεδα και μαύρα. Τα γιαλιά ηλιού που κοσμούν το επίπεδο λιπαρό πρόσωπό της, αποκρύπτουν τα μάτια. Κανεις δεν τα έχει δεί εδώ και χρόνια. Αν μπορέσεις να τα ξεχωρίσεις μέσα απο τα κατάμαυρα τζάμια θα ανακαλύψεις ότι κινούνται συνεχώς γύρω γύρω παρατηρώντας και επιβλέποντας τα πάντα, αξιολογώντας κάθετι που βρίσκεται στην οπτική τους ακτίνα. Θαρρείς πως ποτέ δεν έχουν κλείσει, ποτέ δεν έχουν εφησυχάσει από το έντονο και επιτακτικό έργο τους. Κλαίει χωρίς δάκρυα, χωρίς να βγάζει τα μαύρα της γυαλιά. Καλυπτει με τις παλάμες το αιώνιο προσωπό της, να μην φαίνεται οτι γελά. Τα αυτιά της πλατειά ασουλούπωτα, ποτέ δεν σκεπάζονται απο τα μαλλιά της. Πάντα στραμμένα προς κάθε ομιλούντα που την περιστοιχίζει συλλέγουν τις πολύτιμες πληροφορίες που θα διευκολύνουν το κοπιαστικό και δύσκολο έργο της. Τα μαλλιά της μακριά, μπουκλωτά και καστανά. Το ρυτιδιασμένο οβάλ κρανίο της διαφαίνεται και φεγγίζει μέσα απο την αραιή της κόμη. Το σώμα της χοντρό, παχύ, δεν έχει γευτεί ανθρώπου χάδι. Ποτέ! Δυο φορές συνουσιάστηκε στην αιώνια ζωή της. Για να γεννήσει τα τέκνα της. Τα στήθη της ακουμπούν και ξεκουράζονται στην παχιά κοιλιά της. Τις ρώγες της δεν τις βύζαξε ποτέ κανείς, μήτε μωρό μήτε νέος. Άχρηστες μαράζωσαν και αυτές και κρέμονται σαν ξερά κοτσάνια στα πρησμένα από το λίπος στήθη της. Η πολύπτυχη κοιλιά της δεν ξεχωρίζει απο τους χοντρούς και τετράγωνους γλωτούς της. Τα πόδια της σαν κορμοί γέρικού δέντρου που ζει σε στοιχειωμένο βαλτότοπο. Ποτέ της δεν πλένεται. Στο διάβα της το συνεπές αηδιαστικό άρωμα του αιώνιου κορμιού της ξεχύνεται και δηλώνει την ταυτοποίηση της παρουσίας της. Το βήμα της γοργό για να τα προλάβει όλα, έχει τόσα πολλά να καλύψει, στον αιώνιο χρόνο που διαθέτει. Η κίνησή της συντίθεται απο μικρές κοφτές χειρονομίες όλο νάζι, τόσο επιτηδευμένες και συνήθης που μοιάζουν φυσικές.
Γεννήθηκε σαν όλους εμάς. Αθώα, αγνή, καλή, άκακη. Δεν έγινε σαν εμάς. Σταδιακά ξεπέρασε τα ΜΗ της κοινωνίας. Εφτιαξε τον δικό της ηθικό κώδικα. Σίγουρα η κοινωνία ευθύνεται για το δρόμο που πήρε. Η κοντινή της κοινωνία. Η μάνα της και ο πατέρας της. Οι δασκάλοι της και όλα τα πρότυπα της ζωής της. Ηταν άτυχη. Τώρα είναι άτυχος όποιος βρίσκεται στο διάβα της και δεν συμφωνεί με τα δόγματά της. Η γλώσσα της οδηγείται απο το ψέμα. Το ψέμα αναβλύζει απο όλη την ύπαρξή της. Λέει μόνο ψέματα. Παραποιεί την πραγματικότητα για να μπορέσει να πλέξει στον δικό της ιστό την καταστροφή των ανθρώπων που την περιβάλουν.
