Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2009
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2009
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2009
Λευτεριά στους έγκλειστους
O Άρμο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε διάπλαση, ήταν υπεύθυνος για την φύλαξη της μοναδικής πόρτας σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, παρ’ όλο που κανείς δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει.
Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις είμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω την θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.
Ο Σίμο παραφιλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε τον χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.
Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πως, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος των δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.
Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από έναν νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρείς το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, την μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούντο την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του επικεφαλούς της ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που έχουμε κλειστεί δεν είναι και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.
Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δεν θα μπορούσαμε να μετρήσουμε τον χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δεν γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να μπει στην κρυψώνα μας. Έτσι, 36 κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε τόσο εγώ όσο και ο Άρμο ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.
Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα του Άρμο δίπλα μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εξεφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.
Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα του Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι δεν το ήξερε.
Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πως άργησε τόσο. Είπα μέσα μου πως ότι ήταν να γίνει, ας γίνει να το ζήσω. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη τον σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.
«Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.
«Βρε αει στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε με φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τελικά τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»
Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Περπατούσα για πάρα πολύ, αλλά δεν νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα πολλές εβδομάδες τώρα, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.
Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει στο τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δεν φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.
Μπροστά μου ήταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.
Κατέβασα το κεφάλι. Κατάλαβα εκείνο το δευτερόλεπτο πως δεν έχει καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δεν φροντίζω σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.
Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.
Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008
Ετικέτες: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ, Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007
- Ράουμε
Ο Ράουμε δίπλωσε τα βλέφαρά του.
«Χιλιάδες ανείπωτες σκέψεις στροβιλίζουν τις ανάσες μας» σου είπε χωρίς σκέψη. Συμπλήρωσε: «Να το θυμάσαι αυτό.»
«Που;» ρώτησες με θράσος.
«Σε χέρια με λουλούδια από χαρτί και ελπίδες.»
...
«Τι μένει από ένα χαρτί όταν καίγεται; τίποτα – τίποτα παρά στάχτη που παίρνει ο άνεμος μακριά. Και μια ελπίδα όταν χαθεί, καίγεται, τίποτα δε μένει. Ταξιδεύει μακριά από σένα όπως η στάχτη.»
Ξεροκατάπιε.
«Για σένα δε μένει τίποτα. Εγώ όμως μαζεύω τη στάχτη που αψηφάς. Και ζω μ’ αυτή μέχρι να βρω καινούργια ελπίδα να πιστέψω.»
«Ζεις με ελπίδες άλλων;» ρώτησες.
«Δεν έχω ελπίδες δικές μου, κατάδικές μου. Επιλέγω ανάμεσα σε πολλές που πλανώνται χαμένες στον αέρα από ανθρώπους ανίκανους να τις εκπληρώσουν.»
...
«Αναρωτιέσαι τι με θέλεις;» η επόμενη ερώτησή σου. «Εγώ δεν έχω ελπίδες να σου δώσω. Νοιώθω τη ζωή σαν ένα ποτάμι που απλώς κυλά – δεν έχει σημασία για το ποτάμι αν έχει δίνες ή όχι. Απλώς να κυλά, αυτό είναι όλο.»
«Αυτό δεν είναι ελπίδα; Αν πάψει να κυλά;»
«Αυτό είναι πρόβλημα τού δημιουργού μου, κι όχι δικό μου.»
«Δεν ελπίζεις στη ζωή;»
«Το μπουκάλι με τη συνείδηση άδειασε.»
«Τότε γιατί σε έστειλαν σε μένα;»
...
«Είναι πάντα τόσο βαρετά εδώ;» έσπασες και πάλι τη σιωπή.
«Δεν νοιώθεις το ποτάμι να κυλά;»
«Έπαψε.»
«Χάθηκε και η τελευταία ελπίδα. Τη νοιώθω στον αέρα τώρα.»
Δεν είπες τίποτα.
«Είναι δική μου τώρα.» σου είπε.
...
«Πότε θα έρθει ο θάνατος;»
«Παράξενη ερώτηση... δεν τον ξέρω. Άρα δεν υπάρχει.»
«Υπάρχουν μόνο όσα ξέρεις;»
«Τρώω ελπίδες και δίνω γνώσεις. Ό,τι δεν νοώ, δεν υφίσταται για το δικό σου κεφάλι.»
...
«Θα μείνω για πάντα εδώ μαζί σου;»
«Ελπίζω πως όχι! Μόλις γεννηθεί και πάλι μια ελπίδα σου, θα επιστρέψεις πίσω... στο ποτάμι που θα αρχίσει να κυλά και πάλι.»
«Μάλλον θα αργήσω.»
...
«Βαρέθηκες, το βλέπω. Κι όμως δεν ελπίζεις. Καμιά ελπίδα δε γεννιέται στο μικρό σου κεφάλι. Τουλάχιστον αν προσπαθούσες...»
