Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thouluaga. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thouluaga. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2008

Στο χώμα

o φίλος Thoulouaga ξαναχτυπά...







----------------------------------------------------------------------------------------------

Στο χώμα

Το πιστόλι εκπυρσοκρότησε και η σφαίρα έφυγε με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ο αέρας έκανε χώρο για να περάσει. Στην όψη της έβλεπες ξεκάθαρα το μίσος να τη διακρίνει.

Αυτό ίσως ήταν πού έκανε ακόμα και τον αέρα να φοβηθεί και να τραβηχτεί για να μην γίνει αποδέκτης του μίσους. Τίποτε δεν μπορούσε πλέον να τη σταματήσει.

Πλησίαζε όλο και περισσότερο στο στόχο της, που μάλλον δεν περίμενε επισκέψεις τέτοιου είδους. Η σφαίρα προσπάθησε να μπει όσο πιο βαθιά γίνεται και όταν σταμάτησε εντελώς η πορεία της, άνοιξε τα μάτια.

-«Βρε καλώς τηηην!» είπε το ραπανάκι που ήταν λίγα εκατοστά πιο πέρα.

-«Α304751 κι εσύ εδώ;» είπε μια άλλη σφαίρα που ήταν πιο δίπλα

-«Όχι ρε γαμώτο, στο χώμα βρήκε να με στείλει;» είπε η σφαίρα και η απογοήτευση είχε πάρει τη θέση του μίσους στην όψη της.

-«Γιατί; Μια χαρά είναι εδώ. Θα κάνουμε παρείτσα, θα κουτσομπολεύουμε, θα περάσουμε καλά. Εδώ ρε στο χώμα, ούτως η άλλως εδώ θα έρθουν όλοι! Χοχοχοχοχο!» είπε το ραπανάκι γελώντας καθώς ξεσκονιζόταν από το χώμα που του είχε πετάξει η σφαίρα.

-«Α304751 μη στεναχωριέσαι. Καλύτερα εδώ, παρά να εξοστρακιζόμαστε δεξιά και αριστερά λες και είμαστε ανεπιθύμητες»

-«Ρε Ε681794 εγώ είχα όνειρα για μένα. Ήθελα μια μέρα να γίνω σημαντική. Ήθελα όλος ο κόσμος να μιλάει για μένα.»

-«Α το ψώνιο!» είπε το ραπανάκι που άρχιζε να διασκεδάζει με τη παρέα που απέκτησε.

Το χώμα ατάραχο δεν συμμετείχε στη συζήτηση. Είχε ανοίξει την αγκαλιά του για να υποδεχτεί ότι ερχόταν σε αυτό και προσπαθούσε να προσφέρει ότι καλύτερο μπορούσε. Ο σκοπός του ηταν αυτός. Οχι οι συζητήσεις. Ήταν συνηθισμένο σε πολλές επισκέψεις και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να το κάνει να παρεκκλίνει από το σκοπό του. Η συγκεκριμένη περιοχή ήταν ένα χωράφι που το καλλιεργούσε ο μπάρμπα Μανώλης. Ένας συμπαθητικός γεράκος που για πολλά χρόνια είχε μια σχέση αγάπης με το χώμα - τη γη του - που και αυτό με τη σειρά του για να ανταποδώσει την αγάπη φρόντιζε και έδινε ζωή σε ότι του φύτευε.

Ο μπάρμπα Μανώλης πολλές φορές αντιμετώπιζε προβλήματα με τις καλλιέργειες μιας και λίγο πιο πέρα από το χωράφι του ήταν ένα πεδίο βολής και αρκετά βλήματα και σφαίρες πετυχαίνανε αυτά που είχε φυτέψει αντί για το στόχο.

-«Αντί να είμαι σε κανένα κεφάλι, αντί να διαλύσω κανένα αντικείμενο, αντί να είμαι πρώτο θέμα στις ειδήσεις, κάθομαι εδώ, άγνωστη μεταξύ αγνώστων.» είπε η σφαίρα εμφανώς εκνευρισμένη.

-«Εγώ πάντως είμαι ένα άγνωστο αλλά τίμιο ραπανάκι!»

-«Έχει δίκιο η Α304751. Αμα δεν προσφέρεις έντονες συγκινήσεις δεν λέει»

-«Που να ξέρει το ραπανάκι ρε Ε681794»

Τα βήματα του μπάρμπα Μανώλη διέκοψαν τη κουβέντα. Ήταν ο προγραμματισμένος έλεγχος στο χωράφι μιας και ήταν καιρός συγκομιδής και το ραπανάκι κοίταξε προς τα πάνω. Το βλέμμα του κατευθύνθηκε ξανά προς τις σφαίρες.