Ευτυχία είναι η αποτυχία και η καταστροφή. Στα τέκνα της δεν έδωσε το ζωοποιό βυζί της. Τα έθρεψε με όνειρα. Μολις ρίζωσαν βαθιά μέσα τους, τα ξερίζωσε. Αυτή είναι η ευτυχία της. Καταστροφέας παιδικών ονείρων.
Στα δαχτυλίδια της και στα τσαντάκια της κρύβονται τα πιο θανατηφόρα δηλητήρια. Μολύνει τη λεία των θυμάτων της. Τα χέρια της τσιμπολογούν επιδέξια τα τσαντάκια για να είναι σε ετοιμότητα την μοιραία στιγμή, όταν θα πρέπει. Τα δηλητήριά της είναι απαύγασμα εμπειρίας γενεών ολάκαιρων. Της τα δίδαξαν η γιαγιά της και η μάνα της. Πάντα πετυχαίνει τον σκοπό της. Τα θύματά της πεθαίνουν μέσα σε φριχτούς και βασανιστικούς πόνους. Τα σπλάχνα τους σαπίζουν. Το αίμα τους γίνεται νερό. Τα μάτια τους πετάγονται από τις κογχες. Όλοι πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο. Με τον ίδιο φρικτό τρόπο με το ίδιο ακριβώς δηλητήριο. Κανείς ποτέ δεν έχει γλιτώσει, κανείς δεν ξέρει. Δηλητηριάζει το νερό που ξεδιψά, τα φρούτα που γλυκαίνουν, το φαγητό που δυναμώνει. Ο θάνατος που σκορπίζει την εξισώνει με το θεό της, τον χειρότερο θεό του σύμπαντος, τον ακατανόμαστο.
Αχ Μητέρα...
Ετικέτες: Αλέξανδρος Βιτζηλαίος, Διηγήματα
Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007
July-July
15 Οκτωβρίου 1967, εννέα μήνες πριν έγινε η σύληψή μου. 17 Ιουλίου 2002 η ημέρα αποκαθήλωσής μου. Στο ενδιάμεσο η σκατένια ζωή μου. Όλα ξεκίνησαν ένα απομεσήμερο του Γενάρη, οι αρχαίοι τον έλεγαν Γαμηλιώνα, the same thing. Σήμερα είναι Ιανουάριος του έτους 2008, δεν είναι ούτε Γαμηλιώνας ούτε καν Γενάρης, είναι Ιανουάριος, απαξιώθηκε και αυτός έχασε το νόημά του, την ουσία του. Σε λίγο θα πάψει και να υπάρχει, γιατί δεν θα έχει λόγο να υπάρχει. Στην αρχή της δημιουργίας υπήρχε μόνο ένας μήνας, αυτός, ο Γαμηλιώνας. Η ιδιότητά του να δημιουργεί διάθεση για το πιο πρωτόγονο και ισόθεο ένστικτο χαρακτήριζε όλη τη χρονιά. Ο άνθρωπος τα ζώα και όλη η φύση ασχολιόταν αποκλειστικά με το Γαμήσι. Όλοι προσπαθούσαν με θρησκευτική ευλάβεια να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, ώστε να γαμεύονται και να γαμούν όσο καλύτερα μπορούν. Μερικοί όμως γαμούσαν και γαμεύονταν καλύτερα. Απλά και μόνο γιατί εμβάθυναν περισσότερο στην γάμευση. Μερικοί δεν ενδιαφέρονταν αρκετά για τη γάμευση. Οι αγάμητοι δημιούργησαν όλους τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου.