«Αποκλείεται. Δεν πέφτω σε τέτοιο σφάλμα.»
«Πρέπει να φύγεις όμως. δε γίνεται να μείνεις για πάντα εδώ.»
«Αν πέθανα, φαντάζομαι πως δεν πρόκειται να φύγω από εδώ.»
«Σου εξήγησα, δεν υπάρχει θάνατος.»
...
«Η ελπίδα σου ήταν ψεύτικη.»
«Στο είπα, δεν ήμουν εγώ αυτός που ήλπιζε να συνεχίσει το ποτάμι να κυλά.»
«Δεν μ’ αρέσει αυτό που συμβαίνει. Η ελπίδα που βρήκα στον αέρα τέλειωσε ήδη. Χρειάζομαι άλλη, μα δεν μπορώ να βρω όσο είσαι εσύ εδώ.»
«Κι αυτό, δικό σου πρόβλημα είναι.»
...
Ο Ράουμε παρέμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
Εσύ, για πρώτη φορά έσπασες τη σιωπή, δίχως ερώτηση.
«Ίσως να ήταν δική σου. Η προγονική σου ελπίδα, που έμενε κρυφά μέσα στη ψυχή.»
«Μα αν ήταν έτσι, τότε... το ποτάμι έπαψε να κυλά, όλα είναι ακίνητα σα να περιμένουν κάτι... κάποιος να φύγει, κάποιος να 'ρθει.»
«Εγώ ήρθα.»
...
«Είσαι ο αντικαταστάτης μου, λοιπόν, ναι. Δεν το περίμενα, με τέτοιο τρόπο.»
«Ο Δημιουργός μας είναι ευφάνταστος. Ούτε εγώ ήξερα ότι μου έκανε τέτοια τιμή, παρά μονάχα όταν σε είδα να πεθαίνεις.»
«Ώστε υπάρχει θάνατος;» σε ρώτησε, ενώ λουλούδια από χαρτί άρχισαν να πέφτουν απ’ τις χούφτες του.
«Από τη στιγμή που ανέλαβα εγώ, υπάρχει. Εγώ νοώ το θάνατο, την πίκρα και τη θλίψη που θα βλέπεις στα πρόσωπα των ανθρώπων όταν χάνουν εκείνους που αγαπούν. Δικό μου έργο.» απάντησες κυνικά.
Χιλιάδες κομματάκια χαρτί σκορπίσαν στον αέρα.
«Και τι κερδίζεις;» σου είπε φεύγοντας.
Χάθηκε.
«Ακόμη περισσότερες χαμένες ελπίδες για μένα...» μονολόγησες.
Το απόλυτο σκοτάδι είναι δικό σου τώρα. Μέχρι να πάψει το ποτάμι να κυλά και πάλι.
- Σέυμουρ
Σέυμουρ, υπήρξες παιδί πρότυπο από τα 13 σου. Αφιερώθηκες στη ζωή των μοναχών και τήρησες επάξια την κοινωνική θέση που κατείχες.
Σέυμουρ, οι καραμέλες τέλειωσαν, λυπάμαι δεν έχω.
Άκουσέ με. Πάντα ήσουν στο πλάι μου, πάντα. Όλες τις δύσκολες στιγμές τις άφησες να πέσουν πάνω σου, σαν φύλακας άγγελος. Υπάρχει μια τελεία στον χρόνο όμως που τα ζητήματα αυτά μεταξύ μας μπορούν πολύ εύκολα να οδηγήσουν σε παρεξήγηση. Καταλαβαίνεις.
Φυσικά. Μ’ αρέσει που δείχνεις την πρέπουσα κατανόηση. Πηγάζει από τον αυθόρμητο σεβασμό που τρέφεις για τους ανωτέρους σου. δε θα ήθελα όμως, σε καμία περίπτωση, να δημιουργήσουμε άσχημες εντυπώσεις. Φυσικά.
Όλα, ναι ...
Όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Δυσάρεστα δε σου εγγυώμαι πως δε θα είναι – το αντίθετο μάλιστα. Αυτός είναι και ο λόγος που φοβάμαι να μην έχουμε άσχημη κατάληξη.
Θα σου εξηγήσω. Φεύγεις.
Ναι. Αποχαιρετάς τους άλλους. Συγνώμη αλλά δεν είναι απαραίτητο να καταλάβεις, ξέρεις.
Ναι, μακριά.
Μόνος.
Φοβάμαι πως θα είσαι μόνος.
Δεν μπορεί... όχι δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο. δε με θλίβει, αλλά ούτε με ευχαριστεί η μετάθεσή σου εκεί. Είναι αναγκαία, αυτό είναι.
Μην αρχίσεις τώρα τη μουρμούρα... ούτε τα κλάματα σε ωφελούν.