-«Πω πω..τι κομπλεξικές που είστε! Δεν σας αντέχω. Εδώ να μείνετε να σκουριάσετε! -

- Μπάρμπα Μανώλη έλα πάρε με. Έτοιμο είμαι. Πάρε με γιατί δεν τις αντέχω αυτές εδώ!»

Το χέρι του μπάρμπα Μανώλη χώθηκε βαθιά στο χώμα και με πολύ προσοχή τράβηξε το ραπανάκι προς τα πάνω. Οι σφαίρες κοίταξαν με παράπονο το χέρι του που ενδιαφερόταν για το ραπανάκι και όχι γι’ αυτές.

-«Χουιιιιιιιι! Είναι σουπερ εδώ!» ακούστηκε το ραπανάκι να φωνάζει αιωρούμενο στο χέρι του μπάρμπα Μανώλη.

-«Για μας θα ενδιαφερθεί ποτέ κανένας;»

-«Α304751 το πιο πιθανό είναι πως όχι. Ότι ήταν να κάνουμε το κάναμε»

-«Έτσι άδοξα ρε γαμώτο; Στο χώμα; Εσύ αυτό ήθελες Ε681794;»

-«Όχι. Είχα και γω όνειρα για μένα. Πίστεψε με. Αλλά καλύτερα έτσι παρά χειρότερα»

-«Πόσο χειρότερα; Υπάρχει χειρότερο από αυτό;»

Ένα απότομο φρενάρισμα τράβηξε τη προσοχή στη γαληνεμένη φύση. Ένα στρατιωτικό τζιπ, από αυτά που ανεβαίνουν συχνά στο πεδίο βολής, σταμάτησε και πετάχτηκε ένας φαντάρος τρέχοντας προς τα χωράφια. Οι σφαίρες νιώθανε να πλησιάζει προς αυτές.

-«Ε681794 λες να έρχεται για μας;»

-«Α304751 δεν αισθάνομαι τόσο τυχερή»

Τα ποδοβολητά του φαντάρου σταμάτησαν ακριβώς από πάνω τους και με τα χέρια του άνοιξε ένα λάκκο που σχεδόν είδαν τον ουρανό.

-«Επιτέλους! Αναγνωρίστηκε η αξία μου! Ήρθαν να με πάρουν» ειπε η Α304751 με την Ε681794 δίπλα της να δείχνει να μην το πιστεύει

-«Έλα φαντάρε εδώ είμαι. Σήκωσε με. Δεν θέλω να μείνω στιγμή στο χώμα. Εεεεεπ! Μη γυρνάς! Τι; Γιατί κατεβάζεις το παντελόνι; Ρε αυτός… αυτός μας φέρνει τον κώλο του! Ρε! Δεν το πιστεύω… Όχι ρεεεεεε!..»

Μια τεράστια κουράδα κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους. Ήταν αμείλικτη. Με αργές κινήσεις περικύκλωσε τα θύματα της, μια τακτική που θύμιζε φίδι και σιγά σιγά προσπαθούσε να τα εγκλωβίσει. Ένα βασανιστήριο αρκετά οδυνηρό αλλά απολύτως αποτελεσματικό αφού έκανε τη σφαίρα να μείνει αιώνια σιωπηλή. Εκεί στο χώμα…


Thouluaga

thoulouaga@gmail.com

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

MΕΡΑΝΥΧΤΑ

του φίλου thouluaga


Escher, Maurits Cornelis
Day and Night
1938

-----------------------------------------------------------------------------------

MΕΡΑΝΥΧΤΑ

Η νύχτα άναψε το φεγγάρι και με γρήγορες αλλά επιδέξιες κινήσεις άπλωσε το πέπλο της. Το σκοτάδι κάλυψε κάθε γωνιά του δρόμου και ένα περίεργο συναίσθημα έχει καταβάλει τους ανθρώπους. Ένα ψυχοπλάκωμα με τη συνοδεία ταχυπαλμίας και ρίγη ανατριχίλας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους έχει κυριεύσει. Σαν κάτι να έχει τσαντίσει τη νύχτα και να έβγαλε τον θυμό της στους ανθρώπους, που έχουν κλειστεί στα σπίτια τους αφού ο φόβος κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτος στον αέρα. Κάποια χαχανητά από τη παραλία έσκιζαν τον ιστό της σιωπής που είχε πλέξει η νύχτα και έδιναν μια ευχάριστη νότα στη μονοτονία της.