Η πρώτη φορά που πέθανα ήταν εννέα μήνες μετά τη σύλληψή μου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, τι σημαίνει θάνατος, αλλά τότε ήταν η πρώτη φορά που πέθανα. Από υδρόβιος, έγινα αερόβιος. Η ζωή μου ήταν ολοκληρωτικά βιωμένη στη προσωπική μου σφαίρα, εγώ με τον εαυτό μου, εγώ και η σφαίρα μου. Όλα τα έβρισκα μαγικά μέσα στη σφαίρα μου. Και ξαφνικά πέθανα. Ο θάνατός μου ήταν βίαιος, ασφυκτικά πιεστικός, πραγματικός θάνατος. Όλη η εμπειρία και η γνώση μέσα στη σφαίρα μου χάθηκαν, είχα μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό. Μια καινούρια ζωή ξεκινούσε που θα κατέληγε σε ένα νέο θλιβερό τέλος, τον δεύτερο θλιβερό θάνατο μου. Λένε ότι κάθε αρχή και δύσκολη. Πιστεύω ότι κάθε ξεκίνημα είναι διασκεδαστικό γεμάτο απρόσμενα γεγονότα. Το τέλος είναι πάντα θλιβερό. Τα τραγικά γεγονότα της ζωής μας δεν τα θυμόμαστε, όσο πιο τραγικά τόσο πιο αμυδρά διαγράφονται στη μνήμη μας. Για να καταφέρω να θυμηθώ τον πρώτο μου θάνατο μου πήρε τέσσερα χρόνια συγκέντρωσης και αποκοπής από τα εγκόσμια. Ο ορισμός που κατάφερα να δώσω μετά από αυτή την κοπιαστική προσπάθεια περιορίζεται σε δυο λέξεις: July July. Ο Ιούλιος είναι ο καλύτερος μήνας του χρόνου μετά το Γενάρη, και ας είναι δημιούργημα των αγάμητων. Τον Ιούλιο κάθε εργασία, κάθε σκέψη και κάθε πρόβλημα αναγκαστικά διακόπτεται. Το μεγάλο ταξίδι έχει ήδη αρχίσει. Όλα έχουν κανονιστεί. Είναι όλοι στο σημείο εκκίνησης και περιμένουν την πτώση της σημαίας για την έναρξη των πολυπόθητων και μοναδικών κάθε χρόνο διακοπών του Αυγούστου. Η αναμονή είναι καλύτερη από την πραγματοποίηση του αναμενόμενου. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιούλιος είναι καλύτερος από τον Αύγουστο.
Όταν έγινα δεκαέξι χρόνων, τον Ιούλιο του 1983 γνώρισα μια κοπέλα που μου είπε ότι σε ηλικία 35 ετών θα πέθαινα. Ήξερε να διαβάζει τη γραμμή της ζωής της δεξιάς παλάμης. Έτσι και συνέβη. Τον Ιούλιο του 2002 πέθανα. Ήξερα βέβαια ότι θα πεθάνω. Ήξερα πότε θα πεθάνω. Είχα ξαναπαιθάνει ήδη μια φορά. Ήμουν δηλαδή προετοιμασμένος. Το να είσαι προετοιμασμένος για ένα γεγονός που πρόκειται να συμβεί δεν σημαίνει και τίποτα, απλά γιατί το γεγονός δεν συμβαίνει ποτέ όπως το έχεις προσχεδιάσει. Η εξέλιξη του αναμενόμενου ήταν τραγική. Ο πρώτος μου θάνατος ήταν στιγμιαία επώδυνος. Ο δεύτερος θάνατος ήταν η καταδίκη μου στην αιώνια ωδίνη. Ο πρώτος μου θάνατος με οδήγησε σε μια προσωπική μετάβαση από την ατομικότητα στην κοινωνική ζωή, ό δεύτερος θάνατος με διέσπασε σε