Ήσουν ο καλύτερος, στα είπα ήδη αυτά. Κανείς δεν έχει παράπονο από σένα, ούτε κακό να πει.
Δεν υπάρχει γιατί, Σέυμουρ, δεν υπάρχει γιατί. Υπάρχει πρέπει. Σύνελθε.
Έτσι, καλύτερα τώρα. Όλα θα πάνε ως οφείλουν. Καλά ή άσχημα, σημασία δεν έχει.
Αυτός είσαι. Το ήξερα ότι θα καταλάβαινες. Άλλωστε τι σημαίνει πάντα; το ταυτίζουμε με το αιώνιο. Δεν είναι έτσι όμως. Ο θάνατος είναι αυτός που φέρνει τη ζωή, ναι.
Ακριβώς. Τίποτα δεν τελειώνει με το θάνατο, όλα αρχίζουν τότε. Τι σημασία έχει αν είναι δικά μου ή δικά σου; Όλα ένα.
Είναι μακριά.
Αρκετά.
Λοιπόν, πρόσεξε. Είναι λίγο παράξενα εκεί που πας. Πρέπει να στο εξηγήσω κάπως.
Τι να ανησυχείς; Είναι ήδη πολύ άσχημο, δεν έχει να ελπίζεις σε κάτι. Πρέπει να ξεχάσεις τη θέση σου για πάντα και όλες τις ελπίδες. Θα τρέφεσαι μονίμως με αυτές των άλλων.
Θα με αφήσεις να σού πω;
Την σωτηρία σου, την επάνοδό σου.
Ωραία.
Κατάλαβα. Δεν παίζει κάποιος, χρειάζεται το χρόνο του κι αυτός ο αποχαιρετισμός, έτσι θα έλεγα εγώ. Χρειάζεται το χρόνο του. Άλλωστε, ήμασταν πάντα μαζί, κι όσο κι αν θέλω να μη νοιώσω συγκίνηση, υπάρχουν στιγμές που κι εγώ – ίσως να μην το πίστευες ποτέ, ίσως κι εγώ να μην το περίμενα – που νοιώθω πως... δύσκολο να το εκφράσει κανείς, δύσκολο. Δε βγαίνει.
Ήταν... στιγμές που ένοιωθα ένα άδικο αλλά συνάμα ήξερα πως είχα λάθος. Αυτά τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα τής λογικής και του συναισθήματος που ξέρω πως έχουν μονάχα έναν πατέρα.
Ναι.
Δεν αποφεύγω το ζήτημα, όχι. Εκεί που πας θέλει υπομονή. Η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ.
Αυτό είναι ένα θέμα προς συζήτηση, μιας που δεν έχεις συγκεκριμένο χώρο εργασίας. Θα δουλεύεις ταυτόχρονα... παντού.
Είναι δύσκολο, δεν είπα το αντίθετο.
Θα αναλάβεις τη θέση τού Ράουμε.
Ναι, θα κρατάς τους νεκρούς να μη βγουν, ναι. δε θεωρείται καλή η θέση, βέβαια κι εγώ το αντίθετο θα έλεγα. Κι ελπίδες δε θα έχεις, παρά θα παίρνεις τις ελπίδες των άλλων που χάνονται.
Θα ζεις, όπως κι ο Ράουμε ζούσε. Αλλά ως νεκρός. Καταλαβαίνεις ότι κάποιος πρέπει να το κάνει. Θα ήταν άσχημο, καταλαβαίνεις, να ξεχυθούν οι θνητοί νεκροί στους δρόμους.
Δεν είναι τόσο απλό. Αλλά αν αυτό θέλεις να πιστεύεις, δε θα φέρω περισσότερη αντίρρηση, άλλωστε και ο χρόνος είναι σχετικά περιορισμένος.
Εκείνος θα αναλάβει τη δική σου.
Όχι – δεν το ξέρει ακόμα. Θα το μάθει όταν εσύ πάρεις τη θέση του. Από σένα.
Ωραία.
Αυτό πάλι γιατί σε ενδιαφέρει;
Ο Ράουμε πήρε τη θέση που του άρμοζε - φίλε μου συγνώμη μα δεν έχω δάκρυα για σένα και για κανέναν. Όλα έχουν την υποχρέωση να αλλάζουν. Άσχημα ή όμορφα, τα είπαμε αυτά... Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας.
Αναλαμβάνει τα ηνία εκείνος, σου είπα ήδη.
Επιτέλους αντιλαμβάνεσαι τι προσπαθώ να σου εξηγήσω.
Από εδώ και στο εξής, κι εμείς πεθαίνουμε. Κανείς μας δεν το ήξερε αυτό, σε διαβεβαιώ. Ήταν ιδέα δική σου ο θάνατος. Θυμάσαι; Μετά από αυτό, τι άλλο μπορούσε να γίνει, παρά να πεθάνουμε εμείς και να ζήσει εκείνος.