Ήταν μια παρέα από τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Κάθονταν γύρω από τη φωτιά με μπουκάλια αλκοόλ παραμάσχαλα και συζητούσαν με διάθεση ανέμελη.
-«Μα γιατί βρε Αγγελικούλα δεν θες να κάνουμε σεξ στη παραλία;»
-«Γιατί φοβάμαι ότι θα βγει κανένας αστακός και θα μου δαγκώσει τις σάλπιγγες! Ασε με ρε Γιώργο»
-«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»
-«Άσε που μπορεί να πεταχτεί και κανένας λούτσος από το πουθενά να σε βιάσει!»
-«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»
-«Γιωργάκη πάλι χυλόπιτα!»
-«Κώστα! Γράψε μια χυλόπιτα στον κύριο!»
-«Είμαι κομμάτια… Αγγελική έχεις στυλό;»
-«Και να είχα, θα τον έβλεπες?»
-«Χαχαχαχαχαχαχα!»
-«Πάντως κάτι έχει η σημερινή νύχτα….»
-«Πω πω είμαι κομμάτια Αμαλία που σπουδάζει ιατρική να μας πει τι έχει η νύχτα»
-«Τς τς τς! Εξυπνάδες …»

Όλα ξεκίνησαν γύρω στις έντεκα. Η μέρα με πολύ ανεβασμένη διάθεση σουλούπωνε το πρωινό σαν μαθητούδι που προετοιμάζεται για το πηγαιμό. Μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας βγήκε από το πρωινό αφού πέρναγε τόσο ωραία με τη μέρα και τώρα χρειαζόταν να φύγει. Ένα χάδι της όμως, σαν τρυφερή μητέρα, έφτανε για να μεταμορφώσει τη δυσαρέσκεια σε χαρά. Η πόρτα έκλεισε και η μέρα ξεκίνησε χαρωπή να κάνει τις ετοιμασίες να υποδεχτεί το μεσημέρι. Βάζει περισσότερο φως, καθαρίζει, ταχτοποιεί την εμφάνιση της και το μεσημέρι έφτασε!

-«Μου είπε η νύχτα να σου πω ότι θα έρθει πιο νωρίς σήμερα γιατί χθες έφυγες πιο αργά.»
-«Μπααα! Και γιατί έβαλε εσένα να μου το πεις και δεν μου το είπε η ίδια?»
-«Ήθελε να φτιάξει το μαλλί και να πλέξει το πέπλο της και δεν προλάβαινε»
-«Σκατά στα μούτρα της!»

Αυτό ήταν μια καλή αφορμή για να ζωγραφίσει μια ζοχάδα στην έκφραση της μέρας η οποία έσβηνε κομμάτι κομμάτι τη χαρά της. Τα νεύρα κυριαρχούσαν στην ατμόσφαιρα και το ένα πράγμα έφερε το άλλο. Το μεσημέρι δεν έβλεπε την ώρα για να φύγει και άρχισε να γκρινιάζει, η γκρίνια με τα νεύρα έγιναν σύμμαχοι και το απόγευμα να φωνάζει απ έξω…

«Ανοίχτε ρεεεε!»

Η μέρα μες τον πανικό, τα νεύρα και τη γκρίνια, φιλά βιαστικά στο μάγουλο το μεσημέρι και το πετά από την άλλη πόρτα. Ήταν σίγουρη ότι σαβουριάστηκε άσχημα, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ γιατί η γκρίνια του ήταν ανυπόφορη. Με βιαστικές και γεμάτες νεύρο κινήσεις υποδέχτηκε το απόγευμα με τη χαρά να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από πάνω της.

-«Άντε μια ώρα φωνάζω!» είπε το απόγευμα μπαίνοντας με στυλ ψευτόμαγκα, κρατώντας ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο.
-«Έλα πολλά λες. Τι είναι αυτό που κρατάς; Πάλι αλητείες έκανες;» είπε η μέρα και σχεδόν το έσπρωξε να το βάλει μέσα.
-«Νευράκια; Νευράκια;»
-«Ναι! Λογαριασμό θα σου δώσω;»
-«Πάλι με τη νύχτα τα χεις; Και αυτή μπουρινιασμένη ήταν μαζί σου. Μάλιστα έπινε κάτι σφηνάκια για να στα πει – λέει - σταράτα. Πω πω γουστάρω! Θα γίνει χαμός!» είπε το απόγευμα και η μέρα πάλι φόρτωσε.
-«Ας έρθει και τα λέμε! Θα τα ακούσει και απ’ τη καλή και απ’ την ανάποδη!»

