Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007

7 ημέρες με ψέματα είναι αρκετές. Σήμερα ξημερώνει η όγδοη ημέρα, μια ημέρα σαν όλες τις άλλες. Μια ημέρα που δεν μας επιφυλάσσει πλεκτάνες για την σωτηρία κόσμων, επισκέψεις σε συνειδήσεις θεών και ανθρώπων, μήτε τις απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής και της ύπαρξης. Μια ημέρα μακρινή από είδαμε ως τώρα, ανεξάρτητη από τον κόσμο που έπλασε ένας νέος συγγραφέας, μία ημέρα βρώμικη σαν τις σκέψεις των παπάδων και καθαρή σαν το νερό μιας εξωτικής πηγής, εν κατακλείδι…. Μια ημέρα αλήθειας μετά από 7 ημέρες ψέματα.



















ΗΜΕΡΑ ΟΓΔΟΗ
Καθώς το απόγιομα αλλάζει την παλιά του φορεσιά
Και ο καρκίνος των οστών σαστίζει
Στη διάρκεια της νύχτας
Οι αιώνες κυλούν και χάνονται.
Η θλίψη…
Πέρα από την άκρη του νήματος
Το απύθμενο κύτος της σιωπής μας κυματίζει
Πάνω
Από το βαθύ μπλε της θάλασσας
Πίσω
Από τις νοτισμένες αρμύρες
Τα γαλανά λαγούμια των φυλακισμένων
Και τις κοίτες των χειμάρρων
Οι πιθανότητες καραδοκούν
Παραδομένες
Στην απλότητα της τύχης
Σαν δροσερά κορίτσια διψασμένα για έρωτα
Μια μικρή, ανέμελη ένδειξη
Ενώ οι νότες χόρευαν και γέλαγαν με τη καρδιά τους
Κοιμήθηκε
Στις γρίλιες του νησιού

Το πρωί ήρθε στην ώρα του.
Έκανα ένα πολύ ανήσυχο ύπνο γεμάτο εφιάλτες που έμοιαζαν πραγματικότεροι από την ζωή. Δεν έκανα έρωτα με τη Λίνε χθες βράδυ. Άλλωστε δεν νιώθαμε την ανάγκη να αγγίξουμε ο ένας τον άλλον. Σήμερα την νιώθω απόμακρη, βυθισμένη σε σκέψεις κρυφές και μυστικά ανείπωτα. Φτιάξαμε καφέ.
Μου είπε πως είχε αποφασίσει να φύγει σήμερα με τον Στεφάν. Δεν της ζήτησα εξηγήσεις μα μήτε και εκείνη ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί. Συνεχίσαμε να πίνουμε αμίλητοι τον καφέ μας.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε, ετοίμασε τα λιγοστά της πράγματα, με φίλησε απαλά στο στόμα και πριν προλάβω να δω πως είχε βουρκώσει, έτρεξε στη σιδερένια πόρτα, την άνοιξε και χάθηκε για πάντα.
Ο καθρέπτης έδειχνε τον παλιό μου εαυτό. Αυτό που έχω συνηθίσει τα τελευταία 29 χρόνια. Δεν θυμόμουνα ούτε ίχνος από την γλώσσα του Έψιλον-Βοώτη και ο Κόμης Μοντεχρήστος έκοβε τις καθιερωμένες του βόλτες στο έρημο σπίτι. Το τηλέφωνο χτυπούσε. Μήπως όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο;
«Πως νιώθεις» ακούστηκε η φωνή του Στέργιου από την άλλη μεριά της γραμμής.
Δεν είχα όρεξη να μιλήσω σε κανένα, θα προτιμούσα να με αφήσουν να απολαύσω τη θλίψη μου.
«Έφυγε η μικρή;» επέμεινε
«Έφυγε» είπα ξεψυχισμένα
«Το ήξερα από χθες το βράδυ όμως δεν είπα τίποτα γιατί δεν ήσουν πια ο Χρήστος που ξέραμε, παλιόφιλε» ξεφώνισε ενθουσιασμένος. «Όχι –συνέχισε- είχες μετατραπεί σε κάτι άλλο. …. Όχι άσχημο μα διαφορετικό»
Μικρό κενό –μπορούσα να τον φαντασιώνομαι να χαμογελάει πονηρά.
«Γέρασες παλιόφιλε. Ψάχνουμε για το ήσυχο λιμανάκι να αράξουμε;» με ρώτησε συνωμοτικά. «Εγώ ξέρω τι θα σου φτιάξει το κέφι. Ένα ΠΑΡΤΙ, ένα παρτάκι παλιόφιλε θα σε φτιάξει καινούργιο» αναφώνησε χαρούμενος.
«Καλά -είπα ανόρεχτα- θα τα πούμε όμως το μεσημέρι, εντάξει;» του είπα για να τον ξεφορτωθώ.
«Εντάξει, παλιόφιλε, ότι πεις» είπε και μου έκλεισε το τηλέφωνο.
Πήρα το σημειωματάριο όπου αποθέτω τις σκέψεις μου και τράβηξα για το Θησείο. Ήμουν αποφασισμένος, ήταν μια ημέρα θλίψης και εννοούσα να την απολαύσω. Ο κόσμος συνωστίζονταν στην πλατεία όμως εγώ έβλεπα μονάχα το πρόσωπο της. Τα λόγια που ήθελα να της πω γίνονταν σκέψεις και έπειτα αράδες στο λευκό χαρτί. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να γεμίσω μία σελίδα όταν εμφανίστηκαν ο Τάκης με την Εύη.
Αυτό ήταν. Και να θες να αγιάσεις δεν σε αφήνουνε. Τι να κάνω, το πήρα στη πλάκα κι εγώ. Αρχίσαμε τις ατάκες και τα γέλια, έφαγα πολύ δούλεμα ώσπου αποφάσισα να αλλάξω θέμα και πέταξα την ιδέα του Στέργιου για Πάρτι. Είχε και ο Τάκης μια καταπληκτική πρόταση. Να κάνουμε λεει, αποκριάτικο πάρτι. Τι κι ήταν φθινόπωρο. «Καλά θα έχει πολύ φάση» συμφωνήσαμε. Λοιπόν, θα καλέσουμε αυτόν, θα καλέσουμε εκείνη, όχι αυτός –έχει φαει κόκκινη κάρτα-, αυτός εντάξει, αυτός όχι, αυτές όλες μέσα, βγάζαμε τη λίστα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να δώσω μία συμβουλή σε όσους σκέφτονται να κάνουν πάρτι. Να καλέσετε σχεδόν μόνο γυναίκες για να έχετε σχετική ισορροπία. Οι άντρες φέρνουν πάντα άντρες ενώ και οι γυναίκες έχουν τη τάση να φέρνουν άντρες, οι οποίοι το λένε με τη σειρά τους σε άλλους άντρες και οι οποίοι, φέρνουν και κανένα φίλο.

















Ένα αεροπλάνο απογειώνεται με προορισμό τη Γαλλία. Ένας άντρας παρακολουθεί χαρούμενος την απόσταση από τη γη να μεγαλώνει. Μια γυναίκα με διχασμένα συναισθήματα σφίγγεται στο μπράτσο του. Σε κάποιο δωμάτιο ενός μικρού ξενοδοχείου στη σκιά της Ακροπόλεως, μια άλλη γυναίκα αιωρείται απαγχονισμένη.






























Εκεί που πίναμε ανενδοίαστα τον καφέ μας, συνειδητοποίησα πως φτάσαμε ήδη σε ένα κρίσιμο μέρος της ιστορίας. Και επειδή κάθε ιστορία που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα γάμο ή έστω, ένα ερωτικό δράμα, κάτι έπρεπε να γίνει επειγόντως.
Άρχισα το ψηστήρι στον Τάκη και την Εύη. «Πότε;» μα το απόγευμα της ίδιας μέρας. Έπειτα το βιβλίο θα τελείωνε. Έξάλλου για το βράδυ είχαμε ήδη κανονίσει το πάρτι. Στην αρχή τσινήσανε λιγάκι -για το γαμώτο, να κρατάμε τα προσχήματα δηλαδή- αλλά μη νομίζετε ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα να τους πείσω. Η Εύη καιγόταν από καιρό ενώ και ο Τάκης ψημένος ήταν αλλά έπρεπε να κρατήσει χαρακτήρα για να μην πέσει ΤΟ δούλεμα. Αφού όμως του το πρότεινα εγώ ο ίδιος και με την πρόφαση να-μου-κάνει-τη-χάρη συμφώνησε. «Που;» «μα φυσικά στο δημαρχείο, δεν πιστεύω να θέλετε και εκκλησία; !!!!! μην τρελαθούμε κιόλας!!!….»
Είχα πολλά πράγματα να κάνω το μεσημέρι. Έπρεπε να καλέσω κόσμο για το Πάρτι, κόσμο για τον γάμο, να μεταφέρω τα έπιπλα στην αυλή, να ετοιμάσουμε το στερεοφωνικό και τον φωτισμό και άλλα πολλά. Άστα να πάνε.
Στο δρόμο είδα στο Εξώφυλλο της Ελευθεροτυπίας το σήμα της 17 Νοέμβρη και γεμάτος περιέργεια αγόρασα μια εφημερίδα. Κάποιους είχανε τινάξει στον αέρα πάλι. Θυμήθηκα ένα προηγούμενο χτύπημα της Οργάνωσης όταν καθάρισαν ένα καθίκι εφοπλιστή. Είχα αγοράσει και τότε εφημερίδα. Τα έσουρναν θυμάμαι χοντρά στη προκήρυξη για τον καθίκι, που άφησε τόσους άνεργους, που έφαγε τόσα από το δημόσιο, που ζητάει και άλλα από το αίμα του λαού, το ένα, το άλλο. Εν ολίγοις, τον έκαναν ρόμπα. Ρωτάνε λοιπόν οι δημοσιογράφοι την θυρωρό του κτιρίου που στεγαζόταν η επιχείρηση του καθικιού για τον εργοδότη της και λεει την εξής απίστευτη ατάκα: «Ήταν καλός άνθρωπος ο μακαρίτης. Πάντα με το χαμόγελο». Βέβαια, θα μου πεις, τι να πει και η γυναίκα; «Καλά του κάνανε του πούστη» όχι μόνο θα χάσει τη δουλειά της αλλά θα πέσουν μετά να τη φάνε ζωντανή τα κοράκια, οι χαφιέδες, οι δημοσιογράφοι.
Διάβαζα τον τίτλο της εφημερίδας ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ για τους εκτελεστές της 17 Νοέμβρη και με πιάσανε τα γέλια. Ακούς εκεί δολοφόνοι!!!!!! Αυτοί είναι οι αριστοκράτες των εκτελέσεων. Οι άνθρωποι έχουν πάρει μαθήματα τρομοκρατικής δεοντολογίας στη Πάντειο και κουβαλάνε μαζί τους το σαβουάρ βιβρ των καλών εκτελεστών. Έχετε ιδέα κύριοι από πρακτικές επαναστατικών οργανώσεων που διεξάγουν ένοπλο αγώνα; Τι μαζικές δολοφονίες αμάχων, τι ληστείες, τι απαγωγές, τι τι τι !!!! Οι δικοί μας είναι η ελίτ των επαναστατικών οργανώσεων ever.
Φαίνεται ότι αυτή τη φορά η οργάνωση κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στις παρακρατικές ομάδες που λυμαίνονται την εξουσία. Είχανε μυστικό δείπνο σε μία από τις αίθουσες της Αμερικάνικης πρεσβείας. Ήταν εκεί όλη η αφρόκρεμα του παρακράτους με αρχηγό τον αρχιτσάτσο τον πρέσβη. Θέλανε να οργανώσουν μια πολύ ισχυρή ομάδα πίεσης που θα ήλεγχε το παρακράτος και δεν θα άφηνε τη ΣΕΟΠ να προχωρήσει στις λίγες μεταρρυθμίσεις που μπορούσε. Ήταν όλοι εκεί (είχαν βγάλει και κονκάρδες –I was there- αλλά Γούντστοκ). Τι εφοπλιστές, τι μεγαλοβιομήχανοι, τι μεγαλοεκδότες, τι εκπρόσωποι των κομμάτων της ενωμένης αντιπολίτευσης. Φυσικά δεν ήταν μόνο δώδεκα. Αυτό τον τίτλο δώσαμε αργότερα κοροϊδευτικά εμείς. Μυστικός δείπνος….. Καλό ε; Πρόεδρος Δε σε αυτό το μπουρδέλο ήταν –ποιος άλλος- ο Αμερικάνος πρέσβης, που κατά τα άλλα ποτέ δεν ανακατεύεται στα εσωτερικά μίας ξένης χώρας.
Τώρα στη θέση της Αμερικάνικης πρεσβείας υπάρχει μία τεράστια τρύπα. Τους έκαναν σκόνη. Εύγε παλικάρια. ¨όχι πως θα γίνει κάτι τώρα, οι παρακρατικοί είναι σαν την λερναία ύδρα. Πάντως εύγε!!! Θα το γιορτάσουμε απόψε στο πάρτι σκεφτόμουν και βηματίζοντας βιαστικά προς το σπίτι.
Πήρα τηλέφωνο τον Στέργιο να του πω τα ευχάριστα και να του ζητήσω να έρθει να με βοηθήσει να φτιάξω το σπίτι. «Τι έγινε παλιόφιλε; Εντάξει, θα το κάνουμε το ΠΑΡΤΙ;» ρώτησε με ενθουσιασμό. «Θα γίνουν πολλά σήμερα –του είπα- πρώτα από όλα παντρεύεται ο Τάκης με την Εύη». Δεν έδειξε τόση έκπληξη όση θα περίμενα, μάλλον τον ενθουσίασε η ιδέα. «Θα μείνουμε μαζί;» ρώτησε. «Αυτό ήθελα να σου πω κολητέ, μάζεψε τα κι έλα».
Μετά από λίγο ο Στέργιος έκανε την εμφάνιση του κρατώντας τη μοναδική περιουσία του στον ώμο. Το βοήθησα να τακτοποιήσει τον καταψύκτη σε μία γωνία. Καθίσαμε.
«Παρατήρησες κάτι –είπε-. Χθες υποτίθεται ότι φτάσαμε σε μία ολοκλήρωση. Μάθαμε πως είμαστε μακρινοί απόγονοι των αρχαίων ελλήνων θεών και είδαμε πως η πραγματικότητα είναι εξαιρετικά ελαστική. Το σχέδιο που κατέστρωσαν πριν από 3 ή 4 χιλιάδες χρόνια οι Βοώτες ολοκληρώθηκε ή –αν θες- τέθηκε σε εφαρμογή, διότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα ολοκληρωθεί. Ένας πολλά υποσχόμενος έρωτας έσβησε. Κι όμως –κατέληξε- σήμερα νιώθω σαν να μην έχει συμβεί τίποτα από όλα αυτά ή σαν να είναι αναμνήσεις από κάποιο μακρινό παρελθόν, αδιάφορες πια και ίσως αστείες».
«Έχεις δίκιο –συμφώνησα- τι να είναι άραγε μια ιστορία και ποιος θα μπορούσε να οριοθετήσει το τέλος της. Γιατί η δικαίωση ενός έρωτα, ένα σημαντικό επίτευγμα η ακόμα και ο θάνατος της κυρίαρχης οπτικής θα μπορούσε να σημάνει το τέλος;. Σάμπως η γη δεν θα συνεχίσει να γυρίζει, οι άνθρωποι δεν θα συνεχίσουν να ζουν; Τι μπορεί άραγε να αλλάξει και αν αλλάξει ποια σημασία μπορεί να έχει; Ακόμα κι αν ο πλανήτης μας καταστραφεί ή αν χαθούμε σε ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα ποια μπορεί να είναι η σπουδαιότητα της θυσίας μας για το άπειρο σύμπαν ΝΤΡΟΝΓΚ» μονολόγησα αφηρημένος και σιώπησα για λίγο βυθισμένος σε σκέψεις. Γύρισε και με κοίταξε έκπληκτος και τότε συνειδητοποίησα τι είχα πει. Βάλαμε τα γέλια.
«Ίσως θα έπρεπε να γράψεις για όλα αυτά» μου είπε.
«Ναι, το σκέφτηκα και εγώ» απάντησα «ίσως κάποτε προσπαθήσω».
«Είναι και κάτι άλλο –συνέχισε εκείνος σαν να μην με άκουσε- μετά από τόσα βιβλία που έφαγα αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο –αν ανατρέξω στις εικόνες που κρατώ μέσα μου- είναι πως οι ερωτήσεις για το νόημα της ζωής γίνονται σχεδόν πάντα από ανθρώπους περασμένης ηλικίας. Οι νέοι δεν χρειάζεται να σκέφτονται αυτές τις ερωτήσεις. Είναι σαν τα ψάρια. Δεν σκέφτονται διότι ξέρουν τα πάντα. Έτσι και οι νέοι, δεν σκέφτονται το νόημα της ζωής διότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της. Μήπως γερνάμε παλιόφιλε;» είπε και μου έκλεισε το μάτι. Γελάσαμε ξανά.
«Έτσι είναι η ζωή –συγκατένευσα-. Και μια και φτάσαμε στις εξομολογήσεις είναι και κάτι ακόμα που θέλω να σου πω. Χωρίς παρεξήγηση έτσι» του είπα και αυτός τήρησε στάση αναμονής.
«Φτιάχνεις απαίσιο καφέ» δήλωσα σοβαρά.
«Το ξέρω» απάντησε ο Στέργιος και ξεσπάσαμε σε γέλια δυνατά, μέχρι που μας ήρθαν δάκρυα στα μάτια.




















