Δευτέρα, Μαρτίου 29, 2010
(Οι κριτικοί μπορούν να 'ρθουν και να μου κλάσουν τ’ αρχίδια)
Ο Καρλ ήταν κάτι σαν τον μεγαλύτερο εν ζωή συγγραφέα, μόνο που τον περισσότερο καιρό δεν σταύρωνε ούτε μιαν αράδα της προκοπής. Καθόταν δηλαδή μπροστά στην άδεια κόλλα κι έκανε ένα σωρό άσχετα πράγματα, όπως να καθαρίζει την μύτη του ή να ξύνει τ’ αρχίδια του. Στο τέλος έγινε πραγματικά καλός σ’ αυτό: η μύτη του έλαμπε από καθαριότητα. Όσο για τα αρχίδια του, ήταν μεγάλα σαν κυδώνια. Ναι, ο Καρλ είχε μεγάλα αρχίδια, τα μεγαλύτερα της πόλης.
(σκηνή τώρα όπου ο Καρλ τα πίνει στο μπαρ)
ΜΠΑΡΜΑΝ: Γιατί διάολο πίνεις τόσο πολύ;
ΚΑΡΛ: Έχω πολύ μεγάλα αρχίδια. Θα ’πρεπε να χαίρεσαι.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Που έχεις μεγάλα αρχίδια;
ΚΑΡΛ: Και γι’ αυτό.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Είσαι μεγάλος μαλάκας.
ΚΑΡΛ: Που να δεις τ’ αρχίδια μου. Τεράστια.
ΜΠΑΡΜΑΝ(δύσπιστα): Αρχίδια.
ΚΑΡΛ: Τα μεγαλύτερα που χεις δει.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Πρέπει να σταματήσεις να πίνεις.
ΚΑΡΛ: Πρέπει να σου δείξω τα αρχίδια μου.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Άντε γαμήσου εσύ και τ’ αρχίδια σου.
ΚΑΡΛ: Βγάλε μια μπίρα.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Ο-κέι.
Ο μπάρμαν φέρνει την μπίρα κι ο Καρλ ξεκουμπώνει το παντελόνι του και πετά ένα αρχίδι στον πάγκο, μεγάλο –όπως είπαμε– σαν κυδώνι. Ο μπάρμαν σκύβει με ζωηρό ενδιαφέρον πάνω από το κτήνος.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Εσύ είσαι μεγάλο ταλέντο βρε παιδί μου!
ΚΑΡΛ: Που να δεις και το άλλο.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Πω πω!
ΚΑΡΛ: Μην αγγίζετε παρακαλώ, θα μου το κατσιάσετε.
Ο Καρλ στριμώχνει πάλι το αρχίδι μέσα στο παντελόνι και κουμπώνεται. Κατεβάζει μονομιάς το μισό μπουκάλι.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Αυτό είναι χάρισμα απ’ τον Θεό μάγκα μου, δεν πρέπει να το κρύβεις.
ΚΑΡΛ: Ναι, σκέφτομαι να προωθήσω τη δουλειά μου αλλά δεν έχω τις άκρες.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Ξέρω τον Κ. που είναι λογοτέχνης και κριτικός, γράφει σε κάτι εφημερίδες. Πρέπει να του δείξεις τ’ αρχίδια σου, θα του αρέσουν.
ΚΑΡΛ: Αν είναι να μου τα κλάσει ξέχνα το.
ΜΠΑΡΜΑΝ: Έλα μωρέ, δεν θα πάθεις και τίποτα. Στο φινάλε μπορεί και να σ’ αρέσει. Θα τον πάρω τηλέφωνο.
ΚΑΡΛ: Άντε καλά.
Ο μπάρμαν πάει να τηλεφωνήσει και ο Καρλ κατεβάζει ήρεμα την υπόλοιπη μπίρα. Μασουλάει ένα φιστίκι, κλείνει το μάτι στη μπιγκόνια και ξύνει τα λογοτεχνικά του αρχίδια, τα μεγαλύτερα της πόλης.