Φαινόταν ολοκάθαρα ότι τα είχε πάρει άσχημα και οι αφροί που έβγαιναν από τα αυτιά της το επιβεβαίωναν με το παραπάνω. Ήθελε να πει πολλές βαριές κουβέντες, να ξεστομίσει λόγια που θα πόναγαν αλλά δεν το έκανε. Η ανατροφή της δεν το επέτρεπε αν και είχε φτάσει σε ένα σημείο οριακό. Μήπως ήταν η ώρα να πάει να γαμηθεί η ανατροφή της;

Φωνές διέκοψαν τον ειρμό των σκέψεων της και το απόγευμα φώναξε:
-«Ε ρε γλέντια που θα 'χουμε!»
Η νύχτα σε κατάσταση ημιμέθης, με την αποφασιστικότητα να τη διακρίνει ερχόταν να πάρει τη θέση της φωνάζοντας:
-«Ήρθα! Είμαι εδώ! Ώρα να ξεκαθαρίσουμε! Μη κρύβεσαι!»
Η αλήθεια είναι ότι και η νύχτα ήταν τόσο εκνευρισμένη όσο η μέρα. Όσο περισσότερο πλησίαζε τόσο πιο καθαρά διέκρινε κανείς - και σε αυτή - τους αφρούς στα αυτιά της και το απόγευμα να σκάει στα γέλια από την εμφάνιση που είχαν και οι δυο.
-«Χαχαχαχαχα! Ελπίζω να δούμε και κανένα μπουνίδι!» είπε και πηρέ θέση να απολαύσει το θέαμα.
Η μέρα παρ ότι δεν είχε προτάξει κάποιο χέρι, δεν κράδαινε κάποιο αντικείμενο, όμως έδειχνε έτοιμη για σκληρή μάχη, ενώ η νύχτα με πολύ θόρυβο έκανε δυναμική είσοδο και με την αποφασιστικότητα της να είναι στο μάξιμουμ φωνάζει
-«Ήρθα!»
-«Φεύγω!» είπε η μέρα, αρπάζει με γρήγορες κινήσεις το απόγευμα από το χέρι και αρχίζει να απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας.

Πριν προλάβει να αντιδράσει, η μέρα είχε εξαφανιστεί και εκατομμύρια ερωτηματικά απλώθηκαν στο χώρο. Σίγουρα η νύχτα πιάστηκε απροετοίμαστη αφού στεκόταν για αρκετή ώρα ακίνητη προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση για κάθε ερωτηματικό. Γιατί δεν έκατσε η μέρα να την αντιμετωπίσει; Γιατί δεν είπε κάτι; Γιατί έκανε αυτό που δεν περίμενε; Με το σφουγγάρι του μυαλού της έσβηνε ένα ένα τα ερωτηματικά, όμως ήταν τόσα πολλά που προκαλούσαν εκνευρισμό στην νύχτα και μέσα σε όλη τη μανούρα είχε και εκείνα τα χαχανητά της παραλίας που την ενοχλούσαν!

Με τα νεύρα τσατάλια τινάζει ξανά το πέπλο της με περισσότερη δύναμη αυτή τη φορά και τους στέλνει όλους από εκεί που ήρθαν.

Τώρα με περισσότερη ησυχία αλλά και λιγότερο χρόνο συνεχίζει το σβήσιμο των ερωτηματικών με την ίδια ένταση αν και ξέρει ότι δεν θα προλάβει να τα σβήσει όλα γιατί θα πρέπει να φύγει…

Thouluaga

thouluaga@gmail.com

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2008

Μια Βουτιά

Και εκεί που έχω πήξει με τα μοντάζ και τις κατασκευές, με παίρνει τηλέφωνο ο φίλος Thouluaga. "Σου έστειλα μια βουτιά". Αξιόλογη. Και εγώ με την σειρά μου σας την στέλνω.