Με κούφανε η μάνα μου. Πήρε τηλέφωνο και είπε ότι το σπίτι είναι κληρονομιά της αδελφής μου και καλά θα κάνω να τα μαζεύω για να μείνω στο κάτω σπίτι. Βλέπετε η μονοκατοικία μας έχει δύο σπίτια. Το σπίτι που έμενε παλιά η οικογένεια μου –στο οποίο έμενα έπειτα εγώ- και το σπίτι που έμεναν οι μητρογραμμικοί μου πρόγονοι –και στο οποίο μέχρι τώρα κατοικούσε η αδελφή μου. Η μάνα μου λοιπόν, ακολουθώντας μια ανόητη μικρασιάτικη παράδοση έγραψε το πάνω σπίτι στην αδελφή μου και εγώ έπρεπε να μετακινηθώ στο κάτω. Πάντως δεν έκατσε και άσχημα η φάση διότι πριν μετακομίσουμε μπορούσαμε να το εγκαινιάσουμε με ένα πάρτι. Χεχε
Μεταφέραμε το έπιπλο για τα στερεοφωνικά, τα καφάσια για τα ηχεία και το μπαράκι, τα στήσαμε σε χρόνο ρεκόρ και ήμασταν έτοιμοι. Το κάτω σπίτι βέβαια δεν είναι τόσο μεγάλο όσο το πάνω αλλά είχε και πλεονεκτήματα. Είναι πιο μαζεμένο και έχει δεύτερη εξωτερική τουαλέτα. Φέραμε και τους δίσκους, συνδέσαμε τα στερεοφωνικά, βάλαμε και τα φώτα και το μόνο που είχε πια απομείνει να κάνουμε ήταν να καλέσουμε τον κόσμο για τα δύο σημαντικά γεγονότα εκείνης της νύχτας. Εντωμεταξύ, ο Κόμης Μοντεχρήστος έδειξε να ανησυχεί έντονα από τις μετακινήσεις των επίπλων και λούφαξε πίσω από την κουζίνα.
Πήρα το πολύτιμο μπλοκάκι μου και ιδού η λίστα:
Αρχίσαμε τα τηλέφωνα.
Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το πάρτι σε κανονικές συνθήκες δεν είναι μια διαδικασία που κρατάει μία νύχτα αλλά περίπου 2 εβδομάδες. Παίρνεις τηλέφωνα κλείνεις ραντεβού για καφέ με άτομα που έχεις να τα δεις από το προηγούμενο πάρτι, μαθαίνεις νέα, κουτσομπολιά, μια ολόκληρη ιστορία.
Έπειτα γίνεται το πάρτι.
Την επόμενη μέρα μαζευόμαστε για να καθαρίσουμε το σπίτι –αν είμαστε τυχεροί πάνω από δύο άτομα- και ξεκινάει η εβδομάδα που συζητιέται το τι έγινε στο πάρτι. Αν το πάρτι είναι καλό μπορεί να συζητιέται για πολύ περισσότερο χρόνο.
Βέβαια, αυτή τη φορά δεν είχαμε και πολύ χρόνο στη διάθεση μας καθώς ολόκληρο το βιβλίο τελειώνει σε μία εβδομάδα και καταχρηστικά παρατείνεται για μία ακόμη μέρα. Τα τηλέφωνα που κανονικά θα γίνονταν σε μία εβδομάδα έπρεπε να γίνουν όλα σήμερα και μάλιστα έπρεπε να ενημερώνουμε τα παιδιά για τον επικείμενο γάμο. Πάντως είμαι υπερήφανος που χώρεσα δύο πάρτι μέσα σε οκτώ ημέρες.
Όταν παίρνεις τηλέφωνο για να καλέσεις κόσμο σε πάρτι ακούς διάφορα. Το πιο ξενέρωτο που μπορούν να σου πουν είναι: «πάλι, πάρτι, !!!! καλά δεν έχετε άλλη δουλειά να κάνετε;». Φυσικά λένε και διάφορες άλλες σαχλαμάρες όπως: «για ποιο λόγο γίνεται;» –λες και χρειάζεσαι λόγο για να κάνεις πάρτι ή ακόμα «ποιος το κάνει;», «θα έχει κόσμο;» και διάφορες ανοησίες που με φέρνουν ένα βήμα από το εγκεφαλικό. Το να μην έρθει κάποιος σε πάρτι εγώ προσωπικά το θεωρώ τρομερή ανοησία αλλά είναι οπωσδήποτε πιθανό. Αν για παράδειγμα έχει κανονίσει εκδρομή χωρίς να το ξέρει ή αν κάτι σοβαρό του συμβαίνει, αν έχει γκόμενα/ο και θέλει να έρθει οπωσδήποτε και αυτός/η, αν πεθαίνει από ώρα σε ώρα και τέλος πάντων αν έχει ένα πολύ σοβαρό λόγο εντάξει. Αυτό το καταλαβαίνω. Αν πάλι έχει κανονίσει να πάει σε άλλο πάρτι το πρόβλημα λύνεται διότι του λεω «πάρε το άλλο πάρτι και έλα». Όμως αν λείψει αδικαιολόγητα του βάζουμε απουσία. Στις δύο ή τρεις απουσίες του βγάζουμε κόκκινη κάρτα. Αν πάλι λείψει δικαιολογημένα κάποιες φορές τρωει κίτρινη κάρτα και αν συνεχίσει στο ίδιο τροπάρι τότε αποβάλλεται. Κόκκινη κάρτα τρωει και όποιος ενοχλεί τον υπόλοιπο κόσμο με την παρουσία του, εκτός βέβαια από εμένα που μπορεί να είμαι μερικές φορές ενοχλητικός, αλλά το πάρτι γίνεται σπίτι μου και έτσι αναγκάζονται να με τρωνε στη μάπα.
Σε αντιδιαστολή, η πιο καλή ατάκα που μπορείς να ακούσεις στο τηλέφωνο είναι: «Επιτέλους !!! Το Σάββατο έτσι;» Το καλό πάρτι άνιμαλ πρέπει να ξέρει τις λεπτομέρειες, τη διεύθυνση, ρεφενέ, την ώρα, ότι μπορεί να έρθει με ότι παρέα θέλει, ότι θα περάσουμε γαμάτα και ότι αποκλείεται να χάσει αυτό το πάρτι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμα και τα πάρτι άνιμαλ αιφνιδιάστηκαν. Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή και καθώς δεν είχαμε πολύ χρόνο μέχρι το γάμο, έπρεπε να απαντηθούν χωρίς περιττές λεπτομέρειες. «ΤΙ, ΓΑΜΟΣ;;;;;!!!!!», «ΤΙ; !!!!!! ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ;» , «Τι;;;!!! ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΣΠΙΤΙ ::::!!!!!!» ρωτούσαν και εμείς αναγκαζόμαστε να απαντούμε τηλεγραφικά: «Γάμος ναι, ο Τάκης με την Εύη, στο δημαρχείο…. Ναι στις επτά» και «Αποκριάτικο πάρτι ναι…. Κανονίστε να ντυθείτε έτσι…. Ναι ναι, στο κάτω σπίτι, είπαμε».











Πανικός, κόντεψε να έρθει η ώρα του γάμου και εμείς δεν είχαμε κάνει ούτε ένα ντουζάκι. «Ουφ, τελειώσαμε» είπα του Στέργιου και κατέβασα το ακουστικό από το τελευταίο όνομα στη λίστα. Θα ήταν και αυτός μούσκεμα στον ιδρώτα αλλά οι αστακοί δεν ιδρώνουν και έτσι με κοιτούσε ψύχραιμα με ένα χαμόγελο ενδόμυχης ικανοποίησης.





























Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό. Με δυσκολία το πλάσμα διέσχισε τα τελευταία μέτρα που το χώριζαν από την κορυφή. Έκανε κρύο ανάμικτο με υπομονή τριάντα αιώνων. Το πλάσμα κάθισε για λίγο να ξαποστάσει.
Ο ήλιος έδυσε. Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και το πλάσμα εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο ζωής.




























Τι πλάκα ήταν και αυτή !!!!!!
Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Με κάποιο μαγικό τρόπο καταφέραμε να φτάσουμε στην ώρα μας. «Μην τρέχεις» μου έλεγε ο Στέργιος. «ΤΙ λες ρε μαλάκα, θα χάσουμε το γάμο» διαμαρτυρόμουνα. «Μην τρέχεις, θα είμαστε οι πρώτοι» επέμενε. Τελικά πέρασε το δικό μου και φτάσαμε –ως συνήθως- πρώτοι και καταϊδρωμένοι. Με κοίταξε με ύφος: στα-λεγα-εγώ-μαλάκα και φυσικά είχε δίκιο. Πήραμε κάτι μπυρίτσες –εννοείται Άμστελ- και καθίσαμε στα σκαλιά του δημαρχείου.
Σιγά σιγά άρχισαν να καταφθάνουν οι προσκεκλημένοι. Χαιρετούρες, χαβαλές μπυρίτσα και άραγμα στα σκαλοπάτια. Μόνο γάμο δεν προμήνυε η συγκέντρωση μας. Όλα τα ρεμάλια, χύμα στα σκαλοπάτια να πίνουν ξύδια και να γελάνε δυνατά. Οι περαστικοί μας κοιτάζανε καλά καλά και αποχωρούσανε κουνώντας τα κεφάλια τους. Επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Για τον επικείμενο γάμο αλλά κυρίως για το πάρτι που θα ακολουθούσε.
Το KLR του Τάκη έφτασε στο δημαρχείο μέσα σε χειροκροτήματα. Γενική ευθυμία και ζητωκραυγές. Ο Τάκης και η Εύη είχανε ντυθεί λες και πηγαίνανε σε γάμο. Μέχρι γραβάτα φορούσε το άτομο. Η Εύη, με το κλασικό, απείρου βάθους ντεκολτέ –αμάν ρε Εύη, άμα είναι βγάλτα έξω να βλέπουμε τουλάχιστον τι χάνουμε.
Είχαμε μια ψιλοδιαφωνία με τον κλητήρα διότι δεν μας άφηνε να μπούμε όλοι μέσα και τελικά συμφωνήσαμε να μπουν μόνο δύο από εμάς ως μάρτυρες. Μέχρι να ολοκληρωθεί η τελετή όσοι κάθονταν απέξω είχαν γίνει λιώμα και μόλις βγήκαμε αρχίσανε τα ποδοσφαιρικά συνθήματα: «Και τώρα, μπορείτε, να πα να γαμευθείτε» έλεγαν. Τι χειροκροτήματα, τι ιαχές, σφυρίγματα, χαμός. Το ευτυχές ζεύγος ανέβηκε στη μηχανή και έφυγε. Οι υπόλοιποι τραγουδήσαμε κάνα δύο τραγουδάκια για-το-γαμώτο και αφού ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το βράδυ, σκορπιστήκαμε σε μεγάλες παρέες προς τα σπίτια μας.
Είχα παραξενευτεί λιγάκι με τη συμπεριφορά του Στέργιου. Περπατούσε σφυρίζοντας αδιάφορα και δεν έδειχνε να ενοχλείται στο παραμικρό για τον γάμο του κολητού του. Το αντίθετο θα έλεγα. Βέβαια το τελευταίο διάστημα είχαμε δεθεί εμείς οι δύο, με τις κοινές μας περιπέτειες και ίσως, είχα σε κάποιο βαθμό αναπληρώσει τον Τάκη. Το σίγουρο ήταν ότι –και να ήθελε- τώρα πια δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Αφού όμως ήταν ευχαριστημένος από αυτή την εξέλιξη (όπως φαινόταν) τότε δεν-έτρεχε-τίποτα. Εγώ πάλι γούσταρα να μείνουμε μαζί, αφού με τον Στέργιο στο σπίτι ήταν μάλλον απίθανο να βαρεθώ. Τώρα μάλιστα που δεν θα ξαναέφτιαχνε καφέ ήταν σχεδόν ακίνδυνος.
Από την άλλη σκεφτόμουν ότι αυτή η αλυσίδα των γεγονότων που ξεκίνησε από τον καυγά του Τάκη με τον Στέργιο ή ακόμα και πιο πριν, όταν ο Τάκης γνώρισε την Εύη, οδήγησε –μέσα από μια αλυσίδα γεγονότων- στη σημερινή εξέλιξη. Πόσο διαφορετική θα ήταν άραγε η εβδομάδα που πέρασε αν ο Τάκης δεν γνώριζε την Εύη. Τότε δεν θα είχε μαλώσει με τον Στέργιο, ο Στέργιος δεν θα έφευγε από το σπίτι, δεν θα γινόταν σχεδόν ανθρώπινος, δεν θα έπιανε δουλειά στο καράβι, και εγώ τώρα μπορεί να ήμουνα κομματάκια σε καμιά χωματερή. «Πως θα εξελισσόταν αυτή η ιστορία;» αναρωτιόμουν.




