άπειρα μη συνδέσιμα αστρικά σωματίδια που θα περιφέρονταν αιώνια στο σύμπαν χωρίς κανένα προορισμό και χωρίς καμία συνείδηση. Δεν έγινα καν ένα άστρο του σύμπαντος, έγινα η αστρική βρομιά, η αστρική σκόνη, το αστρικό τίποτα. Ο πρώτος θάνατός μου διήρκεσε μόλις 45 λεπτά. Ο δεύτερος, δεν θα τελειώσει ποτέ, η οδύνη θα είναι αιώνια. Πέθανα με τον χειρότερο τρόπο γιατί ήμουν το χειρότερο δημιούργημα της πλάσης. Πράξεις μου ήταν τα τραγικότερα ιστορικά καταγραμμένα γεγονότα. Η σατανική έκφραση των άρρωστων συναισθημάτων μου ξεκίνησε στην ηλικία των 6 ετών μου που ξεκίνησα να γρονθοκοπώ μέχρι εμόπτισης τη μάνα μου ενώ κοιμόταν. Αυτή ήταν απλά η αρχή της τραγικής για την κοινωνία ιστορίας μου. Το τέλος μου ήταν συνεπές με την αρχή. Σκότωσα τη μάνα μου με τη χρήση ενός σφυριού χτυπώντας τη στο κεφάλι. Στη συνέχεια έδωσα τέλος στη σκατένια ζωή μου απαγχονίζοντας το κορμί μου. Κρεμάστηκα από μία αιωνόβια βελανιδιά. Μόνο αυτός ό κορμός μπορούσε να σηκώσει και να αντέξει το αιώνιο βάρος του καταραμένου παραμορφωμένου κορμιού μου.
Αχ πατέρα, εσύ που με δημιούργησες, εσύ που με καθοδηγούσες πάντα, φέρε με πίσω. Μην με αφήνεις σε αυτό το αιώνιο μαρτύριο της απραξίας. Θα προσπαθήσω ακόμη περισσότερο. Θα γίνω ακόμη πιο κακός, πιο κακός και από εσένα και ας είσαι ο μοναδικός. Ο γενεσιουργός κάθε κακού, ας είσαι ο ακατανόμαστος. Αχ πατέρα....
Ετικέτες: Αλέξανδρος Βιτζηλαίος, Διηγήματα
Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007
Το πρώτο διήγημα εξαφανίστηκε, το δεύτερο διήγημα εξαφανίστηκε. Το τρίτο διήγημα θα προσπαθήσει να γραφεί. Κανείς δεν θυμάται τι πραγματευόταν το πρώτο διήγημα γιατί κανείς δεν πρόλαβε να το διαβάσει, το δεύτερο πάντως είχε τίτλο εσύ φταίς και το είχαν διαβάσει δύο αναγνώστες πριν την άθελη εξαφάνισή του. Ο τίτλος του τρίτου διηγήματος είναι Εσυ δεν φταίς και ξεκινά κάπως έτσι.
Ηταν αργά το βράδυ, γύρω στις 2.30. Ολοι κοιμόταν στην πόλη εκτός απο τον κινέζο που φωνάζει κάθε βράδυ μιλώντας κινέζικα στον τηλεφωνικό θάλαμο που βρίσκεται απέναντι απο το σπίτι. Κάθε βράδυ τα ίδια, μετα τα μεσάνυχτα αρχίζει και ορύεται κυριολεκτικά στο θάλαμο μέχρι τα ξημερώματα.
Μήπως φταίει ο κινέζος? Φυσικά και δεν φταίει ο κινέζος, μήπως φταίω εγώ που κοντεύω τα 40 και έχω γίνει σαν την γεροντοκόρη που της φταίνε όλα ? Φυσικά δεν φταίω εγώ γιατι πάντα έτσι ήμουν ιδιότροπος και παράξενος, χωρίς λόγο, χωρίς να συμβαίνει κάτι σοβαρό. Μάλλον θα πάω να κοιμηθώ. Ισως αύριο να ανακαλύψω ποιος φταίει, ποιος να φταίει.