Mηνάς
----------------------------------------------------------------------------------------

Μια Βουτιά
«-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! Είναι κρύο το νερό!» Φώναξε ο Μήτσος που προσπαθούσε να κολυμπήσει σαν κουτάβι σε παγωμένη θάλασσα.
Το νερό τον είχε βάλει μέσα στη κρύα αγκαλιά του και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει αλλά ο Μήτσος πάσχιζε εναγωνίως να βγει από αυτήν. Ήταν τόσο παγωμένο που άρχιζαν και μούδιαζαν τα πάντα πάνω του. Το στήθος και η μέση του είχαν παγώσει από τη πρώτη στιγμή και τώρα αρχίζει να μην αισθάνεται το δεξί του πόδι. Ο πανικός του χτυπάει τη πόρτα, ο τρόμος είναι έτοιμος να τον κατακτήσει, το λαμπάκι της αίσθησης κίνδυνου έχει ανάψει... Δεν είναι ότι δεν ξέρει κολύμπι. Είναι όμως τόσο παγωμένο το νερό που μπορεί να τον κάνει παγάκι στη στιγμή.
Προσπαθεί με τα δυό του χέρια και το ένα του πόδι να δώσει περισσότερη δύναμη ώστε να κολυμπήσει πιο γρήγορα για να βγει έξω. Μια κράμπα στο αριστερό του πόδι τον κάνει να σταματήσει το κολύμπι και να αρχίσει τα γαμωσταυρίδια για το κακό που τον βρήκε. Πριν συνέλθει από τη κράμπα πεισμώνει, το πρόσωπο του συνοφρυώνεται, σφίγγει τα δόντια και ξεκινά με τα δυο του χέρια πλέον για να συνεχίσει να κολυμπά. Δεν θέλει να πεθάνει εδώ. Και εκτός αυτού, η στεριά είναι κοντά.
«-Τόσο κοντά για να πνιγώ…» σκεφτηκε και έδωσε μια ταχύτητα παραπάνω στα χέρια του που ομολογούμενος έκαναν ότι μπορούσαν, αλλά είναι γνωστό πως μόνο με τα χέρια δεν μπορείς να κολυμπήσεις καλά.
Η υπερπροσπάθεια απέδωσε καρπούς και το δεξί του χέρι πάνω στο πλατσούρισμα βρήκε σε ένα βράχο. Χάνει τον ρυθμό και την όποια ισορροπία του. Πριν προλάβει να μπινελικώσει το βράχο, αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να πατήσει πλέον αφού το νερό ήταν περίπου στη μέση του. Η σκέψη ότι δεν θα πεθάνει σήμερα, ότι νίκησε τον Χάρο, ότι τελικά ίσως είναι και σκληροτράχηλος μαχητής σαν τον Τζον Ράμπο, τον έκανε να δει το αίμα στο χέρι του - από το βράχο - αλλά να μην δώσει σημασία. Στηρίζεται στα πόδια του, παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξεκινάει να βγει. Έλα όμως που τα πόδια του είναι παγωμένα και δεν μπορούν να κουνηθούν. Το μυαλό δίνει την εντολή, αυτά χαμπάρι…
Με τα δυο του χέρια προσπαθεί μέσα στο νερό να ζεστάνει τα πόδια του, τρίβοντας τα, ενώ ταυτόχρονα ξεπλένει τα αίματα. Με τα πολλά, άρχισε να κουτσοπερπατάει προς τα έξω και μόλις βγήκε εντελώς από το νερό ένα αίσθημα ανακούφισης τον γέμισε. Γλύτωσε από του Χάρου τα δόντια, δεν είναι λίγο. Πριν προλάβει να απόλαυσει αυτό το συναίσθημα άρχισε πάλι να τουρτουρίζει και να ψάχνει να βρει μια πετσέτα να σκουπιστεί.
Αφού τελικά κατάφερε να φέρει το σώμα του σε μια θερμοκρασία ανθρώπινη, γυρίζει δίπλα και λέει:
«-Πως με είδες μωρό μου; Σου είπα ο Μήτσος δεν κωλώνει. Ο Μήτσος δεν μασάει μία!»
«-Α! Βούτηξες;» ρωτάει μια δεσποινίς ετών 30 που κάθεται ανέμελα σε μια ξαπλώστρα πασαλειμμένη με τόνους αντηλιακό.
«-Δεν με ειδές να βουτάω από το βράχο εκεί ψηλά;» ρωτάει ο Μήτσος ενώ αρχίζει να αναρωτιέται αν πήγε να πεθάνει τσάμπα, αφού ότι έκανε το έκανε γι αυτήν.
Του είχε ζαλίσει το κεφάλι με έναν πρώην της που ήταν δεινός κολυμβητής και του άρεσε να βουτά από ψηλά χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μήτσος δεινός κολυμβητής δεν ήταν αλλά επειδή γούσταρε τρελά το μωρό ήθελε να της δείξει ποσό καλύτερος ήταν από αυτόν και έκανε κάτι περά από τα όρια του. Έβαλε το μωρό στο διπλοκάμπινο όχημα, γκάζωσε άσχημα στην εθνική και έφτασε σε μια ερημική παραλία που είχε πάει παλιότερα με κάτι φίλους. Όλα ήταν όπως έπρεπε. Δεν υπήρχε ψυχή, δεν χιόνιζε, δεν έβρεχε και ο βράχος που είχε στο μυαλό του ήταν ακόμα στη θέση του.