Το σπίτι ήταν έτοιμο. Δεν είχαμε τίποτα να κάνουμε και έτσι πήγαμε μία βόλτα ως τον Σκλαβενίτη να αγοράσουμε μερικά ποτά, πολλά αναψυκτικά, πλαστικά ποτηράκια και άλλα μπινελίκια χρήσιμα στο ΠΑΡΤΙ. Όταν γυρίσαμε θυμηθήκαμε ότι έπρεπε να ντυθούμε και μιας έπιασε πανικός. Ανοίξαμε ντουλάπες, ντιβανοκασέλες, κομοδίνα μπας και μας φανεί χρήσιμη κάποια από τις παλιατζούρες που φυλάει επιμελώς η μάνα μου στα πιο απίθανα μέρη.
΄Όταν κτύπησε το τηλέφωνο δεν ήμουν σε θέση να αντιμετωπίσω ψύχραιμα αυτά που μου είπε ο Τάκης στο τηλέφωνο. Ήταν τρελαμένος και ισχυριζόταν ότι η Εύη ήταν στο νοσοκομείο και πως από ώρα σε ώρα, θα του χάριζε τον πρώτο διάδοχο. «Έλα-μουνί-στο-τόπο-σου-και-πούτσο-μη-γυρεύεις» είπα μόλις συνειδητοποίησα τι μου έλεγε. «Άκουσες ρε μαλάκα;» ρώτησα τον Στέργιο. «Άκουσον άκουσον» αναφώνησε εκείνος ενθουσιασμένος. Γυρνάω στον Τάκη «Σοβαρά ρε θηρίο; !!! Καλά…. Πως;!!! Σήμερα παντρευτήκατε και προλάβατε να μείνει έγκυος;. Και σα να μην φτάνει αυτό, θα γεννήσει κιόλας;;!!!».
«Ε, να» μου λέει «ήθελε να γεννήσει σε αυτό το βιβλίο διότι ποιος ξέρει αν θα είμαστε στο επόμενο».
«Έχεις δίκιο» συμφώνησα «αυτό δεν το είχα σκεφτεί». «Λοιπόν εντάξει, έχουμε λίγη ώρα, προλαβαίνουμε να έρθουμε από το νοσοκομείο να σας δούμε, ίσως μας δανείσουν και καμία ιατρική φόρμα να ντυθούμε για το πάρτι» είπα και κλείσαμε το τηλέφωνο. «Πάμε;» ρώτησα τον Στέργιο.
Πήραμε ένα ταξί που μας άφησε έξω από το «μητέρα». Σε όλη τη διαδρομή ο Στέργιος τραγούδαγε παράφωνα.
«Α ρε μεγάλε Τάκη» του έδωσα το χέρι μου μόλις τον είδα. Είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά και η μύτη του είχε προσγειωθεί στο πάνω χείλος, σαν διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της σελήνης. «Μπράβο κολητέ» είπε και ο Στέργιος και τον αγκάλιασε με τις χερούκλες του. «Χμμμμ, και πως θα το βγάλετε το σκυλάκι σας;» πέταξα στα αστεία και γελάσαμε περισσότερο από το άγχος παρά από εύθυμη διάθεση. «Τι γίνεται κοντεύει;» ρώτησα τον Τάκη που φαινόταν πολύ ανήσυχος. Τα-είχε-δει-όλα ο φουκαράς αλλά τι να κάνεις, έτσι είναι αυτά τα πράγματα.
Μια χαμογελαστή νοσοκόμα με κάτι στην αγκαλιά της έκανε την εμφάνιση της από το βάθος του διαδρόμου. «Καλό σημάδι» σκεφτήκαμε όλοι ταυτόχρονα. «Να σας ζήσει, να σας ζήσει» είπε από μακριά, προφανώς περιμένοντας τον Τάκη να πέσει τίποτα «ψιλά» για το «καλό». Πλησιάζει λοιπόν η νοσοκόμα με το φασκιωμένο μωρό, προχωράμε κι εμείς προς το μέρος της –ο Τάκης ανακουφισμένος, ο Στέργιος στο τσακίρ του κεφιού και εγώ απλά περίεργος. Τι να δω!!!!!! Ένας μικρός, ανθρωπόμορφος αστακός μας κουνούσε χαρούμενος τις κεραίες του, ένας μικρός τερατόμορφος αστακός, όπως έλεγε αργότερα ο Στέργιος. «Ε, όχι ρε πούστη!!!!!» πρόλαβα να πω πριν λιγοθυμήσω.
Με συνεφέρανε με σκαμπίλια. Ευτυχώς είχαν πάρει το μικρό τερατάκι και δεν διέτρεχα άμεσο κίνδυνο να ξανατεζάρω. «ΤΙ έπαθες ρε μαλάκα; είσαι καλά;» ρωτούσες ανήσυχος ο Τάκης. Κοίταξα τον Στέργιο που είχε σκύψει δήθεν τρομαγμένος πάνω μου αλλά μόλις δεν τον έβλεπε ο Τάκης μου έκανε αστείες γκριμάτσες. Ήταν κατενθουσιασμένος ο πούστης.
«Καλά είμαι ρε Τάκη, αλλά πρέπει να φύγουμε» είπα και σηκώθηκα απότομα.
«Δεν πρόλαβες να δεις το παιδί, θες να πάμε μέσα» επέμεινε ο Τάκης και κατάλαβα ότι μόνο εγώ και αυτός ο πούστης ο αστακός μπορούσαμε να δούμε την αληθινή μορφή του παιδιού.
«Όχι, όχι, δεν προλαβαίνουμε, πρέπει να γυρίσουμε σύντομα σπίτι» είπα ψέματα, αν και όντως έπρεπε να φύγουμε σύντομα αν θέλαμε να βρούμε κάτι αποκριάτικο στην σαβούρα της μάνας μου. Τράβηξα τον Στέργιο, σχεδόν σπρώχνοντας τον, προς την έξοδο.
«Ρε πούστη» του είπα μόλις μείναμε μόνοι «δεν έχεις τον θεό σου».
«Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται πάντα κρύο» αναφώνησε καταχαρούμενος και σταμάτησε ένα ταξί.



















Δεν ξέραμε τι να ντυθούμε. Ο Στέργιος είχε άλλη μια φαεινή ιδέα που όμως με βρήκε κάθετα αντίθετο. Να ντυνόμασταν λεει ο ένας τον άλλο. Δηλαδή εγώ να είμαι αυτός και αυτός να είναι εγώ. Και δεν εννοούσε βέβαια εξωτερική αλλαγή. Δεν ήξερα που το πήγαινε και θεώρησα καλό να προφυλάξω τον κώλο μου. Με την παλαβομάρα που τον δέρνει όλα ήταν πιθανά.
Τελικά ντυθήκαμε –τι άλλο;- κωλόχαρτα, βάλαμε στην τηλεόραση μια ελληνική ταινία για να χαλαρώσουμε, γεμίσαμε δύο νεροπότηρα βότκα-πορτοκάλι και καθίσαμε κοντά στο έπιπλο του DJ.
«Και δεν μου λες τώρα;» άρχισα τη κουβέντα «μετά από το τελευταίο σου κατόρθωμα τι συμπέρασμα περιμένεις να βγάλω, πως όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες;» ρώτησα αγανακτισμένος.
Με κοίταξε παιχνιδιάρικα «Μπορεί όλες οι γυναίκες να μην είναι πουτάνες, αλλά το σίγουρο είναι ότι όλες οι πουτάνες είναι γυναίκες». Μετά από αυτό το βούλωσα.
Γύρω στις 12 παρά, άρχισαν να καταφθάνουν τα παιδιά με πρώτους των Αλέξανδρο και την Αναστασία. Μας βοήθησαν να μεταφέρουμε πάνω την τηλεόραση και τις καρέκλες. Σε λίγο κατέφθασαν και ο Κώστας (ντυμένος βάτραχος μεταμορφωμένος σε πρίγκιπα), ο Νίκος (ντυμένος πασπαρτού), η Δήμητρα (ιστιοπλοϊκό –απλά είχε προς τα πάνω τη μύτη της), ο Μιχάλης (φαντάρος), ο Τάκης (θήραμα και η Πόλυ –η κοπελιά του τότε- κυνηγός), ο Μάκης σείχης και πολλοί άλλοι.
«Να σου πω» ρώτησα τον αστακό, « έχεις τίποτα τελευταία διάσημα λόγια;»
«Όχι» απάντησε.
Κλείσαμε τα φώτα, Έβαλα mansun στο πλατό, δυνάμωσα το ήχο και το πάρτι άρχισε.















«Δεν μου λες….. Μπορώ να βγάλω τώρα τη στολή του αστακού;» με ρώτησε ζοχαδιασμένος ο Τάκης.

ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ
Φοβάμαι πως είμαι κάτι διαφορετικό
Όμως δεν θέλω να το σκέπτομαι
Φοβάμαι
γιατί θέλω να ζήσω και να πεθάνω
με τον τρόπο που ζω και πεθαίνω την κάθε ημέρα.