Προφανώς για να υπάρχει κύκλος. Μου φαίνεται απίστευτο που θεωρούσαμε πως θα είναι ευθεία αιώνια. Το συγχέουμε με το πάντα. Και νομίζαμε ότι εμείς δεν ήμασταν θνητοί.
Ο καθένας από εμάς πάει ως ζωντανός σε κολαστήριο. Αυτός ο θάνατος μας έκανε να το καταλάβουμε και είναι καιρός να το χωνέψεις και εσύ νομίζω.
Ναι. Τώρα που το σκέφτομαι, όταν γυρνάμε δε θυμόμαστε τίποτα... προφανώς.
Έτσι ακριβώς. Από εκεί γυρίζουμε και πάλι πίσω, αναλαμβάνουμε εμείς, όπως το είπες.
Το αντιλήφθηκες, επιτέλους. Το δικό σου τέλος είναι ιερό, όπως κάθε τέλος γιατί γεννάει την αρχή. Και χωρίς αρχή, δε θα υπήρχε τίποτα. Είναι τιμή για σένα που πεθαίνεις.
Ο Ράουμε περίμενε καιρό. Το πάντα τελειώνει και αρχίζει μέσα στο αιώνιο.
Υπάρχει μια σειρά.
Εγώ θα πεθαίνω τελευταίος αλλά θα είναι σα να πέθανα πρώτος - στη άλλη πλευρά ο χρόνος κυλά προς τα πίσω. Όλα τα γεγονότα κυλούν ανάποδα.
Είναι απλό... δεν τελειώνει ποτέ, μόνο ξαναρχίζει όταν πεθάνει.
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007
Ξύπνα δέντρο. Άκουσε τα ίδια σου τα φύλλα. Μια γρήγορη ματιά τριγύρω και έπειτα ένας κρότος δυνατός, σα χίλιες αστραπές ταυτόχρονες. Άλλο να ακούς την αστραπή να πέφτει, κάπου μακριά από 'σένα, κι άλλο να πέφτει στο ψηλότερό σου κλαδί. Σκίστηκες στη μέση και το ουρλιαχτό σου ήταν δυνατότερο κι απ’ τη βροντή που έπεσε επάνω σου.
Η υπόλοιπη βλάστηση τριγύρω σώπασε. Τα ταπεινά χόρτα που τόση ώρα χασκογελούσαν με τις βραδυνές στάλες της βροχής σάστισαν και σοβάρεψαν. Το δέντρο που είχαν για όλη τους την μικρή ζωή από πάνω τους, τώρα έτριζε από τον πόνο. Μερικές μαργαρίτες άρχισαν να σιγοκλαίνε, φοβούμενες οτι η βροχή θα ρίξει τον ουρανό στα λουλούδια τους. Το μόνο που δεν έδειχνε να λυπάται ήταν ένα μοναχικό αγκάθι που την κορυφή του στόλιζε ένα μοβ λουλούδι. Το αγκάθι συνέχιζε να κοιτά με ενδιαφέρον την εξέλιξη των πραγμάτων. Ένας κεραυνός λοιπόν και το δέντρο άρπαξε φωτιά που η βροχή δεν έδειχε ικανή να την σταματήσει. Το τεράστιο δέντρο πέθαινε αργά, με έναν θάνατο που έμοιαζε παγανιστική τελετή μέσα στην νύχτα. Συνέχιζε να πονά, όμως τώρα πια απλά έκλαιγε μουρμουρίζοντας. Το αγκάθι έβγαλε μια τσιριχτή κραυγή προς τα υπόλοιπα χαμόφυτα γύρω απ’ το δέντρο: «τι κλαίτε όλοι σας; τώρα ο ήλιος θα είναι όλος δικός μας, ηλίθιοι!». Οι μαργαρίτες σταμάτησαν το κλάμα. Τα χόρτα άρχισαν πάλι να χασκογελούν, κάνοντας μπάνιο τα γεμάτα χώμα φύλλα τους πλάι στην θεαματική φωτιά. «Ηλίθιοι!» επανέλαβε το αγκάθι. «Τίποτα δεν καταλαβαίνετε. Τόσο καιρό παρακαλούσα να πάθει κάτι το δέντρο. Κάποιος με καταράστηκε, δεν εξηγείται αλλιώς! Ήρθα κι έπεσα σ’ αυτό το σημείο. Μα που να το ‘ξερα πως ήταν το πιο ψηλό δέντρο του δάσους; Ένας μικρός σπόρος ήμουν μονάχα και δεν είχα καν μάτια για να βλέπω. Ο άνεμος με παρέσυρε όπου ήθελε. Εγώ είμαι αγκάθι, έχω ανάγκη από αγάπη! Το δέντρο αυτό, δεν με καλημέρισε ποτέ. Κι όταν έβγαλα τα πρώτα μου φύλλα, ανάγκη από ήλιο είχα κι όμως, εκείνο στεκόταν πάντοτε ψηλά και δεν ενδιαφερόταν για τίποτε άλλο, παρά μόνο πως θα μαζεύει όλο τον ήλιο για τον εαυτό του. Καταραμένος είμαι και κατάρα λοιπόν του έριξα και εγώ τότε». Και πρόσθεσε γελώντας: «Να λοιπόν που έγινε. Να λοιπόν που έζησα για να το δω κι αυτό.» Οι μαργαρίτες άνοιξαν τα λουλούδια όσο μπορούσαν περισσότερο. «Επιτέλους, ηλίθιοι φίλοι μου, η μητέρα μας... τιμωρεί πάντοτε τους υπερόπτες του δάσους!»