Το αύριο ήρθε και πέρασε... όλα εγιναν όπως το χθές, όπως και το προχθές, ακόμη και ο κινέζος τα έβαλε πάλι με τον θάλαμο. Ισως δεν μιλά με κανέναν, ίσως έχει μια προσωπική επικοινωνία με τον ίδιο τον θάλαμο, μια σχέση που εξωτερικεύεται αργά το βράδυ όταν όλοι πια κοιμούνται. Τελικά ο κινέζος δεν μου φταιει πια, δεν ενοχλεί κανέναν τέτοια ώρα με τις φωνές του, δίνει ένα χρώμα στην μονότονη απο το πέρασμα των αυτοκινήτων βραδιά. Κινέζε καληνύχτα και καλό κουράγιο. Ελπίζω να βρείς ποιός σου φταίει και να σταματήσεις και συ να φωνάζεις κάθε βράδυ όπως φωνάζω και εγώ.
Καιρό τώρα έχω διαπιστώσει ότι όλες μου οι αισθήσεις με έχουν εγκαταλείψει. Δεν νιώθω απολύτως τίποτα. Ουτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε νύστα, ούτε καν ερωτική έλξη απέναντι σε εσένα. Το μόνο που νιώθω έντονα, καθημερινά είναι η οργή απέναντί σου και σίγουρα δεν φταίς εσύ γι' αυτό. Γιατί εξαφανίστηκαν όλες οι αισθήσεις που δίνουν το θεικό νόημα στη ζωή του ανθρώπου , γιατί με εγκατέλειψαν δεν ξέρω και εγώ πότε? Μήπως γιατί τις πρόδωσα, μήπως γιατί έφτασα τα σαράντα, μήπως γιατί...
Ξέρω γιατί δεν αισθάνομαι πια τίποτα απολύτως. Λίγες μόνο φορές έχω αποτολμήσει να το ξεστομίσω. Ελπίζω να ξαναγυρίσουν κάποια φορά πίσω στο κορμί που ανήκουν και να μου δώσουν πάλι την ευκαιρία να γευτώ τα αρχέγονα αισθήματα που δίνουν νόημα στη ζωή . Το πιο σιχαμένο και ψυχοφθόρο συναίσθημα έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι μου και με κυριεύει, όποτε αποφασίσει γίνεται μια εγκεφαλική βόμβα που με απειλεί να σκάσει και να με εξαφανίσει.
Μονο αυτό το συναίσθημα μου έχει απομείνει. Κάθε πράξη μου γίνεται απο συνήθεια, ενώ τη βρομερή οργή βιώνω και πράττω με όλη μου τη δυναμη.
Ελπίζω να ξαναγίνω άνθρωπος, να μην μου φταίς.
Περασμένα μεσάνυχτα και ο κινέζος δεν φάνηκε σήμερα, το σκηνικό του δρόμου με τον άδειο θάλαμο είναι ελλιπές, όλοι περιμένουμε απο στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση του κινέζου για να ολοκληρωθεί και σήμερα η καθημερινότητά μας.
Ο Βαν Κονγκ και ο Μανέ τρελλάθηκαν πριν πεθάνουν, ο Ναπολέων πέθανε απο φριχτούς πόνους στο στομάχι, εκατονείκοσι παιδιά που ζούσαν σε ένα οικοτροφείο πέθαναν ξαφνικά όλα σε ένα βράδυ, το πτώμα ενός επτάχρονου κοριτσιού διατηρείται ανέπαφο απο τη φθορά της σήψης των πτωμάτων διακόσια χρόνια μετά το θάνατό του. Τι κοινό έχουν τα τραγικά ιστορικά γεγονότα με την υπέρταρη οργή που νιώθω εγώ και ο κινέζος του τηλεφωνικού θαλάμου? Προφανώς δεν έχουν κανένα κοινό σημείο αναφοράς. Η ιστορία ανατρέπεται. Τα ασύνδετα μεταξύ τους τραγικά γεγονότα έχουν ένα κοινό σύνδεσμο, ένα εξιχνιασμένο ιστορικά στοιχείο που τα συνδέει και δικαιολογεί την τυχαιότητά τους. Το στοιχείο αυτό είναι το Ανύποτο, το Ακατανόμαστο, το τραγιγενές στοιχείο που η ονομασία του ταυτίζεται με ένα από τα δυο επίθετα που χαρακτηρίζουν τη δυαδικότητα του καθε φυσικού είδους. Γιατί η ονομασία δυο τόσο ανόμοιων στις ιδιότητες και στη φυσιολογία να είναι κοινή? Η ίδια λέξη γιατί χαρακτηρίζει δυο τελείως διαφορετικές υπάρξεις? Το ένα είναι στοιχείο της φύσης, και το άλλο είναι στοιχείο της φύσης, το ένα αποτελεί ένα χαρακτηρισμό που απευθύνεται σε άπειρα είδη ενώ το άλλο είναι απλώς ένα όνομα που χαρακτηρίζει ένα πολυ συγκεκριμένο στοιχείο. Το μόνο κοινό είναι η φθοροποιός δράση τους σε χρόνια χρήση...