Κάποια στιγμή –και λίγο καθυστερημένα- ήρθε το πρωί. Η ημέρα των κρίσιμων απαντήσεων είχε φτάσει. Τότε βέβαια εμείς δεν το ξέραμε, αλλά ο ήλιος που έκανε ντροπαλά την εμφάνιση του ίσως γνώριζε. Το φεγγάρι που άργησε να χαθεί ίσως ήξερε. Τα νεκρά άστρα στον ουρανό μας είxαν αφήσει τα σημάδια τους. Μα εμείς δεν σηκώσαμε ψηλά τα μάτια για να δούμε.
Μας ξύπνησε το τηλέφωνο. Νύσταζα τρομερά, δεν είχαμε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Παρόλα αυτά, το σήκωσα. Ήταν η Έφη. “Κανόνισε με τον Στέργιο” της είπα και καθάρισα, εξασφαλίζοντας μας μισή ώρα πολύτιμου ύπνου. Το επόμενο τηλεφώνημα μας ανάγκασε να σηκωθούμε. “Κανόνισα να συναντηθούμε στο σπίτι σου, το απόγευμα με την δύση του ηλίου” μου είπε ο Στέργιος ενώ ο Κόμης Μοντεχρήστος άρχισε τις καθιερωμένες του πρωινές βόλτες. Κανονίσαμε να έρθουν για καφέ –είχε προσκαλέσει και τον Στεφάν- σε λίγη ώρα, έτσι είχαμε λίγο χρόνο με την Λίνε στον οποίο εκμεταλλευτήκαμε δεόντως τις πρωινές μας καύλες. Έπειτα σηκωθήκαμε, πλυθήκαμε και φτιάξαμε καφέ.
Σε λίγο έσκασε μύτη ο Στεφάν και αρκετά αργότερα ο Στέργιος. Έφτιαξα ένα Γαλλικό για τον βρωμερό μας φίλο και άφησα τον Στέργιο να φτιάξει μόνος του τον καραβίσιο καφέ του. Δεν ήταν στα αλήθεια πρωί, εκείνη την ώρα, απλά ήταν η ώρα που ξυπνήσαμε.
Είχε έρθει ή στιγμή να βάλουμε σε εφαρμογή το σχέδιο που καταστρώσαμε την προηγούμενη νύχτα. Έμπασα την Λίνε στο δωμάτιο, μεταφέραμε καφέδες, τσιγάρα και ότι άλλο ήταν δυνατόν να βραχεί –ο Στεφάν μας παρακολουθούσε παραξενεμένος-, φέραμε ένα κομμάτι γερό σκοινί και πριν προλάβει να αντιδράσει τον δέσαμε στο μεγάλο χαλασμένο ψυγείο που Είχα βγάλει στην αυλή. Του ζητήσαμε προκαταβολικά συγγνώμη –ο κακομοίρης, μας κοιτούσε έντρομος- , άρπαξα την μάνικα και ο Στέργιος ξεκίνησε το νερό. ΄χρησιμοποιώντας τις δαγκάνες του με αριστοτεχνική δεξιοτεχνία του ξέσκισε τα γελοία ρούχα. Παρατηρήσαμε ότι ο φίλος μας είχε ένα αξιοσημείωτου μεγέθους μπουρί, κάταχνο από την βρώμα, που ανέδιδε μια χαρακτηριστική μυρωδιά πουτσίλας μαζί με σκατίλα και ότι άλλο απαίσιο σας έρχεται στο μυαλό. Τον περιέλουσα με Tide και χρησιμοποιώντας την σκούπα τον έτριβα από μακριά ενώ ο Στέργιος έριχνε πάνω του άφθονο νερό. Μας έβριζε χυδαία στα Γαλλικά και χτυπιόταν αλλά εγώ δεν ήξερα Γαλλικά και ο Στέργιος τον έγραφε στα τέτοια του. ήμασταν αποφασισμένοι να τον ξεβρομίσουμε. Σταμάτησε τις φωνές και τις βρισιές και άρχισε τα παρακάλια. Συνεχίσαμε χωρίς να του δίνουμε την παραμικρή σημασία. Ήταν πια σκέτο ράκος όταν τον λύσαμε και τον γυρίσαμε από την άλλη. Δεν πρόβαλε καθόλου αντίσταση.
Ο Στεφάν Περέλ έγινε κουκούλι. Ούτε στο πλυντήριο να είχε μπει. έπ’’ ευκαιρίας καθαρίσαμε και την αυλή που είχε να καθαριστεί από το προηγούμενο ΠΑΡΤΙ. “Και τώρα, μπορούμε να πιούμε τον καφέ μας” δήλωσα ενώ ο Στεφάν κοίταζε περίλυπος το πάτωμα. Τον πήρε στην άκρη ο Στέργιος –ακόμα γυμνό- και με γαλιφιές και σπουδαία επιχειρήματα (εκ των οποίων το σπουδαιότερο ήταν πως η Εφη δεν θα του καθόταν εάν δεν τον πλέναμε) τον έπεισε να καθίσει μαζί μας για να πιούμε επιτέλους τον γαμωκαφέ. Εντωμεταξύ, ο Κόμης Μοντεχρήστος ενοχλούσε τα παπούτσια της Έλενας. Τον πήρα στο κατόπι με μια σκούπα (οι σχέσεις μας δεν ήταν πάντα αρμονικές). ευτυχώς δεν τον πήρε χαμπάρι η μικρή γιατί φοβόταν τα ποντίκια.
Αφού χαλάρωσε κάπως ο Νεκρός Ποιητής τον πήρα μέσα και τον άφησα να διαλέξει ένα από τα πανομοιότυπα τζην μου και ένα από τα φανελάκια μου. Κράτησε τα σανδάλια του γιατί δεν είχα άλλα all-star του δώσω. Τα ρούχα μου, παρόλο του έπεφταν κάπως φαρδιά, του πήγαιναν αρκετά και τον βελτίωναν πολύ. Μπορώ να πω ότι φαινόταν σχεδόν ωραίος. Κάθισε.
Αυτή την φορά τα καταφέραμε να πιούμε τον καφέ μας, έστω εν μέσω καυσαερίων και να συζητήσουμε επιτέλους για το απογευματινό μας ραντεβού με την Έφη. “Ποια είναι η Έφη;” ρώτησε η Λίνε και αφού είχαμε αρκετό χρόνο στην διάθεση μας της εξηγήσαμε πως ακριβώς είχε εξελιχθεί η μικρή μας περιπέτεια. είχαμε κάποια μικρά προβλήματα συνεννόησης γιατί εγώ αναγκαζόμουν να μεταφράζω στην Λίνε και ο Στέργιος στον Στεφάν, αλλά κουτσά στραβά, τα καταφέρναμε και η ώρα περνούσε ευχάριστα, χωρίς βέβαια να μπορούμε να αποβάλουμε την μικρή αγωνία που μας δημιουργούσε το επικείμενο ραντεβού μας με την παράξενη Έφη.
Ο ήλιος είχε ψηλώσει αρκετά και μας χάιδευε ευχάριστα, δίνοντας μας την απατηλή εντύπωση πως το καλοκαίρι δεν είχε τελειώσει. είχαμε πέσει τούφα στα καθίσματα απολαμβάνοντας την αίσθηση όταν ο Στέργιος πέταξε την εξής εντυπωσιακή ατάκα. “Ξέρεις –είπε- πως η Οργάνωση κέρδισε τις εκλογές;” Έμεινα από κούπες. “Καλά τώρα ΣΟ-ΒΑ-ΡΟ-ΛΟ-ΓΕΙΣ;” ρώτησα. “Και βέβαια -ήρθε η πληρωμένη απάντηση- μα δεν άκουγες τις φωνές και τους πανηγυρισμούς Εχθές το βράδυ; Βλέπεις το αποτέλεσμα κρίθηκε την τελευταία στιγμή” κατέληξε. “Άκουγα κάτι φωνές αλλά ήταν οι δικές μας” είπα και κοίταξα πονηρά την Λίνε. “Ότι –θυμήθηκα- έχεις δίκιο, θυμάμαι τώρα κάτι κορναρίσματα και μακρινές μουσικές αλλά βλέπεις, ήμουν πολύ απασχολημένος και δεν έδωσα σημασία. Πάντως είναι υπέροχο νέο, θα πρέπει να τηλεφωνήσω αμέσως στον Γιώργο να τον συγχαρώ. Φυσικά θα κανονίσουμε και κάνα Παρτάκι να το γιορτάσουμε δεόντως” συμπλήρωσα. Είπαμε τα νέα στα παιδιά, στην αρχή δεν πολυκατάλαβαν αλλά όταν τους εξηγήσαμε τι ακριβώς είναι η οργάνωση η Λίνε ενθουσιάστηκε και ο Στεφάν μας ρώτησε “Τι είναι ΠΑΡΤΙ;”. Τον κοιτάξαμε με κατανόηση και του εξηγήσαμε ότι το ΠΑΡΤΙ είναι ο θεός που πιστεύαμε και πως πολύ σύντομα θα καταλάβαινε κι εκείνος, από πρώτο χέρι. Έτρεξα στο τηλέφωνο. Ο Γιώργος δεν ήταν σπίτι. Θα τον έπαιρνα αργότερα.
Πιάσαμε κουβέντα για ποίηση. Η Λίνε έμεινε έκθαμβη όταν έμαθε ότι ο Στεφάν Περέλ ήταν ο επονομαζόμενος Νεκρός Ποιητής. Ήξερε λίγα Γαλλικά και έτσι –μαζί με τον Στέργιο- απόλαυσαν την απαγγελία των καλύτερων αποσπασμάτων της “Μαύρης Άνοιξης του Γκράας”, της τελευταίας δηλαδή ποιητικής συλλογής του ιδιοφυούς Γάλλου δημιουργού. Δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα –δηλαδή τίποτα- αλλά στην απαγγελία ήταν το κάτι άλλο ο φίλος μας. Τα Γαλλικά είναι μια αισθησιακή, άκρως ερωτική, γλώσσα (είναι κρίμα να την μιλούν οι Γάλλοι). Η μικρή πάντως είχε μαγευτεί. Μας εκμυστηρεύτηκε πως από μικρή αγαπούσε την ποίηση και θαύμαζε ιδιαίτερα τον Νεκρό Ποιητή. είχε όλα του τα βιβλία. Πίστευε πως τα βιβλία του είxαν συμβάλει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητας της. Κάθε φορά που έπρεπε να πάρει κάποια σημαντική απόφαση, κάθε φορά που ήταν θλιμμένη ή χαρούμενη, έβρισκε την λεκτική απεικόνιση των συναισθημάτων της σε κάποιο από τα βιβλία του Στεφάν. Μέσα από τις λέξεις του έπαιρνε δύναμη για να συνεχίσει να ζει.
Πιάσανε μια κουβέντα στα Γαλλικά –είμαι σίγουρος πολύ ενδιαφέρουσα- εγώ όμως βαριόμουν και έτσι τους διέκοψα για να τους ανακοινώσω πως θα πήγαινα μια βολτίτσα από το σπίτι του Γιώργου για να τον συγχαρώ και για να κανονίσουμε το μετακαλοκαιρινό ΠΑΡΤΙ. Ο Στέργιος με κοίταξε σκεφτικός. “Θα φύγω και εγώ –μου είπε- θα πάω για λίγο από το σπίτι να τσιμπήσω τίποτα”. “Τι έχει το μενού” ρώτησα χωρίς να λάβω απάντηση. Κάτι σκεπτόταν.....
΄Χαιρετίσαμε τα παιδιά, αλλά είxαν τόσο απορροφηθεί από την κουβέντα τους που δεν μας πρόσεξαν καν που φύγαμε. “Λοιπόν, πάω στον Γιώργο και θα επιστρέψω πριν έρθει η Έφη, εντάξει;”. “Εντάξει” απάντησε λιτά ο Στέργιος διατηρώντας το αινιγματικό ύφος.
Πήρα τους δρόμους. Είχα πολύ καιρό να βολτάρω στο αγαπημένο μου κλεινόν άστυ και γούσταρα. Η Νέα Σμύρνη –όπου μένει ο Γιώργος- δεν είναι και πολύ μακριά από το σπίτι μου. Πήγαινα κουλαριστά, παρατηρώντας τα πιπίνια –που με παρατηρούσαν κι αυτά, τις πολύχρωμες βιτρίνες και τα χιλιάδες πολύχρωμα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν βιαστικά στο οδόστρωμα. Το Φθινόπωρο έμπαινε με ταχείς ρυθμούς. Τα φύλλα –στα λίγα σημεία της πόλης που είxαν την τύχη να έχουν δέντρα- στρώσει ένα κίτρινο χαλί αποσυντιθέμενης φύσης στα πεζοδρόμια. Η πρώτη βροχή δεν θα αργούσε.
Έφτασα σπίτι του Γιώργου λαχανιασμένος. Η απόσταση ήταν μεγαλύτερη από ότι περίμενα και είχε μια γαμημένη ανηφόρα στο τέλος. Κτύπησα το κουδούνι. Βγήκε ο γέρος του και μου είπε –είναι αλήθεια κάπως νευριασμένος- να πάω στο Υπουργείο Πολιτισμού. “Και ποιον να ζητήσω” ρώτησα. “Τον Υπουργό” μου ήρθε η κεραμίδα. Κοίτα να δεις! Ο Γιώργος υπουργός, θα τρελαθούμε ρε πούστη! Από τη μια μέρα στην άλλη, από εκεί που χορεύαμε πόνγκο και γινόμασταν λιώμα ως εκεί που δεν παίρνει, από εκεί που μάζευε τα παιδιά σπίτι του και καπνίζανε όλη την παραγωγή της Καλαμάτας, έγινε Υπουργός!! Ποιος να το περίμενε. Βέβαια, τα παιδιά στην Οργάνωση δεν είναι τίποτα μαλάκες σκατοξενέρωτοι να μας το παίξουν τώρα –και καλά- σοβαροί. Με ΠΑΡΤΙ εγεννήθηκαν, με Πάρτι θα τους θάψουν. <Φαντάσου δηλαδή –σκέφτηκα- τώρα που είναι στην κυβέρνηση τι ΠΑΡΤΙ πρόκειται να γίνουν. Πω ρε πούστη, χαμός. Πρώτα από όλα, θα κάνουμε ένα τρομερό ΠΑΡΤΙ στο Μέγαρο της Μουσικής. Θα τους φρικάρουμε όλους τους μαλάκες της επιτροπής, θα τους φύγει η μαγκιά>. Τέτοια σκεπτόμουν και παραμιλούσα “τρομερό, τρομερό” με κοίταξε περίεργα ο ταρίφας μέσα από τον καθρέπτη και χωρίς να το πάρω χαμπάρι φτάσαμε στο υπουργείο.
Πήγα στη είσοδο και ζήτησα να δω τον Υπουργό. Ένας μαλάκας –προφανώς της παλιάς φρουράς- μου έλεγε κάτι μαλακίες του τύπου “μπορείτε να δείτε τον Υπουργό χωρίς ραντεβού” “είναι απασχολημένος τώρα” και άλλες αρχιδιές. “Κοίτα μεγάλε –του ξηγήθηκα- τυχαίνει να είμαστε κολητοί με τον “κύριο Υπουργό”, κανόνισε να μην με βάλεις και να βρεις κάνα μπελά”. Έκλασε. “Το όνομα σας κύριε;” ρώτησε ευγενικά. Του είπα το όνομα μου, του είπα και το επίθετο μου, τα διαβίβασε στην γραμματέα και έπειτα από αντίστοιχες διαπραγματεύσεις, εκείνη στον Γιώργο και τελικά αναγκάστηκαν να με αφήσουν, αφού πρώτα τους έβαλε χοντρό χέρι.
Η γραμματέας μου άνοιξε την συρταρωτή πόρτα. Μπούκαρα. Ο Γιώργος ήταν αραχτός πίσω από ένα τεράστιο οβάλ γραφείο. προχώρησα προς το μέρος του παρατηρώντας τον με καχυποψία. ευτυχώς ήταν ντυμένος νορμάλ (τι θα πει νορμάλ; Τζην, φανελάκι, all-star). Με κοίταξε και μου χάρισε ένα από τα σαρδόνια χαμόγελα του. Αφού αγκαλιαστήκαμε και γελάσαμε πολύ στα όρθια, καθίσαμε γιατί μπήκε ένας τύπος με γραβάτα για υπογραφή. Πάτησε ένα κομβίον και μπήκε ένας ακόμα ταλαίπωρος γραβατάκιας. Παραγγείλαμε καφέ. “Καλά, δεν τους αλλάξατε ακόμα αυτούς τους παπάρες;” ρώτησα. “Μην τρελαίνεσαι, σιγά σιγά –μου είπε και συμπλήρωσε- άλλωστε είναι μόνιμοι, τι θα μπορούσαμε να τους κάνουμε” αναρωτήθηκε σαν να απευθυνόταν στον εαυτό του.
Πιάσαμε κουβέντα για τις καλοκαιρινές διακοπές –του είπα για μερικές από τις φάσεις που έγιναν. “Πέρασες καλά κουφάλα” συμπέρανε. Ο Γιώργος λόγω των εκλογών δεν κατάφερε να πάει διακοπές. είχαμε να ιδωθούμε από την εξαφάνιση της Έλενας. “Αλήθεια ρε, τι έγινε εκείνη η ψυχή;” απόρησε και εγώ μοιράστηκα την απορία του γιατί η Έλενα δεν είχε δώσει κανένα σημείο ζωής και τα παπούτσια της συνέχιζαν τον ύπνο τους, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Κόμη Μοντεχρήστου.
Εντωμεταξύ, κόσμος έμπαινε, έβγαινε, πέφτανε υπογραφές, Κτυπάγανε τηλέφωνα, χαμός. Ο Γιώργος πάντως φαινόταν να μην έχει αλλάξει καθόλου. Ο γέρος του –λέει- δεν τον άφηνε να πάει σπίτι γιατί ψήφιζε άλλο κόμμα και είχε στραβώσει που έγιναν –τα κωλόπαιδα- κυβέρνηση. Άλλο κι αυτό. Με τα πολλά Είχα ξεχάσει τον λόγο της επισκέψεως μου. Θυμήθηκα όμως και του πέταξα “και πότε θα κάνουμε το επόμενο ΠΑΡΤΙ;”. Με κοίταξε για λίγο αινιγματικά και μου είπε τις εξής μαλακίες:
“Η επανάσταση των ΠΑΡΤΙ, φίλε ΄Χρήστο, όπως βλέπεις, πέτυχε. Τα ΠΑΡΤΙ ήταν για την Οργάνωση ο πολιορκητικός κριός που άνοιξε την πόρτα της εξουσίας. Τώρα η Οργάνωση είναι στην κυβέρνηση και είναι καθήκον της να εκμαιεύσει την δυναμική της κοινωνίας ώστε να επιτευχθεί η ανάπτυξη και η ευημερία. Τα ΠΑΡΤΙ –στην παρούσα φάση- αποπροσανατολίζουν τον εργαζόμενο, τον καθιστούν λιγότερο παραγωγικό. Το νέο μας σύνθημα είναι ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ. Με την αμέριστη συμπαράσταση όλων θα επιτύχουμε τους στόχους μας σε σύντομο χρονικό διάστημα και τότε θα γευτούμε τους καρπούς της επαναστάσεως. Πρέπει να παλέψουμε, να ξεχάσουμε τα Πάρτι και να πολεμήσουμε για τα ιδεώδη μας, με σκληρή δουλειά από όλους θα οικοδομήσουμε την κοινωνία του μέλλοντος, φίλε Χρήστο” κατέληξε. “Άντε γαμήσου ρε μαλάκα” του είπα και έφυγα κοπανώντας την πόρτα πίσω μου. Με ακολούθησε θυμωμένος. Με πρόλαβε στον διάδρομο “μην μου λες εμένα Άντε γαμήσου μου φώναξε απειλητικά. “Καλά, άντε γαμήσου” του είπα και έφυγα.
“Τι μαλακίες, τι μαλακίες” συνέχισα να παραμιλάω καθώς έπαιρνα νευριασμένος τον δρόμο του γυρισμού.