Καθώς η φωτιά άφηνε πίσω της έναν κορμό από στάχτη, όσο κατέβαινε προς τα κάτω, ένα τεράστιο κλαδί έμεινε ανήμπορο να σταθεί από τον καρβουνιασμένο κορμό. Πέφτοντας έκανε τόσο θόρυβο που διέκοψε το χαχανητό του. Το αγκάθι γύρισε και κοίταξε προς τα πάνω. Δεν πρόλαβε ούτε καν να δει τι ερχόταν. Το μεγάλο κλαδί έπεσε μονοκόμματα και τσάκισε το αγκάθι στα δύο, συνθλίβοντας το μοβ του λουλούδι. Το αγκάθι έβγαλε μια τελευταία τσιριχτή κραυγή.
«Δεν θα χαρείς ποτέ τον ήλιο!» του είπε πεθαίνοντας το δέντρο.
Τα υπόλοιπα φυτά βρέθηκαν σαστισμένα για άλλη μια φορά. Και πριν προλάβουν να σχολιάσουν μεταξύ τους τι έγινε, ήρθαν κάτι πλάσματα που έμοιαζαν σαν κάφροι, ήταν όμως ντυμένοι πυροσβέστες και μάλιστα έδειχναν βιαστικοί. Πάτησαν όλα τα φυτά και τα βύθισαν με τις μπότες τους στην λάσπη και την στάχτη που έπεφτε, συνθλίβοντας τα λιγοστά φύλλα που είχαν. Και σέρνοντας τις μάνικές τους στο χώμα, ξερίζωσαν όλες τις μαργαρίτες που μία-μία πέθαινε και έτσι σταματούσε το κλάμα και η μουρμούρα τους που βύθιζε το δάσος σε πένθος.
Η βροχή σταμάτησε, η φωτιά έσβησε και οι πυροσβέστες πήραν τον πούλο. Δεν έμεινε τίποτε πίσω για να γελάει, να κλαίει ή έστω να μουρμουρίζει. Μονάχα μια νεκρική σιγή που ακολουθούσε τον θάνατο των φυτών, ίσως και να ακουγόταν το ανέμελο σφύριγμα ενός μύκητα που έπιανε δουλειά στην στάχτη, ίσως και όχι, όλοι θα περιμένουν μέχρι την γέννηση των επόμενων σπόρων στο ίδιο σημείο. Για να πιάσει και πάλι πυρκαγιά, να έρθουν οι κάφροι να την σβήσουν και να πατήσουν τις κουτές μαργαρίτες.
Την ιστορία μου την διηγήθηκε ένα σαλιγκάρι που βρίσκονταν στο περιστατικό και έδωσε κατάθεση στους πυροσβέστες την ίδια κιόλας νύχτα. Έπειτα σύρθηκε αργά αργά για έναν γειτονικό κήπο και μέχρι να φτάσει είχε κιόλας ξημερώσει. Άραξε σε ένα μαρούλι να απολαύσει τον ήλιο, χωρίς να φοβάται τα πουλιά που καραδωκούσαν πετώντας σε κύκλους από πάνω του και το κοιτούσαν με λαιμαργία. Κανένα όμως δεν τολμούσε να επιτεθεί, διότι το σαλιγκάρι είχε μόλις μπει σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων.
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Τρίτη, Απριλίου 03, 2007
Μια φορά και έναν καιρό, δηλαδή μόλις τώρα, μια πανέμορφη πριγκήπισσα, η Νάαδ, απρόσεκτη καθώς είναι, γλυστρά και πέφτει μέσα στο πηγάδι της λήθης. Τώρα πια, δεν μπορεί να θυμηθεί απολύτως τίποτα.
Έτσι, αν και περπατά αρκετές ώρες, σ’ αυτόν τον χωμάτινο δρόμο μέσα στο δάσος, δεν νοιώθει την παραμικρή κούραση. Διότι δεν θυμάται αν πράγματι περπατούσε τόσες ώρες, ώστε να κουραστεί.
Ο ουρανός, σε όλο αυτό το όμορφο ταξίδι, έχει ένα υπέροχο μωβ-βυσσινί χρώμα που αγκαλιάζει τα λιγοστά κοσμήματα του: τα άστρα μοιάζουν πιο πολύ με μικρούς ήλιους, αφού το μικρότερο από αυτά έχει το μέγεθος του φεγγαριού όπως το ξέρουμε εμείς από την δική μας γη.