Τελικά οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι εγώ φταίω μαζί με το ακατανόμαστο. Κατέχω τον ίδιο χαρακτηρισμό με αυτό. Κατέχωντας και το ακατανόμαστο ο χαρακτηρισμός μου ενισχύεται και το αποτέλεσμα της ενίσχυσης είναι το γρήγορο τέλος που δεν εχει έρθει ευυχώς ακόμη. Πρέπει να μην φτάσω στο τέλος, είναι νωρίς ακόμη. Προσπαθώ, και ο κινέζος προσπαθεί, προχθές δεν φάνηκε, χθές ξαναγύρσε, έτσι γυρίζω και εγω συνέχεια πίσω μπρός, μπρός πίσω.
Εχω πάθει αταραξία, είναι μια κατάσταση που δεν σε ενοχλεί τίποτε. Δεν με ενοχλεί τίποτε, με ενοχλείς μόνο εσύ και δεν καταλαβαίνω γιατί, δεν μπορώ να καταλάβω όσο και να προσπαθώ, πάντα με ενοχλούσες. Γιατί αφου μου αρέσεις πάρα πολύ και σ' αγαπώ, πάντα σε αγαπούσα και πάντα με ενοχλούσες. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Ισως να φταίει τελικά το ακατανόμαστο που πάντα ενίσχυε την κοινή ιδιότητά. ίσως και να μην φταίει. Ο καιρός θα δείξει. Τρια χρόνια τώρα είμαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην ενισχύσω άλλο την κοινή ιδιότητα. Αν βελτιώθηκα εσύ θα κρίνεις.
Ολα ξεκίνησαν σε ένα μπάρ πριν πολλά χρόνια. Ημουν φαντάρος και ήταν τα γενέθλειά σου, απο την πρώτη μέρα τσακωθήκαμε και τσακωνόμαστε απο τότε μέχρι τώρα. Ηρθα στο μπάρ με άλλη, την έβαλα στο ταξί και ξαναήρθα. Εκεί άρχισαν και τελείωσαν όλα. Απο τότε η ζωή μου άλλαξε. Εμπλεξα πολύ άσχημα. Ενα κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται που δεν έχει φτάσει ακόμη στην άκρη του, φαντάζομαι η άκρη θα είναι το τέλος μας, τόσο άσχημα.
Δεν υπάρχει ούτε κινέζος πια ούτε τίποτε, όλα εξαφανίστηκαν, το μόνο που υπάρχει είναι η πραγματικότητα.
Το Σάββατο θα κάνουμε δείπνο, την τετάρτη θα πάμε στη Βαρκελώνη, το καλοκαίρι στη Νάξο.
Ολα φθάνουν στα όρια τους, τα όρια τελειώνουν για όλους, σε λίγο δεν θα υπάρχει τίποτε.
Η τριλογία που αποτελείται απο το τρίτο μόνο μέρος έφθασε στο τέλος της. ΕλπΊζω να καταφέρει να το διαβάσει κάποιος, αλλά μάλον θα εξαφανιστεί και αυτό μαζι με τα άλλα. ΤΕΛΟΣ.
Ετικέτες: Αλέξανδρος Βιτζηλαίος, Διηγήματα