Στο σπίτι ο Στεφάν και η Λίνε κουβέντιαζαν ακόμη. Σε λίγο ήρθε και ο Στέργιος. Στήσαμε μια ξερή για να περάσει η ώρα μέχρι να έρθει η Έφη. Δεν τους είπα τίποτα για τον Γιώργο. Ο Στέργιος διάβασε τις σκέψεις μου αλλά δεν έδωσε συνέχεια γιατί κατάλαβε ότι ήμουν πολύ στεναχωρημένος. Στην ξερή, όπως ήταν φυσικό, κέρδιζε ο Στέργιος που έπαιζε ζευγάρι με τον Στεφάν. “Τι θα γίνει ρε μαλάκα, θα παίξουμε;” ρώτησα νευριασμένος και πέταξα τα χαρτιά στο πάτωμα. Εκείνη την ώρα κτύπησε το κουδούνι.
Φορούσε το κλασικό μαύρο κολάν, μια μπλούζα με ντεκολτέ “grand Canyon” που έκανε τα σάλια του Στεφάν να τρέχουν και τις καφέ γαμωμπότες. είχε βάψει τα μαλλιά της κόκκινα. Μας χαιρέτισε με ενθουσιασμό. Παρατηρούσε την Λίνε με ενδιαφέρον. Κοίταξα τον Στέργιο. Μου ανταπέδωσε το βλέμμα αλλά δεν είπε τίποτα. Γενικά τον έβρισκα πολύ ανεξιχνίαστο εκείνη την ημέρα. Έβαλα κάτι να ακούσουμε στο πικ-απ και σέρβιρα ουζάκι με πορτοκαλάδα. Ήπιαμε για λίγο σιωπηλοί. Το ούζο τελείωσε και αναγκάστηκα να δοκιμάσω για πρώτη φορά ένα νέο συνδυασμό. Ρακί με καλούα. “Ουάου, πολύ καλό –είπα και γύρισα στην Έφη- λοιπόν, τι έχεις να μας πεις αγαπητή Έφη;” ρώτησα ειρωνικά. “Πάντως –συνέχισα- ότι έχεις να πεις καλύτερα να το πεις τώρα γιατί μετά θα είναι πολύ αργά για σένα να μιλήσεις και για μας να σε καταλάβουμε (ήδη Είχα αρχίσει να την ακούσω). Περιμένουμε να μας πεις τι ζητάς για να δούμε αν μπορούμε και αν θέλουμε, να σε βοηθήσουμε” κατέληξα και η Έφη πήρε τον λόγο.
“Είμαι πολύ χαρούμενη που και τα τέσσερα άτομα που αναζητούσα βρήκαν τον ένα το άλλο. “Και τα τρία εννοείς” παρατήρησα. “Ότι και τα τέσσερα” επέμεινε εκείνη και ο Στέργιος μου έδειξε την Λίνε (ήταν κι αυτή μία από τις μικρές εκπλήξεις που δοκίμασα σε εκείνη την κουβέντα). Πολύ θα ήθελα –συνέχισε- να μπω κατευθείαν στο θέμα όμως ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ αυτή την στιγμή έχει τις ρίζες του πολύ πίσω στο παρελθόν και από εκεί θα πρέπει να ξεκινήσω για να μπορέσετε να εκτιμήσετε σωστά την κατάσταση.
Ξέρετε όλοι σας για το θεολογικό σύστημα της αρχαίας Ελλάδος και το δωδεκάθεο. Γνωρίζετε πόσο πολύπλοκο είναι το μυθολογικό σύστημα. Εκείνο που δεν γνωρίζετε είναι πως οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων –και αργότερα όλης σχεδόν της λεκάνης της Μεσογείου- υπήρξαν πραγματικά. Οι περισσότεροι από αυτούς, κατοικούσαν πράγματι στον Όλυμπο όπως επίσης και σε άλλα βουνά της ευρύτερης περιοχής, όχι μόνο της Ελλάδος, αλλά ολόκληρης της Μεσογείου. Δεν ήταν βέβαια θεοί. Ας τους ονομάσουμε υπάρξεις. Αυτές οι υπάρξεις βρέθηκαν τυχαία στην γη όταν ένα αποτυχημένο πείραμα πάνω στις χωροχρονικές μεταφορές τους έστειλε πάνω σε αυτόν τον αφιλόξενο πλανήτη. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν επιστήμονες που είxαν αφιερώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αυτό το πείραμα αλλά και κάτοικοι των γύρω περιοχών από το –ας το πούμε- εργαστήριο τους. Ουσιαστικά το πείραμα πέτυχε –αλλά όπως λετε κι εσείς ειρωνικά- ο ασθενής πέθανε. Το εργαστήριο καταστράφηκε μέσα σε μια μεγαλοπρεπή έκρηξη, μαζί με σημειώσεις και δουλειά εκατομμυρίων γήινων χρόνων.
Για τις υπάρξεις αυτές ο κόσμος αποτελείται από απτά στοιχεία ή –σαφέστερα- η δημιουργία προϋποθέτει την ύπαρξη επτά στοιχείων. Ακόμα και να σας ονομάσω αυτά τα στοιχεία, οι λέξεις δεν θα έχουν –προς το παρόν- κανένα νόημα για σας, οπότε σα ζητώ να κάνετε μια παραδοχή, ότι δηλαδή υπάρχουν άλλοι κόσμοι με διαφορετικές δομές, λειτουργίες και διαστάσεις από τον δικό σας. Ο λόγος για τον οποίο διάλεξαν την περιοχή της Μεσογείου και πιο ειδικά της Ελλάδας, για να εγκατασταθούν είναι γιατί εκείνη την περίοδο, αυτή η περιοχή του πλανήτη δεχόταν τα μεγαλύτερα ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας και οι υπάρξεις αυτές εξαρτούσαν την επιβίωση τους από την ακτινοβολία αυτή. Τα πλάσματα αυτά ζούσαν στον Ε Βοώτη πριν μεταφερθούν στην γη και η φυσιολογία τους ήταν τέτοια ώστε είxαν πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ιθαγενείς κατοίκους και δύο τρομερά μειονεκτήματα. χάρη στην φυσική τους υπεροχή θεοποιήθηκαν, έγιναν αντικείμενα λατρείας. Οι μορφές που τους αποδόθηκαν δεν αντιστοιχούν βέβαια στις αληθινές αλλά σε εκείνες που οι γήινοι μπορούσαν να δουν. Θα ήταν αδύνατο για οποιονδήποτε ιθαγενή να δει τον πραγματικό κόσμο των επτά στοιχείων. Η πραγματικότητα ενός κόσμου ορίζεται μόνο σε σχέση με τον εαυτό του. Έτσι, τους αποδόθηκαν κυρίως ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά. Βέβαια τα χαρακτηριστικά αυτά μπορεί να ποίκιλαν από τόπο σε τόπο ακόμα και από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όμως, η φυσική τους υπεροχή δεν τους ωφέλησε καθόλου. Η ποσότητα της υπεριώδους ακτινοβολίας που έφτανε –εκείνη την εποχή- στην γη δεν ήταν αρκετή για την επιβίωση του είδους. Επίσης, η επιστροφή στον πλανήτη τους ήταν αδύνατη. Θα ήταν ουτοπία να πιστέψουν ότι, στον λίγο χρόνο που τους απέμενε, θα μπορούσαν, και μάλιστα με δεδομένη την έλλειψη του απαραίτητου τεχνολογικού εξοπλισμού, να ξαναστήσουν ένα εργαστήριο παρόμοιο με αυτό που καταστράφηκε. Ακόμα και αν έφτιαχναν ένα τέτοιο εργαστήριο ποιος τους διαβεβαίωνε ότι αυτή την φορά το πείραμα θα ήταν ελεγχόμενο και δεν θα τους έστελνε σε άλλους κόσμους, ίσως περισσότερο εχθρικούς. Οι έρευνες τους λοιπόν στράφηκαν προς άλλη κατεύθυνση. Ένας μικρός πυρήνας επιστημόνων –τα πιο λαμπρά μυαλά- εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του Ολύμπου και άρχισαν τους πειραματισμούς με το ανθρώπινο DNA. Οι υπόλοιποι Βοώτες αφέθηκαν ελεύθεροι και ήρθαν σε επιμιξία με πολλούς γηγενείς κάτοικους στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν μια φυλή, ικανή να επιβιώσει σε αυτές τις συνθήκες και που μελλοντικά θα κυριαρχούσε στον πλανήτη. Εκείνο που έγινε φανερό με τις πρώτες επιμιξίες ήταν το ότι οι μιγάδες διατηρούσαν περισσότερο ανθρώπινα, παρά Βοωτικά χαρακτηριστικά. Ίσως σε αυτό να συντελούσε το περιβάλλον. Ακόμα και οι απόγονοι πρώτης γενιάς ζούσαν σε γραμμική χρονική συνέχεια και δεν θυμόνταν παρά ελάχιστα από το Βοωτικό παρελθόν τους, πόσο μάλλον οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς. Έτσι, παρά την φυσική τους υπεροχή, το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν μια γενιά σούπερ γήινων που οι Έλληνες ονόμασαν ημίθεους, ήρωες, νύμφες, στοιχεία και άλλα. Κατάλαβαν πως οι προσπάθειες τους σε αυτή την κατεύθυνση ήταν καταδικασμένες. Οι σπόροι που φύτευαν οικειοποιούνταν από το γήινο περιβάλλον. Ένας κόσμος που κατανοούσε τον εαυτό του ως κόσμο των τεσσάρων στοιχείων δεν μπορούσε να αυτοδιαψευστεί δημιουργώντας πλάσματα επτά στοιχείων. Παραδέχτηκαν πως παρόλη την πνευματική και σωματική τους υπεροχή ήταν καταδικασμένοι. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν τις βάσεις για έναν μελλοντικό κόσμο που θα εδραιωνόταν πάνω στα ερείπια του κόσμου των τεσσάρων στοιχείων. Κατασκεύασαν έναν κύβο-γονιμότητας στον οποίο ασφάλισαν πρωτοκύτταρα που θα είxαν την ικανότητα να αναπαραχθούν, σε ιδανικές συνθήκες, με μεγάλη ταχύτητα. Ως ιδανικές συνθήκες εννοούνται μεγαλύτερες ποσότητες υπεριώδους ακτινοβολίας. Τον κύβο αυτό, που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν “κουτί της Πανδώρας” τον παρέδωσαν σε εμένα ή –ας πούμε- στην πρώτη μου μετεμψύχωση.
Μίλαγε αργά, ώστε να προλαβαίνουμε να μεταφράζουμε. Μετά από την τελευταία φράση επικράτησε νεκρική ησυχία. Παρόλα τα αρχικά ειρωνικά μου βλέμματα και καθώς η στάση του Στέργιου έδειχνε πως η Έφη έλεγε όντως την αλήθεια, ένιωθα μια ανατριχίλα να διατρέχει την σπονδυλική μου στήλη και ένα ενδόμυχο φόβο για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.
Ικανοποιημένη που είχε αποσπάσει την προσοχή μας η Έφη συνέχισε. “Δεν γνωρίζω πως κατέστη δυνατή η διατήρηση αυτών των μνημών μονάχα σε εμένα (<Ξέρω εγώ> σκεπτόταν ο Στέργιος). Ίσως αυτό είναι και το μόνο που δεν θυμάμαι” μονολόγησε. “Όμως διατηρώ ολοκάθαρες μνήμες από τις προηγούμενες ζωές μου. Πάντως αυτό δεν έχει σημασία” δικαιολογήθηκε στον εαυτό της.
“Οι Βοώτες, εκτός από την ελίτ των επιστημόνων που βρισκόταν στον Όλυμπο, αφέθηκαν ελεύθεροι να ζήσουν το λίγο καιρό που τους απέμενε. Έκαναν πολλές τρέλες και αρκετές από αυτές περιγράφονται πολύ γλαφυρά από τις αρχαιοελληνικές παραδόσεις, από μνημεία και κείμενα που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας.
Το ζητούμενο, για τους επιστήμονες μας, ήταν να εξασφαλίσουν την ασφαλή μετάβαση του κύβου γονιμότητας στην εποχή όπου θα καλούταν να διαδραματίσει τον ρόλο του. Έτσι, στην πραγματικότητα δεν το παρέδωσαν στο “αρχέτυπο” μου αλλά το έκρυψαν σε ένα ασφαλές μέρος όπου κανείς δεν μπορεί να το ανακαλύψει. Για λόγους ασφαλείας δεν θέλησαν να αποκαλύψουν την κρυψώνα στην Πανδώρα. Έφτιαξαν όμως έναν χάρτη, στηριγμένο στα επτά στοιχεία της Βοωτικής δημιουργίας, ο οποίος, εν καιρώ, θα με οδηγούσε στον κύβο-γονιμότητας, όταν οι συνθήκες θα ήταν ιδανικές. Το πρόβλημα που είxαν να επιλύσουν ήταν το πως θα έφτανε αυτός ο χάρτης στα χέρια μου χωρίς, παράλληλα, να γίνει αντιληπτός από τους ιθαγενείς.
Τα πειράματα στο γήινο DNA δεν απέδωσαν. Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, παρά την ανωτερότητα του πολιτισμού μας, δεν καταφέρναμε να αντιληφθούμε τον κόσμο των ανθρώπων στην πραγματική του διάσταση. Ο μονοδιάστατος τρόπος σκέψης φαίνεται να είναι ένα πανσυμπαντικό πολιτισμικό μειονέκτημα. Επειδή ένας πολιτισμός είναι ανώτερος τεχνολογικά από έναν άλλο δεν συνεπάγεται αυτόματα πως ο ανώτερος εμπεριέχει τον κατώτερο.
Αντίθετα με το γήινο DNA το μεταλλαγμένο γενετικό των διακοσμικών μιγάδων ήταν πιο κατανοήσιμο. τουλάχιστον ορισμένες παράμετροι. Μετά από κοπιαστικές μελέτες κατάφεραν να επέμβουν στο DNA των απογόνων τους και να περάσουν στον γενετικό τους κώδικα ένα από τα επτά σημάδια της Βοωτικής δημιουργίας στον καθένα από αυτούς. Στο αρχέτυπο μου, την Πανδώρα, έδωσαν την σαφή εντολή να συγκεντρώσει τα σημάδια όταν οι συνθήκες θα είxαν ωριμάσει. Ουσιαστικά μου ανέθεσαν τον ρόλο να ανακαλύψω τα χαμένα μου αδέλφια. Υπολόγιζαν δε, ότι 4000 περίπου χρόνια αργότερα, το στρώμα του όζοντος θα είχε υποστεί μια φυσιολογική φθορά, αρκετή για να αυξήσει την υπεριώδη ακτινοβολία στον πλανήτη σε ανεκτά επίπεδα. Υπολόγισαν επίσης, πως στο ίδιο διάστημα θα υπήρχαν αρκετοί –ελάχιστοι αλλά αρκετοί- απόγονοι τους. Έπεσαν έξω και στις δύο υποθέσεις τους. Η καταστροφή του στρώματος του όζοντος υποβοηθήθηκε από την αλόγιστη χρήση των προωθητικών σπρέι, από εκτοξεύσεις πυραύλων και εργοστάσια που λειτουργούσαν εις βάρος του. Ήδη σήμερα οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να τεθεί σε λειτουργία ο Βοωτικός κύβος γονιμότητας. Επίσης οι εναπομείναντες απόγονοι τους είναι πολύ λιγότεροι από ότι τους υπολόγιζαν. Είναι μαθηματικώς βέβαιον ότι εάν δεν είxαν επιταχυνθεί οι διαδικασίες καταστροφής του όζοντος το σχέδιο τους θα είχε αποτύχει. ελάχιστοι απόγονοι τους απομένουν. Για την ακρίβεια μόνο τέσσερις. Εσείς.
Οι πολλές προφυλάξεις που πήραν για να εξασφαλίσουν την κατάληξη του Κύβου ήταν αποτέλεσμα της μικρής ανθρωπολογικής μελέτης που έκαναν πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ο κόσμος τους δεν αποτελούσε απειλή για τον γήινο κόσμο. Η αναδημιουργία του κόσμου των επτά στοιχείων είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα -για τα ανθρώπινα δεδομένα- και βασίζεται στην εξαφάνιση του κόσμου των τεσσάρων στοιχείων. Ένας κόσμος αδυνατεί να αντιληφθεί τον εαυτό του έξω από το δικό του περιβάλλον. Ο κόσμος των επτά στοιχείων δεν μπορεί και δεν χρειάζεται άλλωστε να καταστρέψει τον κόσμο των επτά στοιχείων. Άλλωστε, τα καταφέρνετε μια χαρά και από μόνοι σας. Παρόλα αυτά, η οξυδερκής ανθρωπολογική μελέτη πάνω στην ανθρώπινη φύση έδειξε ότι ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν λόγο για να καταστρέψει και πως στις πράξεις του ο παρορμητισμός υπερνικούσε σχεδόν πάντα τον ορθολογισμό, άσχετα αν πάντοτε ισχυρίζονταν το αντίθετο.
Τα επτά σημάδια της Βοωτικής δημιουργίας σωστά συνδυασμένα σχημάτιζαν τον χάρτη που θα με οδηγούσε στον Κύβο-γονιμότητας. Διασκορπισμένα όμως, δεν είναι τίποτα άλλο από ασήμαντα συνηθισμένα σημάδια που ακόμα και αν κάποιος τα ανακάλυπτε, είτε δεν θα τα καταλάβαινε είτε δεν θα τους έδινε σημασία. Το σημείο στο οποίο –διαμέσω της γενετικής επέμβασης- “χαράχθηκαν” τα σημάδια ήταν από μόνο του μία προφύλαξη γιατί ο αμφιβληστροειδής είναι ένα σημείο της φυσιολογίας που μπορεί να σημαδευτεί ακόμα και από μία τυχαία επαφή.
Οι Βοώτες δεν ήξεραν μέχρι που θα έφτανε η τεχνολογική ανάπτυξη της γης. Δεν ήξεραν πόσο θα βοηθούσαν σε αυτό οι δικοί τους απόγονοι ή αν θα βοηθούσαν. Θεώρησαν όμως απίθανο –και σε αυτό έπεσαν μέσα- να υπερπηδήσει κάποιος όλα τα εμπόδια που έστησαν και να ανακαλύψει το Κουτί της Πανδώρας πριν την Πανδώρα.
Ένα από τα σημάδια αυτά έχει και ο καθένας από εσάς. Μπορείτε να το δείτε, ίσως και να το έχετε προσέξει χωρίς να του δώσετε σημασία- όταν κοιτάτε αφηρημένοι τον ουρανό ή μία λευκή κόλλα χαρτί. Είστε το τελευταίο παρακλάδι των οικογενειών σας. Αν δεν κάνετε απογόνους το σημάδι, μαζί με τις ελπίδες μας, κινδυνεύει να χαθεί για πάντα. έχω ήδη συγκεντρώσει τα τρία σημάδια από ισάριθμους τελευταίους απογόνους της φυλής μας. έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινα αδρανής βασισμένη στην “αυθεντία” των προγόνων μας. ΄χρειάστηκα ακόμα και την βοήθεια της τύχης, βρήκατε ο ένας τον άλλον”. “Τίποτα δεν είναι τυχαίο” πέταξε ο Στέργιος αλλά η Έφη τον αγνόησε. “Ξέρω -είπε- πως εσείς έχετε τα σημάδια που λείπουν για να συμπληρωθεί ο χάρτης και σας ζητώ να με βοηθήσετε.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη δέος και αμφιβολία. “Εννοείς πως δεν είμαστε αυτό που βλέπουμε;” ρώτησα. “Εννοώ ότι βλέπετε αυτό που μπορούν οι άλλοι και αυτό που θέλετε εσείς” είπε η Έφη. “Εγώ ας πούμε –συμπλήρωσε- σας βλέπω κάπως διαφορετικούς”. “Προτιμώ να μην ξέρω” της το ξέκοψα. Μέσα σε αμήχανη σιωπή παρατηρούσαμε ο ένας τον άλλο ψάχνοντας για σημάδια και αλλαγές, σαν να μην είμαστε εμείς που αστειευόμασταν λίγο πριν, μα άλλοι, ξένοι. Μόνο ο Στέργιος διατηρούσε την ψυχραιμία του, αν και δεν έβρισκα τον λόγο. Ίσως εκείνος να είχε συνηθίσει αυτήν την διαφορά, ίσως επειδή εκείνος ήταν –ούτως ή άλλως- διαφορετικός.
“Μα η οικογένεια μου είναι πολύ μεγάλη” είπε ξαφνικά η Λίνε και αφού ξεπέρασα την αρχική μου κατάπληξη κοίταξα την Έφη με την ελπίδα πως ίσως αυτή την φορά ο μύθος της καταρρεύσει. “Από την μεριά της μητέρας σου” απάντησε η Εφη και γκρέμισε τις τελευταίες μου ελπίδες. “Ωραία” παραδέχτηκα την ήττα μου “και τώρα τι κάνουμε;”. Ας της δείξουμε τα σημάδια μας –συγκατένευσε ο Στέργιος- έτσι κι αλλιώς δεν θέτουμε κανέναν σε κίνδυνο, τουλάχιστον για την ώρα” συμπλήρωσε. Επεδείκνυε μια Ολύμπια –<ωχ, τι σκέφτηκε τώρα> αναρωτήθηκα- ψυχραιμία και δεν μπορούσα παρά να τον θαυμάσω. “Συμφωνείτε όλοι” ρώτησε η Έφη. Το κουβεντιάσαμε λίγο με τα παιδιά και αποφασίσαμε να την αφήσουμε να εξετάσει τα μάτια μας. “Εντάξει της είπα. Η Έφη έβγαλε ένα μοντέρνο μικροσκόπιο από μια καφέ τσαντούλα που κουβαλούσε στην πλάτη της και εξέτασε τα μάτια μας, ένα προς ένα, ενώ συγχρόνως σχεδίαζε τα σημάδια που είxαν περάσει στο γενετικό μας υλικό πριν από σαράντα αιώνες σε ένα μικρό τετράδιο. Όταν τελείωσε, συγκέντρωσε τα σημάδια σε μια τεθλασμένη γραμμή. “κοιτάξτε” μας είπε με ενθουσιασμό δείχνοντας μας κάτι ιερογλυφικές καρικατούρες στα χαρτί. Έβγαλε από το σακίδιο της ένα μικρό κομμάτι χαρτί από έναν φάκελο, που προφανώς περιείχε τα υπόλοιπα τρία στοιχεία και άρχισε να τα συνδυάζει, ώστε να σχηματιστεί ο χάρτης που θα την οδηγούσε σε αυτό για το οποίο ζούσε για σχεδόν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια. Έσβηνε και ξαναέσβηνε τα σημάδια γεμάτη προσμονή και αγωνία. <Μήπως κάτι πήγε στραβά>, <μήπως δεν τα είχε σχεδιάσει σωστά>. Μετά από αρκετές προσπάθειες φάνηκε να ενθουσιάζεται. Έπειτα έμεινε σιωπηλή, αινιγματική, κοιτώντας με άδειο βλέμμα το χαρτί. “ΤΙ ΛΕΕΙ;” ρωτήσαμε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες ο Στεφάν, η Λίνε και εγώ. “Θα σας πω εγώ τι λέει –Πετάχτηκε ο Στέργιος- ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ –και συμπλήρωσε- Η ΕΦΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΙΜΠΟΡΓΚ και μείναμε κόκαλο.