Τα δέντρα στο δάσος γύρω από τη Νάαδ περπατούν αργά, αλλάζοντας θέσεις πάνω στο χώμα κι έτσι ακόμα και τα μακρινά τοπία, ποτέ δεν είναι ίδια, ποτέ δεν γίνονται βαρετά και απλησίαστα, όσο ανιαρά απόμακρα και αν βρίσκονται στην πραγματικότητα. Και ο χωμάτινος δρόμος ακόμα, είναι ευχάριστα περίεργος: αλλάζει συνεχώς χρώμα και υφή. Κάποιες φορές είναι ξερός τελείως, δημιουργώντας σκασίματα και ρωγμές, διψώντας για λίγο νερό και κάποιες άλλες η Νάαδ βλέπει με γοργούς ρυθμούς να φυτρώνουν φυτά γύρω από τα πόδια της μεταμορφώνοντας το δρόμο σε λιβάδι άγριας βλάστησης. Και έπειτα, μια νέα διαδικασία αλλαγής και πάλι ξεκινά, ομορφαίνοντας τα πάντα.
Δεν θυμάται το λόγο που βρέθηκε εδώ, αλλά νοιώθει με σιγουριά οτι πρέπει να φθάσει στον προορισμό της – στην πόλη. Και η απόφασή της να φθάσει στο τέλος του προορισμού της είναι τόσο δυνατή, που τίποτα δεν δείχνει ικανό να την σταματήσει. Περπατά ασταμάτητα εδώ και πολλές μέρες με απόλυτη συνέπεια στο ταξίδι της: δεν σταματά ούτε για μια στιγμή να βαδίζει, δεν γυρίζει ποτέ να κοιτάξει πίσω της. Κοιτά συνέχεια μπροστά περιμένοντας να την δει.
Ταυτόχρονα με τις σκέψεις αυτές, σαν αποτέλεσμα από κάποιο μαγικό ξόρκι του μυαλού της, παρατηρεί πως κάπου πολύ μακριά, στο τέλος του χωματόδρομου, το έδαφος ανασηκώνεται. Η Νάαδ απέχει πάρα πολύ από εκεί, περίπου μία μέρα περπάτημα, όμως το τρίξιμο του εδάφους φθάνει ανήσυχο μέχρι τα πόδια της. Μέσα από το χώμα, αρχίζουν να γίνονται ορατές οι κορυφές από κάποια οικοδομήματα, που σκίζουν το έδαφος καθώς υψώνονται προς τον ουρανό με δύναμη και ταχύτητα. Παράξενο, αλλά όλη αυτή η διαδικασία είναι εντελώς αθόρυβη. Πολύ σύντομα, ένα ολόκληρο χωριό και πίσω του ένα τεράστιο γαλάζιο κάστρο βρίσκονται χτισμένα, σαν από πάντα. Η Νάαδ δείχνει ευτυχισμένη, αφού νοιώθει πως αύριο θα φθάσει στον προορισμό της.
Χαρούμενη και εντυπωσιασμένη από το θέαμα, ασυναίσθητα κοντοστέκεται για λίγες στιγμές. Είναι η πρώτη φορά σε αυτό της το ταξίδι που σταμάτησε να περπατά, έστω και για λίγο, απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί βέβαια. Πριν προλάβει όμως να ξεκινήσει και πάλι την πορεία της, νοιώθει πως τα πόδια της βουλιάζουν μέσα στο έδαφος. Κοιτάζει προς τα κάτω και βλέπει πως το χώμα έχει γίνει ένας πηχτός κίτρινος βάλτος που την τραβά με δύναμη μέσα του. Οσο και αν προσπαθεί, είναι αδύνατο να ξεφύγει γιατί δεν έχει από που να πιαστεί. Έτσι, αποφασίζει να περιμένει. Πολύ σύντομα, έχει βουλιάξει ολόκληρη μέσα στο βάλτο και συνεχίζει να βουλιάζει κι άλλο.
Η Νάαδ δεν θυμάται πόσος χρόνος έχει περάσει από τότε που βούλιαξε αλλά ακόμα και τώρα δείχνει υπομονή. Και ανταμείβεται γι’αυτό. Ο υγρός βάλτος αρχίζει και πάλι να σαλεύει, να μεταμορφώνεται. Με γρήγορο και σταθερό ρυθμό αρχίζει η λάσπη να αραιώνει, αν και δειλά δειλά στην αρχή, σύντομα να μετατρέπεται σε κρυστάλλινα διάφανο νερό. Κατά τη διάρκεια αυτής της αλλαγής, η Νάαδ, με ενστικτώδεις κινήσεις κολυμβητή, φτάνει ως την επιφάνεια. Εκεί, ανακαλύπτει οτι έχει πια νυχτώσει. Τώρα, ένας κορμός δέντρου έρχεται με ορμή ως την επιφάνεια του νερού ακριβώς μπροστά της και την τρομάζει. Είναι η σωτηρία της όμως, που ήρθε ανεξήγητα, όπως και ο βούρκος.