Σκαρφάλωσε δέκα μετρά ψηλά, Ιανουάριο μήνα με το θερμόμετρο να αγγίζει τους οκτώ βαθμούς και βούτηξε. Εντάξει δεν ήταν και ο ορισμός του ακραίου αλλά ο Μήτσος τα τελευταία πέντε χρόνια έκανε μπάνιο μόνο δεκαπενταύγουστο σε κοντινή παραλία με αμμουδιά και τη θάλασσα να βαθαίνει αφού βαρεθείς.
«-Διάβαζα το περιοδικό μου και δεν σε πρόσεξα. Ήσουν πάνω στο βράχο κανένα μισάωρο και βαρέθηκα να περιμένω μέχρι να βουτήξεις» είπε η δεσποινίς και συνέχισε να διαβάζει το περιοδικό της.
«-Έπρεπε να αυτοσυγκεντρωθώ» είπε ο Μήτσος προσπαθώντας να μεγεθύνει το κατόρθωμα του. «Έπρεπε να δαμάσω το μυαλό μου» - συνέχισε – «να αντιμετωπίσει τις πιο αντίξοες συνθήκες. Ξέρεις ποσό κρύο ήταν το νερό; Τουλάχιστον μείον δέκα βαθμούς…»
«-Τι μου λες;» είπε η δεσποινίς μάλλον αδιάφορα αφού συνέχισε να ξεφυλλίζει το περιοδικό μασώντας τσίχλα.
«-Βεεεεβαια! Λίγοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν τη μάχη της επιβίωσης» είπε ο Μήτσος και φούσκωσε τα στήθη του από περηφάνια.
Για την ακρίβεια ο Μήτσος ήταν γύρω στα σαρανταπέντε λεπτά πάνω στο βράχο προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι μετά από αυτό, όσο μαλάκια κι αν του φαινόταν, το μωρό θα τον ήθελε και θα ξεχνούσε τον πρώην. Ο φόβος του ήταν μεγάλος αλλά το κίνητρο του μεγαλύτερο με αποτέλεσμα να προσευχηθεί πρώτα σε όσους πίστευε ότι θα μπορούσαν να τον σώσουν σε ενδεχόμενο κακό και μετά έκλεισε τα μάτια και με φόρα πήδηξε στα καταγάλανα και παγωμένα νερά.
Ο Μήτσος έκανε την υπέρβαση και περίμενε να πάρει το βραβείο του. Ποιο βραβείο όμως; Η δεσποινίς ήταν εντελώς αδιάφορη γι αυτό του το τόλμημα. Ο Μήτσος μάτωσε, ο Μήτσος πάγωσε, ο Μήτσος έπαθε κράμπα, ο Μήτσος πήγε να πεθάνει και αυτή δεν συγκινήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Λίγα λεπτά σιωπής ακολούθησαν με τη θάλασσα να ακούγεται σαν να τον κοροϊδεύει ρυθμικά.
«-Ο Ράμπο μάλλον δεν θα τα κατάφερνε…» είπε τελικά προσπαθώντας να επαναφέρει το θέμα, να καυχηθεί και λίγο μπας και ανεβάσει την γοητεία του στα μάτια της.
«-Χαχαχαχαχαχαχα!» ξέσπασε σε δυνατά γέλια η δεσποινίς που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε αγέλαστη.
Αμήχανος ο Μήτσος τη παρακολουθεί να γελά με τη ψυχή της και καθώς τον έχει καταγοητεύσει το γέλιο της, η ομορφιά της, το κορμί της, διακρίνει ένα καθαρά ερωτικό βλέμμα στα μάτια της.
«-Ωπα! ΩπαΩπα!» Είπε από μέσα του. Tι βλέμμα είναι αυτό;
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον συλλογισμό του η δεσποινίς σηκώνεται και τον πλησιάζει. Μια ακτίνα ήλιου ακολουθεί το κορμί της που έχει απορροφήσει το αντηλιακό και κάθε βήμα που κάνει προς το Μήτσο είναι και ένα ταρακούνημα στη κάρδια του.
Τα χείλια της ακουμπούν τα δικά του και η μαγεία που νιώθει τον έχει παραλύσει και το μόνο που νιώθει είναι τα χείλια του που γεύονται το φιλί της.
«-Κάτι τέτοια μου λες και μου αρέσεις περισσότερο» είπε η δεσποινίς χαμογελώντας πονηρά.
Αυτό ήταν! Ο Μήτσος ένιωσε σαν να τον είχε ακουμπήσει με το μαγικό της ραβδάκι μια ονειρεμένη νεράιδα και τον είχε μεταμορφώσει. Τα μαγούλα του τραβήχτηκαν προς τα πίσω και σχηματίστηκε ένα τεράστιο χαμόγελο. Τα μάτια του λάμπουν από ενέργεια, τα αυτιά του πεταρίζουν από χαρά, το σώμα του φούσκωσε από δύναμη και ταυτόχρονα πήρε και δέκα πόντους μπόι σαν μπόνους.
«-Πάμε; Πείνασα…» είπε η δεσποινίς και ο Μήτσος χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισε να μαζεύει.
Η χαρά του ήταν έκδηλη. Με το ζόρι κρατιόταν και δεν έλεγε πολλά. Έριξε μια τελευταία ματιά, είδε ότι είχαν μαζέψει όλα τα πράγματα και καθώς πήγαινε προς το αμάξι φώναξε:
«-ΠΟΙΟΣ ΡΑΜΠΟ ΡΕΕΕ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ ΦΟΡ ΕΒΕΡ!»
Thouluaga

Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007

Απογείωση

Ενα σύντομο ευθυμογράφημα από τον φίλο Thoulouaga ...

Απογείωση

- Ρε συ,εισαι σιγουρος;

- Αφου σου λεω ναι! Θα απογειωθουμε! Πρεπει να φτασουμε σε ανωτατο επιπεδο…..

- Μηπως μας πιασει ιλιγγος εκει πανω; Χαχαχαχαχαχαχα

- Χαχαχαχαχαχαχα!

- Μπαμ και κατω;

- Μπαμ και κατω.

Η διαδικασια επεβαλε διακοπη συνομιλιας. Θες γιατι ηταν σχεδον τελειωμενοι; Θες γιατι υπηρχε ένα δεος για τη διαδικασια; Δεν εβγαλαν μιλια. Το μονο που ακουγοταν ηταν η τηλεοραση που ειχε φρεναρει το ξεφρενο ζαπινγκ σε ένα μουσικο καναλι που τραγουδαγε ο Πετρελης.

- Πω πω! Ηταν δυναμιτης…

- Αυτό είναι! Ξεκιναει η απογειωση! Μα ευτυχωωωως που υπαρχει ακομα Θεοοοοος….Αυτος είναι καλλιτεχνης! Ειναι και βαζελος.

- Πραγματικα απογειωθηκες!

Στιγμες χαμηλοφωνης αλλοφροσυνης ακολουθησαν με την υπερανθρωπη προσπαθεια να μην ενοχλησουν τους γειτονες - δειγμα ότι υπηρχε ακομα επαφη - αφου ο Πετρελης ειχε ανεβασει το κεφι στο δωματιο μεχρι το ταβανι. Οι χορευτικες φιγουρες, που ηταν αρκετα αστειες μιας και δεν ηξεραν να χορευουν, εδιναν και επερναν. Λιγο ακομα να διαρκουσε το τραγουδι θα πιστευαν ότι βρισκοντουσαν στα μπουζουκια. Τον Πετρελη τον διαδεχθηκαν διαφημισεις και ηταν μια καλη αφορμη και για τους δυο να καθησουν στον καναπε. Επρεπε να ξεκουραστουν μιας και η προσπαθεια του χορου, τους ειχε κανει κατακοπους. Τσιγαρο στο στομα και… ειχε ηδη ξεκινησει η απογειωση…

FASTEN YOUR SEAT BELTS!

Η φωνη γλυκια και αρκετα σεξουαλικη μας ενημερωνει να δεσουμε τις ζωνες.

- Λες να είναι χοντρη?

- Ποια?

- Αυτή που ειπε την ανακοινωση.

- Για να τη κρυβουνε πισω από τα μικροφωνα, μαλλον…

Η προσπαθεια να βρουνε που κλειδωνει η ζωνη δεν ηταν ευκολη. Με κινηση «βλεπω και μαθαινω» τα καταφερανε. Η αεροσυνοδος προσφερει πουρα και ουισκι.