«Η Έφη είναι η Πανδώρα αυτοπροσώπως, είναι το άτομο που οι Θεοί-Βοώτες επέλεξαν να εμπιστευτούν το ίδιο το μέλλον του κόσμου τους, την ίδια τους την ύπαρξη. Και τι σημασία έχει αν είναι σάιμποργκ; Είμαι σίγουρος πως η Έφη μεταφέρθηκε από τον Έψιλον-Βοώτη με εκείνη την ίδια χωροχρονική δίνη που δημιουργήθηκε. Είναι εξαιρετικά απίθανο οι Βοώτες που βρέθηκαν στη γη να είχαν τις δυνατότητες να παράγουν ένα τόσο τέλειο και πολυσύνθετο μηχανισμό όπως η Έφη. Το μόνο που έκαναν ήταν να διαφοροποιήσουν τον προγραμματισμό τους, να της δώσουν μια αποστολή να εκτελέσει, αλλά το καταπληκτικό είναι ότι προγραμμάτισαν έτσι την Έφη ώστε καθ` όλη τη διάρκεια ζωής της νόμιζε πως ήταν άνθρωπος. Για πιο λόγο το έκαναν αυτό; Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, ίσως ήταν μια ακόμα από τις προφυλάξεις που θεώρησαν αναγκαίες. Ίσως πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο δεν θα γινόταν εύκολα αντιληπτή η παρουσία της. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες Πανδώρες στη γη, ίσως πάλι υπάρχουν κι άλλοι απόγονοι των Βοωτών όπως εμείς. Είμαι βέβαιος πάντως πως η στιγμιαία σιωπή της –η Έφη αμίλητη κοιτούσε στο κενό- δεν σημαίνει πως στεναχωριέται επειδή αποκαλύφθηκε πως είναι Σάιμποργκ αλλά το ότι οι Βοώτες είχαν προβλέψει στον προγραμματισμό της απελευθέρωση νέων οδηγιών που θα ενεργοποιούνταν όταν συγκεντρώνονταν όλα τα στοιχεία του παζλ. Ο προγραμματισμός πρέπει να στηρίζεται στην οπτική επαφή. Οι καρικατούρες που βλέπετε στο τετράδιο –μας έδειξε το τετράδιο- άλλαξαν το πρόγραμμα της. Περιμένετε όμως, σε λίγο θα μάθουμε» είπε και όλοι κοιτάξαμε την Έφη περιμένοντας μια αλλαγή.
Το ότι ο Στέργιος μας έδωσε τις εξηγήσεις αυτές σε άπταιστα Βοωτικά ήταν μία παράμετρος που πέρασε απαρατήρητη. Το ότι όλοι καταλάβαμε αμέσως τι μας είπε, πέρασε επίσης απαρατήρητο. Κανένας μας δεν πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, προσηλωμένοι όπως ήμασταν στην Έφη, καθηλωμένοι από την αναπάντεχη πλοκή αυτής της υπόθεσης, πως μπορούσαμε να διαβάζουμε τα σημάδια που είχε χαράξει το αρχέγονο ρομπότ των Βοωτών. Μόνο όταν κοίταξα την Λίνε και είδα, ασυναίσθητα, κάτι αξιοπερίεργο στην εμφάνιση της, τότε ο Στέργιος με κοίταξε, γούρλωσε περισσότερο τα γουρλωτά μάτια του, ήπιε μονορούφι το Ρακί-καλούα που είχε απομείνει στο ποτήρι και ξέσπασε σε δυνατά γέλια που τράνταζαν τις κεραίες, τις δαγκάνες, ακόμα και το τελευταίο ζευγάρι από τα πόδια του που ήταν ανθρώπινα. Και Σα να ήταν αυτό το σύνθημα, τα «φώτα» της αντιληπτικότητας μας άνοιξαν και είδαμε τους φίλους μας όπως ήταν αληθινά ή καλύτερα, όπως φαίνονταν μέσα από το πρίσμα δύο κόσμων διαφορετικών, όσο κι αλληλένδετων. Σχεδόν άνθρωποι ήμασταν, σχεδόν άνθρωποι, μα η Έφη, ήταν ένα πραγματικό έργο τέχνης, ίσως όχι τέχνης, ένα έργο ζωής, ένα κύβος ζωής. Η Έφη ήταν αληθινά το κουτί της Πανδώρας και η Πανδώρα μαζί.
Ξαφνικά σηκώθηκε, μας χαιρέτισε αδιάφορα και έφυγε. Της φώναξα αλλά δεν έδειχνε να με ακούει πια. Έκανα να την προλάβω.
«Άστη –είπε ο Στέργιος- έχει μία αποστολή να φέρει εις πέρας. Είναι ο σκοπός της ύπαρξης της, ο προορισμός της»
«Αλήθεια, πόσο περίεργο –σκέφτηκα φωναχτά- ένα Σάιμποργκ που έχει προορισμό και εμείς….. Ίσως ο δικός μας προορισμός ήταν να μεταφέρουμε το κλειδί του κόσμου των 7 στοιχείων μέχρι σήμερα. Όμως εγώ δεν νιώθω ότι εκπλήρωσα σε καμία περίπτωση τον σκοπό της ζωής μου. Αντίθετα, θέλω να πιστεύω πως έχω πολλά ακόμα να ζήσω, πολλά να μάθω, να γευτώ τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Να πεθάνω ευτυχισμένος. Και ποια σημασία μπορεί να έχουν για μένα τα όσα συνέβησαν σήμερα ή και τις προηγούμενες έξι ημέρες. Ποια σημασία μπορεί να έχει το ότι υπάρχουν κόσμοι με 4, 5, 6, ή 8 στοιχεία δημιουργίας, ποια σημασία μπορεί να έχει για εμάς η Έφη που περίμενε υπομονετικά για τριάντα ολόκληρους αιώνες για να ξεκινήσεις για το ύστατο ταξίδι που της επεφύλαξαν οι κατασκευαστές της; Ποια σημασία έχουν οι αληθινές μορφές μας, η αλήθεια ενός άλλου κόσμου που αντικρίσαμε, ποια σημασία μπορεί να έχουν για εμάς οι θεοί των αρχαίων ελλήνων και δικοί μας πρόγονοι, ποια σημασία μπορεί να έχει το ότι μας χρησιμοποίησαν. Και τι θα σημαίνει τώρα γι αυτούς η εκπλήρωση του σχεδίου τους; Η δημιουργία ενός κόσμου 7 στοιχείων μετά από χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια; Ποια σημασία θα έχει αυτός ο κόσμος για όλους εμάς κι όλους όσους προσωρινά δανείζονται αυτόν τον συμπαντικό βράχο. Ποια σημασία μπορεί να έχει το ότι είμαστε κλεισμένοι σε ένα περιθώριο 7 φανταστικών ημερών από αυτόν που κινεί τα νήματα αυτής της κωμωδίας;»
Και τότε θυμήθηκα αυτά που πάντοτε μας υπενθύμιζε ο Στέργιος: Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι προβλέψιμο, τίποτα δεν έχει σημασία. Και σε αυτή τη σοφή τριάδα πρόσθεσα «όλα μπορούν να συμβούν» και τότε κατάλαβα ότι τα θεμελιώδη μυστικά του σύμπαντος δεν μπορούν να ειπωθούν διότι δεν υπάρχουν στέρεες αλήθειες. Και βρήκα την σοφία στην απλότητα του ΝΟΤΚ-ΓΑΛΠ. Και είδα πως η πορεία μας και ο ρόλος μας εξαρτάται αποκλειστικά από το πώς θα ζήσουμε, πως θα χαρούμε τις ελάχιστες στιγμές μας, τη μικρή παρουσία μας σε ένα ή περισσότερους κόσμους που μας έμελλε να βρεθούμε, γιατί ο ρόλος μας δεν είναι προκαθορισμένος, όμως τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα, μα όλα, μπορούν να συμβούν. Και δεν έχουν αξία μήτε οι ρόλοι που κάποιοι μας επεφύλαξαν όσο σπουδαίοι κι αν είναι. Έχουμε το δικαίωμα να συνεχίσουμε να ζούμε γιατί ο άνθρωπος δεν έχει σκοπό, μα έχει συναισθήματα και επιθυμίες, έχει ανάγκες και καημούς και –πάνω από όλα- έχει ένστικτα. Και όσο βαθύτερες οι ανάγκες τόσο πιο μεγάλη η ικανοποίηση, όσο εντονότερη η θλίψη, τόσο πιο μακάρια η χαρά, όσο μεγαλύτερη η τάφρος των εναλλαγών, τόσο πιο άξια η ζωή. Και θα έρθει μια στιγμή, που ο άνθρωπος θα σηκωθεί ψηλά και θα πάρει τη θέση του στον σιωπηλό ουρανό. Γιατί οι άνθρωποι που έζησαν, σαν πεθάνουν γίνονται κόσμοι που μέσα τους γράφεται η ιστορία του σύμπαντος και άλλοι, μικρότεροι άνθρωποι, αναρωτιούνται αν αυτός ο κόσμος είναι απέραντος ή αν κάποτε θα κατανοήσουν τη λειτουργία του ή αν τον ορίζει ο θεός ή μήπως υπάρχουν και άλλοι κόσμοι…..
Αυτή λοιπόν είναι η γη μας. Ένας άνθρωπος που έζησε, ένας προσωπικός κόσμος που μέσα του ζούμε και κάποτε πεθαίνουμε. Μα ήρθε η ώρα να σας αφήσω. Να ζήσω, όσο πιο έντονα μπορώ, να βιώσω τα βαθύτερα των συναισθημάτων, και να πεθάνω, για να γίνω και εγώ ένας νέος κόσμος στον χάρτη του σύμπαντος.


