Η Νάαδ είναι επάνω στον κορμό τώρα ενώ βλέπει το έδαφος, ανήσυχο, να κινείται και να αλλάζει πάλι. Σχεδόν αστραπιαία, ανεβάζει και τα πόδια της επάνω στον κορμό, σαν να διαισθάνθηκε τι θα γίνει. Πραγματικά, μόλις που γλύτωσε. Το έδαφος έχει τώρα μετατραπεί πλέον σε βράχο.
Η αποψινή νύχτα δεν προκαλεί, δεν δείχνει να διαφέρει σε τίποτα από τις προηγούμενες για τη Νάαδ, αν και δεν μπορεί να θυμηθεί πως ήταν οι άλλες νύχτες, βέβαια. Ούτε πόσες μέρες περπατάει, αν όντως περπατάει, ούτε βέβαια γιατί προσπαθεί να φθάσει στη πόλη που είναι μπροστά της. Με αυτές τις σκέψεις να χορεύουν στο μυαλό της, ξαπλώνει δίπλα στον κορμό και αποκοιμιέται γρήγορα.
Το πρώτο πρωινό φως, ύποπτα μωβ, την ξυπνά. Σηκώνεται και κοιτά μπροστά. Η πόλη βρίσκεται στην θέση της. Η Νάαδ αρχίζει γρήγορα και πάλι το ταξίδι της. Είναι σίγουρα μια μέρα δρόμος και πρέπει να βιαστεί να έχει φθάσει ως αύριο το πρωί.
Περπατά αρκετές ώρες, μάλλον πρέπει να έχει πια φθάσει το μεσημέρι. Προσπαθεί να ανακαλύψει αν όντως έχουν περάσει πολλές ώρες αλλά δεν τα κατορθώνει επειδή δεν μπορεί να διακρίνει ποιος είναι ο ήλιος και ποια τα άστρα στον ουρανό.
Συνεχίζει να διασκεδάζει όμως με το ταξίδι της, ίσως γιατί δεν θυμάται τι κάνει σ’αυτό, άρα δεν έχει κάποιο λόγο για να στενοχωριέται.
Στον ουρανό, για πρώτη φορά, εμφανίζονται σύννεφα που παίρνουν διάφορες μορφές. Ένας τεράστιος λευκός δράκος, στο μωβ φόντο του ουρανού, κυνηγά έναν μικρόσωμο λευκό ιππότη ενώ τώρα, ένας δυνατός άνεμος παρασύρει τον γενναίο άνδρα και τον ρίχνει στο έδαφος, μερικές εκατοντάδες μέτρα μπροστά από τη Νάαδ, στο δρόμο.
Η πριγκήπισσα, έκπληκτη, τρέχει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει, όμως εκείνος έχει αρχίσει ήδη να σηκώνεται από το έδαφος όταν η Νάαδ φτάνει δίπλα του. Ευτυχώς, δεν έχει χτυπήσει. Ο ιππότης, την ρωτάει που είναι το άλογό του, αλλά εκείνη δεν ξέρει τι να του πει. Το μόνο που τον ρωτά είναι το όνομά του.
Ο Θων, είναι υπερβολικά ανήσυχος, επειδή δεν μπορεί να βρει το άλογό του. Εκείνη προσπαθεί να τον ηρεμήσει και του προτείνει να την συνοδέψει. Τώρα, ο δείκτης του αριστερού της χεριού δείχνει την πόλη μπροστά τους. Εκεί, πιστεύει πως θα κατορθώσει ο Θων να βρει το άλογό του.
Τα απρόσμενα λόγια του ιππότη όμως, είναι δύσκολο να γίνουν πιστευτά. Ισχυρίζεται πως δεν πρόκειται ποτέ να κατορθώσει να φθάσει εκεί. Η εξήγηση που της δίνει όμως, είναι ακόμα πιο απόλυτη και δεν της αφήνει ελπίδες για να συνεχίσει προς τα εκεί το ταξίδι της.
Η Νάαδ, στεναχωριέται τόσο που αρχίζει να κλαίει. Γονατίζει κάτω και τα δάκρυά της πέφτουν επάνω στο χώμα. Σταγόνα με τη σταγόνα, σύντομα αρχίζει να τρέχει το νερό μέχρι τα πόδια του Θων. Εκείνος της ζητά τώρα να κοιτάξει προς τα πίσω. Η Νάαδ βλέπει πως πολύ μακριά πίσω της, βρίσκεται μια άλλη πόλη, θολή, σαν σε ομίχλη καλυμμένη. Ο Θων μόλις τώρα της λέει ποια είναι η αυτή η πόλη.