Ετικέτες: Διηγήματα, Νίκος Κιαχίδης
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009
Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Είχα ένα καθίκι, δηλαδή πρέπει να είχα, μάλλον κόκκινο αλλά μπορεί και μοβ -έχεζα τέλος πάντων, δηλαδή πρέπει να έχεζα, δεν θυμάμαι.
Έπειτα έριξα λίγο μπόι και κατάφερα να σκαρφαλώσω στη λεκάνη. Και το καθίκι πήρε δρόμο. Αυτά βέβαια είναι υποθέσεις κι εικασίες, καθόλου σίγουρος δεν είμαι ότι συνέβησαν τα γεγονότα έτσι. Εικάζω ότι τα κωλομέρια μου τρεμούλιασαν στην πρώτη επαφή με το κάθισμα, σα ν' ακούμπησα φίδι. Συνήθισα υποθέτω(έχω κι άλλα φίδια συνηθίσει). Από δω και πέρα η ομίχλη διαλύεται: έχεζα ανελλιπώς.
Όχι πάνω μου βέβαια, ούτε όπου να 'ναι. Τα σκυλιά χέζουν όπου να 'ναι. Θυμάμαι ένα κοριτσάκι που χέστηκε, πρώτη δημοτικού θα 'μουν: ήταν μια τεράστια κουράδα, δεκαπέντε ή είκοσι εκατοστά κι είχε σα σκιά σταμπάρει τη φόρμα. Μεγάλο σκατό για πιτσιρίκι. Την πετυχαίνω που και που την παλιά συμμαθήτρια που χέστηκε, δουλεύει σ' ένα φαστφουντάδικο, μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Θα μεγάλωσαν κι οι κουράδες της. Μεγάλωσα κι εγώ, χέζοντας, χέζοντας ακαταπαύστως -θαρρείς όσο περισσότερο σκατό κατέβαζα τόσο ψήλωνα.
Επί είκοσι συναπτά έτη τιμούσα αποκλειστικά και μόνο την ίδια χέστρα, αν εξαιρέσεις κάνα σποραδικό χέσιμο στην τουαλέτα κάποιου θείου, της γιαγιάς κλπ, έπειτα κατατάχθηκα και γνώρισα γενναίες καινούριες τουαλέτες. Έχω χέσει στην Ορεστιάδα, στο Σουφλί, στη Θήβα, στα Γιαννιτσά και σε πολλά άλλα μέρη. Έχω χέσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Κάποτε μάλιστα μου ανετέθη η φύλαξη των τουαλετών ενός ολόκληρου στρατοπέδου, στην 162 Μ.Β.Π. αν δεν
απατώμαι: είχαν επιφορτίσει την πυροβολαρχία μας μ' αυτό το ηρωικό καθήκον -κάναμε τις σκοπιές μας και τρέχαμε στο καπάκι για νούμερο στις χέστρες. Τρίωρα ήταν κι έπρεπε να φοράς εξάρτυση κι αν κανένας φαντάρος έχεζε στραβά να τον αναφέρεις στον αξιωματικό υπηρεσίας πάραυτα.
Ήταν μια καρέκλα που 'χαμε πλάι στους νιπτήρες και με το που τραγουδούσε το καζανάκι σπεύδαμε. Πάντως είναι ν' απορείς πως ανάμεσα σε τόσους πυροβολητές ελάχιστοι βρίσκανε στόχο -ο στρατός είναι όντως σκατά. Απολύθηκα κάποτε κι επέστρεψα στην τουαλέτα μου.