“ΟΝΕΙΡΟ”
Ήμουν λεει κλεισμένος σε ένα ξύλινο φέρετρο, δύο μέτρα κάτω από το χώμα της γης των προγόνων μας, μια γη που τώρα ανήκει σε άλλους. Τα ρούχα μου είχαν λιώσει και το σώμα σάπιζε, γεννούσε σκουλήκια που το καταβρόχθιζαν με βουλιμία. Είχα σταυρώσει τα μισοφαγωμένα χέρια μου στο στήθος και κρατούσα τα μάτια ανοικτά, ακόμα και όταν τα σκουλήκια του θανάτου πλησίασαν και σκέπασαν το φως οι σκιές τους, για να ορθωθούν από την αηδία όσες τρίχες είχαν απομείνει στο κακομοιριασμένο σώμα. Τώρα πια δεν είχα μάτια, δεν μπορούσα πια να αντικρίζω την ανυπαρξία φωτός της κάσας και έτσι αρκέστηκα να σκέπτομαι, να σκέπτομαι και να σκέπτομαι, ώσπου ξεχνούσα αυτά που είχα κάποτε ζήσε και σκεφτόμουν όλο και πιο έντονα τις σκέψεις μου.
Δεν θυμόμουν πια τίποτα από τη περασμένη ζωή μου –άραγε ήμουν το κακέκτυπο του ζωντανού εαυτού μου;
Υπήρχαν στιγμές που τα σκουλήκια του θανάτου σταματούσαν το μακάβριο έργο τους. Τότε ένιωθα ήρεμος, σχεδόν ευτυχισμένος. Δεν θα αντάλλασσα εκείνες τις στιγμές με τίποτα. Εγώ να αναπνέω ήσυχα, και τα σκουλήκια –κουβαριασμένα το ένα πάνω στο άλλο με τα σπλάχνα μου- να σαλεύουν ικανοποιημένα.
Μετρούσα το χρόνο, νιώθοντας τα ολοένα και πιο μέσα μου. Ο καιρός περνούσε έτσι με μεγάλα διαστήματα θλίψης (ο πόνος είχε χαθεί) και μικρές διακοπές ευτυχίας. Τα έμβρυα της σαπίλας με είχαν σχεδόν αποτελειώσει, είχαν παχύνει αρκετά και ένιωθα τα σιχαμερά τους σώματα να πλησιάζουν το κρανία μου. Ένιωσα να μπαίνουν στο στόμα μου, να τρωνε αργά, βασανιστικά τη γλώσσα και τα ούλα μου. Τα ένιωσα κοντά στο μυαλό μου, ένα προσωρινό δισταγμό κι έπειτα οι σκέψεις έσβηναν μία μία, σαν τα φώτα της πόλης του νεκρού Αυγούστου.