- Δεσποινις! Ενα τασακι θα φερετε?

Το τασακι ερχεται μαζι με μια θεσπεσια παρουσια ντυμενη με τζιν παντελονι και ένα t shirt λευκο μεχρι τον οφαλο.

- Καλη σας διασκεδαση ειπε με παθιαρικη φωνη.

- Σε ευχαριστουμε. Αν θελεις κατσε εδώ διπλα,δεξια… διπλα απ το παραθυρο.

Ο κωλος της ηταν τοσο προκλητικος που σχεδον μιλαγε καθως τον κουνουσε.Αφου σταθηκε διπλα στο παραθυρο, ένα σμηνος πουλιων - μπαλλαρινοπουλια ητανε θαρρω - να κανουν γυμναστικες επιδειξεις κανοντας διαφορα σχεδια με τελειο σχηματισμο.

- Πω πω! Το ειδες?

- Ποιο?

- Τα σχεδια που κανουν τα πουλια.

- Όχι. Βλεπω ένα συννεφο που είναι ετοιμο να κατασπαραξει ένα κομματι ουρανου

- Πω πω….απιστευτα είναι εδώ πανω!

- Πουρο;

- Ναι. Είναι ότι πρεπει με το ουισκακι.

Πριν προλαβουν να φτυσουν το κατω κομματι του πουρου - ακριβως όπως το εχουν δει σε ταινιες - βλεπουν ένα αναπτηρα να αναβει, χωρις συνεχεια από πανω.Τα ματια τους ακολουθοντας πορεια αργη, κατεβηκαν προς τα κατω να δουν τη συνεχεια του αναπτηρα. Δαχτυλα… παλαμη… χερι… ωμος… τριγωνικο αυτι… μαγουλο φουσκομενο υπερβολικα… μελαμψο δερμα… πονηρο υφος… περιεργα χαρακτηριστικα.

- Τι ν τουτο?

- Παρτε κυριε αναπτηρα!

- Ωχ! Κατι μου θυμιζει αυτό.

Εντονα χρωματα ξεπροβαλλουν από παντου, μια γλυκια θολουρα πλυμμηριζει το χωρο αλλα κανενας δεν παραπονιεται.Ενα ζαρκαδι πεταγεται από το μονιτορ του μπροστινου καθισματος, βγαινει εξω από την οθονη και κουτουλαει τον τοιχο. Η αεροσυνοδος με στριγγλιες το πλησιαζει. Το ζαρκαδι εκει που ηταν αναισθητο κανει… χρααααααπ και σηκωνεται ορθιο και ξεσκονιζεται.

- Συγνωμη δεσποινις. Δεν υπολογισα σωστα, ειπε το ζαρκαδι.

Ο χωρος γυρω γυρω γεμισε πρασιναδα και κλαδια δεντρων απλωθηκαν παντου. Οι χιμπατζηδες συμμαχισαν με τα λιονταρια και κανονιζουν να τους την πεσουν. Ολοι στο χωρο αρχιζουν και τρομοκρατουνται.

- Θα μας τη πεσουν;

- Ξερω γω; Ελπιζω πως όχι. Τους βλεπω αγριεμενους όμως… τι θα κανουμε; Πως θα σωθουμε;

- Παρτε κυριε αναπτηρα, ακουστηκε μια γνωριμη φωνη.

Οι χιμπατζηδες ηρθαν από μπροστα και τα λιονταρια από πισω. Ο κλοιος ηταν ασφυκτικος, δεν θα αργουσε η μαχη…

- Πρεπει να βρουμε μια λυση.

- Παει μας φαγανε λαχανο!

- Παρτε κυριε αναπτηρα!

- Ρε παιδια, να το συζητησουμε ρε παιδια…

- Εμεις δεν…

- Παρτε κυριε αναπτηρα!

- Εμεις καλοι…

- Μα, να σας εξηγησουμε…

- Παρτε κυριε αναπτηρα!

- Δεν θελαμε να…

Ο ηχος του κινητου που χτυπουσε επανεφερε την ταξη. Τα ματια σαν να βγηκαν από τη γυαλα που εβλεπαν και απεκτησαν επαφη με την πραγματικοτητα. Η τηλεοραση παιζει τις γνωστες αηδιες, η ωρα προχωρημενη και ο αναπτηρας που τοση ωρα ψαχνουν είναι κατω από τα τσιγαρα…


Thouluaga