Εκείνη, τρομάζει ακόμα περισσότερο απ’ τα λόγια του. Γυρίζει ξανά μπροστά της και κοιτά τον ιππότη, ενώ τα δάκρυά της συνεχίζουν να τρέχουν ασταμάτητα. Τώρα έχει αρχίσει να σχηματίζεται ένα ρυάκι που σύντομα γίνεται το ποτάμι της μνήμης.
Ο Θων βοηθάει την Νάαδ να σηκωθεί και γλυκά, σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια της. Έπειτα της δείχνει στο ποτάμι μπροστά της: μέσα στο νερό, σαν να έβλεπες από ψηλά μια χώρα… υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί μέσα, ξεχασμένος από πάντα, σαν τα παραμύθια που ονειρευόταν τότε που ήταν μικρή. Χαμογελώντας, με μια ανέμελη βουτιά πέφτει μέσα στο ποτάμι κρατώντας σφιχτά από το χέρι τον σωτήρα της.
Μέσα εδώ, όλα είναι πολύ πιο όμορφα. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και τα σύννεφα χορεύουν αργά μεταξύ τους. Το χορτάρι στις πλαγιές των λόφων είναι συνέχεια πράσινο και τα δέντρα, ψηλά και αγέρωχα φαντάζουν τόσο ασφαλή έτσι ακίνητα. Το έδαφος δεν αλλάζει, αλλά γεμίζει με ηρεμία τη Νάαδ, με την σταθερότητά του. Ακόμα και ο ήλιος είναι υπέροχος, ένας λαμπρός ουράνιος δίσκος που χαϊδεύει τα πάντα.
Ο Θων κατευθύνεται μπροστά, στο λιβάδι, όπου κάτω από μια μεγάλη οξιά, τον περιμένει ένα κάτασπρο άλογο. Του μιλάει λίγο ενώ το χαϊδεύει και έπειτα ανεβαίνει επάνω του. Κάνει μια ήρεμη βόλτα προς την Νάαδ, όπου απλώνει το χέρι του και της δίνει μία μαργαρίτα. Τώρα, φεύγει για τον ουρανό, απομακρύνεται, έως ότου γίνεται ένα σύννεφο που χάνεται μακριά. Εκείνη κοιτά τον ουρανό για πολύ ακόμα, από ευγνωμοσύνη προς τον σωτήρα της, που την γλύτωσε από το χειρότερο μαρτύριο:
Η Νάαδ ήταν παγιδευμένη σε μια αστεία εποχή: το σήμερα, δηλαδή μέσα στη χώρα του καθεμέρα*. Είχε φτάσει εκεί, αφού έπεσε μέσα στο πηγάδι της λήθης.
Διότι ο καλός της ιππότης, ήξερε πολύ καλά πως η πόλη μπροστά της ήταν
η πόλη του αύριο
που είναι αδύνατο να φτάσει σήμερα. Το αναφέρει άλλωστε μία από τις γραφές του όλου**:
«Μόλις το αύριο, σήμερα γίνει,
τα πάντα όνομα να αλλάζουν, πρέπει.»
Η πόλη δηλαδή, αντίστοιχα, πρέπει να αλλάξει και αυτή όνομα, αλλιώς παραμένει η απόμακρη πόλη του αύριο. Η Νάαδ, ξέχασε να το κάνει και παγιδεύτηκε, σε μια χώρα που δεν έχει νόημα αλλά υπάρχει μόνο το κάθε μέρα. Ευτυχώς ο αγαπημένος της ιππότης, κατάφερε να της το θυμίσει και να την σώσει!
Έτσι, η Νάαδ έζησε καλά και ο Θων καλύτερα.
ΤΕΛΟΣ
* Η χώρα του καθεμέρα είναι η μόνη αστεία χώρα στο όλο. Εκεί βασιλεύει ο αυτοκράτορας μονότονος. Τον λένε έτσι, επειδή το κεφάλι του ζυγίζει μόνο ένα τόνο.
** Οι γραφές του όλου είναι επτά πανάρχαιες εντολές, που είναι γραμμένες επάνω στα σχοινιά του χρόνου τα οποία συγκρατούν το όλο ενωμένο. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν οτι οι γραφές είναι οκτώ, αφού πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένας αρχαίος πάπυρος που αναφέρει τη θέληση του όντος. Δυστυχώς όμως, καθώς τα σχοινιά είναι επτά, δεν μπόρεσαν να δώσουν μια λογική απάντηση σχετικά με το που είναι γραμμένη η όγδοη γραφή, οπότε δεν έχει αποδειχθεί αν όντος αυτή η γραφή της ανθρώπινης θέλησης επηρεάζει την συνοχή του όλου.
Ετικέτες: Διηγήματα, Μηνάς Ν. Μηλιαράς