Εξακολούθησα να χέζω με την ίδια αφοσίωση, τόνοι και τόνοι σκατών, σκληρά σαν πέτρα ή νερουλά, σκατά καστανά ή κατάμαυρα, σκατά με αίμα. Στο μεταξύ μετακόμισα, παντρεύτηκα, έκανα και παιδιά -στιγμή δε σταμάτησα να χέζω. Σκέφτομαι μερικές φορές την κατάληξη της αδιάλειπτης αυτής παραγωγής κουράδων, της ιερότερης παρακαταθήκης: σκατά χωνευμένα, μετουσιωμένα σε χώμα, σκατά που ρέουν στο πράσινο αίμα των φυτών, σκατά στη θάλασσα, στη βροχή, στον σκατένιο κόσμο. Όσο για τη δική μου κατάληξη, δεν είναι κάνα αίνιγμα: γέρος, σκατόγερος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, πεθαίνοντας μακριά από όλες τις χέστρες που συνάντησα. Αλλά προτού 'ρθει ο θάνατος θα ξανασυναντήσω το αρχέγονο καθίκι της
παιδικής μου ηλικίας. Κόκκινο ή μοβ.
Ετικέτες: Διηγήματα, Νίκος Κιαχίδης
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2009
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί, βρήκε το στόμα του θεόστεγνο, το κεφάλι του γεμάτο σίδερα και κάτι σαν ναυτία που ξεκινούσε από κάτω -ήταν εντελώς μουνί, το χειρότερο πρωινό της ζωής του- έπειτα πήγε στο μπάνιο, κοίταξε τον καθρέφτη και κατάλαβε πως ήταν αλήθεια: δεν είχε πρόσωπο αλλά μουνί. Υπενθύμισε νοερά τον εαυτό του να καθαρίσει κάποτε τον καθρέφτη απ' τα μυγοχέσματα και τη γλίτσα και αφού δεν είχε πια δόντια να βουρτσίζει ξαναπήγε στο κρεβάτι. «Θα είμαι ακόμα μεθυσμένος», είπε με σιγουριά και σφήνωσε ένα τσιγάρο στο μουνί του.
Ευτυχώς ήταν Κυριακή. Κάπνισε με το πάσο του και πήγε πάλι στο μπάνιο. Το πράμα ήταν ακόμη εκεί, ένα δασύ αιδοίο που έβγαζε καπνούς. Αποφάσισε πως ήταν ώρα να καθαρίσει τον καθρέφτη, έκοψε λίγο κωλόχαρτο κι έκανε τη δουλειά. Τίποτα.
Το μουνί τον κοιτούσε σαν ετυμηγορία. Ο Γκρέγκορ το ψηλάφισε και ένιωσε πως χρειάζεται μια μπίρα. Και λίγο ερεθισμένος, έβαλε τα παπούτσια του, ευχήθηκε να μην έχει περίοδο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Στο διάδρομο καλημέρισε τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος που έβγαινε από το ασανσέρ και κατέβηκε τις σκάλες. Το μπαρ ήταν στη γωνία, δε θα τρομοκρατούσε πολλούς ανθρώπους. Περπάτησε γρηγορότερα. Όταν κάθισε στο ψηλό σκαμνί ένιωσε ασφαλής. Παρήγγειλε μπίρα. Ο μπάρμαν τον κοιτούσε χεσμένος απ' την άλλη άκρη, με το σώμα του σχεδόν κολλημένο στην ταμειακή. Έφερε την μπίρα τρέμοντας.
«Ρε φίλε», ψέλλισε, «συγνώμη κιόλας, αλλά σα μουνί είσαι».
«Δεν πειράζει, έχω πλούσιο εσωτερικό κόσμο».
Ο μπάρμαν έφυγε και ο Γκρέγκορ Σάμσα άναψε ένα τσιγάρο, φύσηξε ψηλά τον καπνό κι έμπηξε το μπουκάλι στα μουνόχειλά του, δίχως να ξέρει αν θα μεθούσε ή αν θα μαλακιζόταν.
Ετικέτες: Διηγήματα, Νίκος Κιαχίδης