ΗΜΕΡΑ ΕΚΤΗ
Μην κρύβεσαι δίπλα μου, σκουριασμένη ευτυχία
τις λέξεις μάλαξε με την καρδιά σου
σε τούτο τον τόπο
ο βασιλιάς Άνεμος και η βασίλισσα Ερημία καραδοκούν.
Τρυφερά σε στολίζει
με όρους πονηρούς και επιτηδευμένους
ο βασιλιάς Άνεμος.
Η βασίλισσα Ερημία
σε στοχεύει αγάπη μου
χαμηλώσου στο θαύμα λοιπόν.
Ότι, μην κοιτάς εγώ
που χάνομαι αγάπη μου
γεννήθηκα γι αυτό.
Να χάνομαι
πίσω από τις γρίλιες, μες την κουπαστή
κοντά στους δυναμίτες κουλουριάζομαι και σέρνω
της ευτυχίας τραγούδι, μπροστάρης
της μπόρας που πλημμυρίζει το νησί
και εξαγνίζει, τις σαρκικές μας ενώσεις.
Σε τρεις περασμένους στους λοβούς των αφτιών σου
ροσευχήθηκαν
ασημόχρυσους κρίκους
σημάδι τελειότητας και ξιπασιάς.
Ενώ εγώ
βρυχιόμουν, ως το τέλος της παντέρημης νύχτας
φορώντας από τα μούσκουλα επάνω χαλαρά
τα πουπουλένια φτερά της επιθυμίας.
Εντάξει
Ότι σαν εγώ εσύ
μα έτσι
ή κάπως έτσι
κρατήθηκες
να μην τελειώσω
και ορμήσουν οι χυμοί μου
εις το σώμα σου.
Το πρωί της έκτης ημέρας κάποιος με σκούντηξε στην πλάτη. Θα ορκιζόμουν πως μέσα στο παραληρητό του πυρετού μου έβλεπα τον Στέργιο αλλά αισθανόμουν ήδη πολύ καλύτερα. Ήταν πράγματι ο Στέργιος! Έκανα να σηκωθώ για να διαπιστώσω πως με πονούσαν όλα τα ζωτικά και μη όργανα του σώματος μου. Ο φίλος μου ο αστακός στεκόταν από πάνω μου, τεράστιος και χαρούμενος, στηριγμένος στα δύο πισινά του πόδια και την ουρά. Ένας λιανός τύπος με σανδάλια και φανερά βρώμικα νύχια έκανε την εμφάνιση του στην πόρτα. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια με άνεση και με βοήθησε να ξεμπλέξω από τα ελεεινά τσουβάλια που Είχα φορέσει. Κάθισα στο πάτωμα και τους κοίταξα. Ο ξένος χαμογελούσε –ή τουλάχιστον προσπαθούσε παίρνοντας μια μάλλον δυσάρεστη έκφραση- θα έβαζα στοίχημα πως κι ο Στέργιος έκανε το ίδιο αν και δεν μπορούσα να ερμηνεύσω επακριβώς την συγκεκριμένη αστακοέκφραση. Εκείνη την στιγμή, θυμήθηκα τους σφίχτες που με είxαν σακατέψει και τόλμησα να ρωτήσω. “Μην ανησυχείς γι αυτούς” μου ήρθε η απάντηση δια στόματος Στέργιου. Είχα πολλές ερωτήσεις αλλά σκέφτηκα να τις φυλάξω γι αργότερα, μετά –ας πούμε- από ένα ζεστό μπανάκι. Με βοήθησαν να ανέβω τα σκαλιά που οδηγούσαν στο ισόγειο. Στον διάδρομο ήταν σκορπισμένοι, κυριολεκτικά διαμελισμένοι σε μικρά κομματάκια, τρεις τύποι που έμοιαζαν με αυτούς που με είxαν αναισθητοποιήσει. Κοίταξα τον Στέργιο και αυτός μου έριξε ένα χαμόγελο “είδες, δεν σου είπα να μην ανησυχείς”. Δεν ανησυχούσα διόλου γι αυτούς τους τρεις. Εξάλλου, τα ήθελαν και τα έπαθαν. Κλώτσησα δυνατά ένα κεφάλι που έκλεινε τον διάδρομο και πρέπει να του κατάφερα ένα γερό σπάσιμο αφού ακούστηκε ένας υπόκωφος κρότος κι έπειτα άλλος ένας, καθώς το κεφάλι κτύπησε δυνατά τον απέναντι τοίχο, λίγο πριν προσγειωθεί μαλακά σε έναν πράσινο καναπέ που βρισκόταν δεξιά στο δωμάτιο και τον γεμίσει αίματα. άρχισα να βρίζω δυνατά γιατί συνειδητοποίησα πως λέρωσα με αίμα τα ολ-σταρ. Και πράγματι μια σημαντική κηλίδα σε σχήμα μισοφέγγαρου είχε σχηματιστεί στο κουτουπιέ μου. Έκανα λίγο ακόμα σεξ με την μάνα του Εβραίου θεού, σκούπισα το παπούτσι στο πουκάμισο που φορούσε ο ακέφαλος τύπος και του τράβηξα και μια κλωτσιά στο σώμα. Έσπασαν κάνα δυο πλευρά αλλά λίγο με ένοιαζε και ακόμα λιγότερο αυτόν. “Σκατομαλάκες” είπα και βγήκα έξω.
Το φως του ήλιου με τύφλωσε. Πίσω μου ακολουθούσαν τα παιδιά που είxαν πιαστεί αγκαλιά και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Γύρισα και τους κοίταξα. Ο τύπος ήταν αληθινός λίγδας, εννοώ ο μυστήριος με τον Στέργιος. είχε να πλύνει τα πόδια του από τότε που βρισκόταν στην ήσυχη παραλία-μήτρα της μαμάς του. Θα ρωτούσα τον Στέργιο αργότερα γι αυτόν. Με απασχολούσαν άλλα, πιο σοβαρά ζητήματα, όπως: που στο διάολο βρίσκομαι; Σαν να άκουσε την σκέψη μου ο Στέργιος απάντησε “στην Αγιασό”. “Κουλ –ξανασκέφτηκα- και τι σκατά είναι η αγιασός; “Μια παραλία στη δυτική μεριά της Νάξου βρε μαλάκα” συνέχισε να μαντεύει αυτά που σκεπτόμουν. Τον περιεργάστηκα. “Πάμε” ήρθε η απάντηση σε μια ερώτηση που δεν έγινε ποτέ και κατεβήκαμε στην παραλία για μπάνιο. “Ακριβώς” μου είπε ο Στέργιος όταν αναρωτήθηκα “Τι γίνεται εδώ; Διαβάζει τις σκέψεις μου ο μαλάκας;” Τον ξανακοίταξα. Το βλέμμα μου πήγε στον μυστήριο “ευκαιρία να πλύνει τα πόδια του” σκέφτηκα και ο Στέργιος δεν είπε τίποτα.
Βούτηξα στη θάλασσα, το νερό ήταν υπέροχο. Έμεινα μέσα όσο περισσότερο μπορούσα –μέχρι που άρχισα να τουρτουρίζω- για να μου φύγει η ιδέα της λίγδας από τα βρωμερά τσουβάλια που Είχα φορέσει και –την στιγμή εκείνη- θυμήθηκα τα ζωύφια που σκαρφάλωναν πάνω μου το προηγούμενο απόγευμα και άρχισα να ουρλιάζω.
Εδώ θα πρέπει να διακόψω την διήγηση μου για να επισημάνω τον αξιοπερίεργο φόβο μου για τα πάσης φύσεως έντομα. Σιχαίνομαι τα έντομα που πετάνε, τα έντομα που πηδάνε, ακόμα και αυτά που περπατάνε ή έρπουν. Σιχαίνομαι οτιδήποτε πετάει και δεν είναι πουλί, αεροπλάνο ή ελικόπτερο. Με ανατριχιάζουν. Τα βρίσκω αηδιαστικά και εξαιρετικά ηλίθια. Όποτε μπορώ, τα βοηθάω να απαλλαγούν από το συγκεκριμένο σώμα μπας και είναι πιο τυχερά στην επόμενη μετεμψύχωση.
“Σκέπτεσαί τις σκέψεις μου, γαμημένε αστακέ –του είπα- τα κατάφερες να με σώσεις από βέβαιο πνιγμό, αν βέβαια μπορεί να πνιγεί κάποιος σε είκοσι εκατοστά νερό” συμπλήρωσα ειρωνικά αφού το ηλίθιο οστρακόδερμο είχε βουτήξει στο νερό και με τραβούσε με το ζόρι στην παραλία φοβούμενο ότι θα πνιγώ. “Άσε με κάτω ρε μαλάκα” του φώναξα μάταια, γιατί τό το γαμημένο του όστρακο μου γρατζουνούσε την πλάτη. Με σώριασε στην παραλία. Ο μυστήριος λίγδας με κοίταξε με ενδιαφέρον. Ήλπιζα να μην διάβαζε και αυτός τις σκέψεις μου.
Αράξαμε στην άμμο. Ο ήλιος σκαρφάλωνε στον Κυκλαδίτικο ουρανό. άρχισε να κάνει ζέστη. Ξαφνικά θυμήθηκα εκείνο το κόμικ με τον ανθρωποειδή αστακό που βγαίνει από την θάλασσα, πηδάει μια γκόμενα που τον περίμενε ξαπλωμένη και αφού πέφτουν τούφα και οι δύο τους στον ήλιο και περνάει κάμποση ώρα, η γκόμενα βγάζει ένα πιρούνι, τον δοκιμάζει αν ψήθηκε και αρχίζει να τον τρωει. Με έπιασαν τα γέλια που μου κοπήκαν όμως απότομα μόλις είδα το ύφος του Στέργιου. Πέρασε λίγη ώρα μέχρι να ηρεμήσω από τα γέλια που προσπαθούσα να κρύψω και με συνταράσσανε. Ο φίλος μου, βρήκε έναν ενδιαφέρον τρόπο να αλλάξει την κουβέντα. “Από εδώ ο Στεφάν Περέλ” μου είπε δείχνοντας τον λίγδα ο οποίος έκανε μια αδέξια προσπάθεια να επιχειρήσει μια θεατρινίστικη υπόκλιση. <δεν φτάνει που είναι λίγδας, βρομιάρης και βλαμμένος, είναι και Γάλλος!> σκέφτηκα και είπα “χαίρω πολύ, ΄Χρήστος, κυνηγός Γάλλων σε διακοπές” και φυσικά δεν άπλωσα το χέρι. “Ο επονομαζόμενος και Νεκρός Ποιητής” συμπλήρωσε απτόητος ο Στέργιος. <Τώρα μάλιστα, χέστηκε η φοράδα στο αλώνι. Τι νεκρός ποιητής, βρωμερός ποιητής θα έπρεπε να λέγεται> σκεπτόμουν. “Δεν φτάνει που σε σώσαμε παλιομαλάκα.......” τα πήρε ο Στέργιος και σηκώθηκε. “Άντε γαμήσου μωρή μαγιονέζα” ανταπέδωσα και συνέχισα να ρίχνω μπινελίκια με διάφορους αποδέκτες από τους οποίους τις κυρίως μερίδες έφαγε ο Εβραίος θεός και η μάνα του. Ο Νεκρός Ποιητής μας παρατηρούσε έκπληκτος. Δεν ήξερε πως το αμφίδρομο βρισίδι ήταν ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια. Εννοείται πως, όλη αυτή την ώρα, ούτε καν διανοήθηκε –έστω- να βρέξει τα πόδια του. “Πάμε να φύγουμε;” ρώτησα.
Μπήκαμε σε ένα τζιπάκι που είxαν νοικιάσει. Εγώ μπροστά –ρίχνοντας ακόμα μπινελίκια- ο λίγδας πίσω –λέρωνε τα καθίσματα και ο Στέργιος στο τιμόνι. Το αυτοκίνητο σταμάτησε κάπου στο κέντρο της πόλης της Νάξου, έξω από ένα μικρό ξενοδοχείο. Με οδήγησαν σε ένα χαριτωμένο δωμάτιο με ατομικό μπάνιο και φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να χέσω, κάτι σφιχτές κουράδες άλλο πράγμα, μου έφυγε ο πάτος μέχρι να αδειάσω! Το δεύτερο πράγμα που έκανα ήταν να φωνάξω τον λίγδα μήπως πεινούσε αλλά δεν κατάλαβε τι του έλεγα –έχασε μια σπουδαία ευκαιρία- και έτσι τράβηξα το καζανάκι. Έκανα και ένα τρομερό –άκρως απολαυστικό- ντουζάκι και ήμουν ολοκαίνουργιος. Τύλιξα την μεγάλη πετσέτα του ξενοδοχείου στην μέση μου και βγήκα έξω. είxαν αράξει στο μπαλκόνι. Μπροστά μας απλωνόταν η πλαζ του Αγίου Γεωργίου. Κάθισα.
Πίναμε τον καφέ μας –που ευτυχώς δεν είχε φιλοτεχνήσει ο Στέργιος- και είχε πια έρθει η ώρα των ερωτήσεων.
“ΜΑ ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΕΛΙΚΑ;”
Ο Στέργιος ανάλαβε να μου απαντήσει. “Όπως μου εξήγησε η Λίνε, την οποία συνάντησα στο πλοίο σε συνθήκες ιδιάζουσες –και θα σου εξηγήσω αργότερα τι εννοώ- οι τύποι ήταν μπράβοι, σταλμένοι από την οικογένεια της. Μόλις έλαβαν το τηλεφώνημα της μικρής, ότι και καλά θα παντρευτεί έναν γύφτουλα σαν και σένα –δεν το ήξεραν αλλά θα το υπέθεσαν- δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν. Δεν υπήρχε πολύ χρόνος να οργανωθεί μια επιχείρηση της προκοπής και έτσι, προφανώς επικοινώνησαν με κάποιον σύνδεσμο τους ή κάποιον από την πρεσβεία ο οποίος μάζεψε αυτά τα ρεμάλια από τις παραλίες και που μάλλον ήταν μπάτσοι ή στρατιωτικοί ή κάτι τέτοιο. Τα ρεμάλια έβαλαν μπρος την επιχείρηση και θα είχε ευτυχή κατάληξη γι αυτούς εάν δεν έπεφταν πάνω μας”.
“ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΛΙΝΕ;”
“Το πλοίο γύριζε στον Πειραιά, ήταν φίσκα και στο μπαρ του καταστρώματος γινόταν πανικός. Δεν προλάβαινα να κλάσω. είχαμε περάσει τη Νάξο και κινούμασταν προς τα ψαλίδια της Πάρου. Ένας ξανθός τεράστιος τύπος ήρθε στο κυλικείο και αφού ξεφορτώθηκε με κλωτσιές και απειλητικές ματιές τα είκοσι περίπου άτομα που περιμένανε πριν από αυτόν, έφτασε μπροστά μου. Ζήτησε απαιτητικά τρία σάντουιτς και αντίστοιχους καφέδες. Έδωσα τόπο στην οργή γιατί βαριόμουν να τον κατακρεουργήσω –όπως θα έπρεπε- και ετοίμασα ήρεμα την παραγγελία. Ο τύπος πλήρωσε και έφυγε. Από την θέση μου μπορούσα να δω προς τα που κατευθυνόταν και όταν σε λίγο αραίωσε η δουλειά ακολούθησα την διαδρομή που είχε πάρει. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να τον ακολουθήσω, ίσως η υπεροψία του –τα-είχα-πάρει-στο-όστρακο- ή ίσως κάτι άλλο, καθώς –όπως πολύ καλά γνωρίζεις- τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όπως και να ‘χει, κατεβαίνοντας τις σκάλες που οδηγούν στο κάτω κατάστρωμα εντόπισα τον τύπο, σε ένα παγκάκι μαζί με ένα ομοειδές κτήνος και μια χαριτωμένη κοπελίτσα ανάμεσα τους, στην οποίας το πρόσωπο αναγνώρισα την Λίνε. Θα θυμάσαι βέβαια πως γνωριστήκατε στην ουρά του κυλικείου μου.
Τα δύο κτήνη είxαν βάλει στην μέση το κοριτσάκι. Η εικόνα δεν είχε τίποτα το φυσιολογικό και η μικρή φαινόταν να είχε κλάψει πρόσφατα. Αυτό με νευρίασε ακόμα περισσότερο. Έκανα μια ενδοσκόπηση στα μυαλά των πιθηκάνθρωπων αλλά δεν μπόρεσα να ανακαλύψω ούτε μια σωστά δομημένη σκέψη. Αποφάσισα να μην κουράσω περαιτέρω το μυαλό μου και προχώρησα προς το μέρος τους –ελπίζοντας να μην κάνω καμία γκάφα- πλησιάζοντας σε απόσταση που μπορούσα να μυρίζω την σιχαμένη ιδρωτίλα που ανέδιδαν τα γομάρια, ανακατεμένη με ένα ελαφρύ άρωμα δέρματος και σπέρματος που ανέδιδε –ευωδίαζε- η Λίνε. Δεν ήξερα τι να πω και έτσι αρκέστηκα να τους κοιτάξω όσο πιο άγρια μπορούσα περιμένοντας τους να μου δώσουν μια αφορμή. Δεν περίμενα πολύ. Αφού με κοίταξαν για λίγο ενοχλημένοι –σαν να κάθισε μια μύγα στην μύτη τους- το γομάρι που είχε ψωνίσει σηκώθηκε και δοκίμασε να με σπρώξει δυνατά για να πέσω κάτω. Με μια γρήγορη κίνηση του έκοψα τα χέρια από τους ώμους. Κοίταξε για λίγο τα πεσμένα του χέρια με κατάπληξη. Τα αίματα εκσφεντονίζονταν με δύναμη από το σημείο του ακρωτηριασμού. Έπειτα ήρθε ο πόνος. Σωριάστηκε στο παγκάκι και λιποθύμησε. Τα αίματα είxαν μουσκέψει την αριστερή πλευρά του κοριτσιού που αιφνιδιασμένο στην αρχή δεν είπε τίποτα αλλά μόλις συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, αντί να αρχίσει να ουρλιάζει όπως θα περίμενε κανείς, έκρυψε το κεφάλι στα δυο της χέρια και άρχισε να κλαιει γοερά. Την καθησύχασα ή τουλάχιστον προσπάθησα να της εξηγήσω πως είμαι φίλος και πως δεν επρόκειτο να της κάνω κακό.
Σήκωσα το σώμα του τύπου και το πέταξα στην θάλασσα. Του έστειλα και τα χέρια του μήπως θέλει να τραβάει καμία μαλακία εκεί που θα πάει και πήρα στο κατόπι τον άλλο, που εντωμεταξύ είχε γίνει καπνός. Στο πλοίο επικρατούσε πανικός. Οι επιβάτες που είxαν παρακολουθήσει την μικρή μου επίδειξη είxαν αρχίσει να τρέχουν προς το εσωτερικό του πλοίου. Πανδαιμόνιο. Πολλοί ποδοπατήθηκαν και υπήρχαν αρκετοί τραυματίες και κάνα δυο νεκροί.
Τον άλλο σφίχτη τον πέτυχα πίσω από μία σωσίβια λέμβο, να τρέμει, διπλωμένος σε εμβρυακή στάση. Μόλις με είδε, πήδηξε χωρίς δισταγμό στην θάλασσα. Πρέπει να τον έκανε κομματάκια η προπέλα του πλοίου γιατί κοίταξα κάτω και είδα μικρά και μεγάλα κομματάκια κρέας να ξεβράζονται μαζί με τους αφρούς, κομμάτια από ρούχα και ένα παπούτσι.
Τώρα που το σκέπτομαι ίσως θα έπρεπε να χειριστώ το θέμα με μεγαλύτερη λεπτότητα αλλά ξέρεις πόσο παρορμητικός είμαι. Εξάλλου, αν δεν Είχα συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο και δεν Είχα αναγκαστεί να το σκάσω από το καράβι, δεν θα Είχα συναντήσει τον Στέφαν, δεν θα του Είχα μιλήσει και δεν θα είxαν συμβεί όσα ακολούθησαν. Δηλαδή επανερχόμαστε σε αυτό που είπα και πριν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Γύρισα στο παγκάκι –είπε ο Στέργιος επιστρέφοντας στην διήγηση του. ΄χρησιμοποίησα διάφορους τρόπους για να την συνεφέρω αλλά δεν πέτυχα τίποτα. συνέχιζε να κρύβει το πρόσωπο της και να κλαιει. Έσκασε μύτη και ο καπετάνιος και με απέλυσε αλλά δεν τόλμησε να με συλλάβει παρόλο που είχε κουβαλήσει μαζί του σχεδόν όλο το πλήρωμα. Πιθανά σκεφτόταν πως θα με συλλάμβαναν οι μπάτσοι μόλις φτάναμε στο λιμάνι. εγώ βέβαια Είχα άλλα σχέδια αλλά δεν τα εκμυστηρεύτηκα στον καπετάνιο. “Εντάξει –τους είπα- απολύομαι, αδειάστε μου τώρα την γωνιά” αγρίεψα λιγάκι και γίνανε άφαντοι. Τα δυο καταστρώματα είxαν αδειάσει ολοσχερώς. Μόνο εγώ και η Λίνε μείναμε έξω.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Το μυαλό της ήταν γεμάτο μπερδεμένες σκέψεις και εικόνες. Κάθισα αναπαυτικά και περίμενα. είχαμε φτάσει σχεδόν στο Σούνιο όταν μια σκέψη ξεκαθάρισε <η ανησυχία της για σένα>. “Ο ΄Χρήστος είναι καλά” της είπα ψέματα και εκείνη γύρισε –και για πρώτη φορά- με κοίταξε. Η αναφορά του ονόματος σου την αφύπνισε. Μετά τα πράγματα ακολούθησαν μια φυσιολογική πορεία. Με θυμήθηκε “φίλος σου;” σε είχε ρωτήσει όταν μας είδε μαζί. Μου διηγήθηκε λοιπόν το πως σας απήγαγαν από τον Απόλλωνα οι μπράβοι που είχε στείλει η οικογένεια της για να αποτρέψουν τον γάμο -με κοίταξε επιτιμητικά και άρχισε να χασκογελάει. Μόλις τελείωσε με τις ειρωνείες επέστρεψε στην διήγηση.
Η μικρή δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί γιατί της είxαν κλείσει τα μάτια. Το σίγουρο ήταν ότι σας είxαν βάλει στο αμάξι και ότι σε κάποια φάση σταμάτησε και της φάνηκε ότι σε μετέφεραν σε άλλο όχημα, πιο σωστά, σε πέταξαν από το ένα πορτ-μπαγκάζ στο άλλο. Η Λίνε και οι δύο από τους τρεις σφιχτές συνέχισαν για το λιμάνι και επιβιβάστηκαν στο πρώτο πλοίο που περνούσε για Πειραιά και που –για κακή τους τύχη- ήταν το Ροδάνθη.
Πάντως μην ανησυχείς για την μικρή. Αυτή την στιγμή βρίσκεται ασφαλής στο σπίτι του Τάκη. Αν δεν της βγάλει τα μάτια η Εύη. Την εφοδίασα με ένα σημείωμα που περιγράφει, σε γενικές γραμμές, την φάση και εξορκίζει τον Τάκη να μας την προσέχει μέχρι να γυρίσουμε”.
“ΚΑΛΑ, ΠΩΣ ΜΕ ΒΡΗΚΑΤΕ;”
“Στην προσπάθεια μας να σε βρούμε –πρώτα από όλα δεν ξέραμε αν είσαι ζωντανός ή νεκρός- έπρεπε να έχουμε μία αφετηρία, ένα σημείο εκκίνησης για τις έρευνες μας. Την αφετηρία αυτή μας την έδωσε η Λίνε. Την Είχα πιέσει αρκετά, μπας και θυμηθεί κάτι πιο συγκεκριμένο από την διαδρομή που διανύσατε μέχρι να σταματήσετε για να αλλάξεις όχημα. Η Λίνε δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα χρειάστηκε το αμάξι για να φτάσει σε εκείνο το σημείο. Θυμόταν όμως, πως το αυτοκίνητο πήγαινε αρκετά γρήγορα και πως η απόσταση από τον Απόλλωνα στο σημείο Χ ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη απόσταση του σημείου Χ από την πόλη της Νάξου. Η Λίνε όμως θυμήθηκε και κάτι άλλο, πιο σημαντικό. Είπε, πως πριν το επίμαχο σημείο ο δρόμος έκανε ένα σαμαράκι ή κάτι τέτοιο γιατί όταν περνούσαν από εκεί της δόθηκε η εντύπωση ότι το αυτοκίνητο θα απογειωνόταν. Μετά από λίγο, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Όπως αποδείχθηκε αργότερα ήταν ένα πολύ καθοριστικό στοιχείο.
Με το που φτάσαμε στη Νάξο νοικιάσαμε το τζιπάκι, συμβουλευτήκαμε ένα χάρτη και πήραμε έναν από τους δρόμους που περνάνε μέσα από τα βουνά γιατί η Λίνε μου είπε πως στην διαδρομή βουλώσανε τα αφτιά της. Διαλέξαμε στην τύχη τον δρόμο που περνάει μέσα από το χωριό Κυνίδαρος και ξεκινήσαμε, τρέχοντας σαν τρελοί, γιατί ο Στεφάν σκέφτηκε –πολύ έξυπνα- πως ο μόνος τρόπος για να μην μας διαφύγει το σημείο που περιέγραψε η Λίνε, θα ήταν να τρέχουμε τόσο ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα να περάσει απαρατήρητο ένα σημείο που το αυτοκίνητο μοιάζει να θέλει να πετάξει.
Σε λιγότερο από μια ώρα ήμασταν στον Απόλλωνα και -Δυστυχώς- σε όλη την διαδρομή δεν αντιληφθήκαμε τίποτα το ύποπτο. Κάναμε μια βόλτα από το ξενοδοχείο που καταλύσατε, πληρώσαμε έναν επίμονο τύπο με μακριά μαλλιά -που είχε καιρό να γαμήσει- για την διανυκτέρευση και γενικά ρωτήσαμε κόσμο για σας αλλά παρόλο που μερικοί ισχυρίστηκαν πως σας είxαν προσέξει, κανένας δεν είδε κάτι το ύποπτο –εκτός δηλαδή από το γεγονός πως η Λίνε τους είχε σπάσει τα νεύρα μιλώντας για πάνω από μισή ώρα στο τηλέφωνο, αφήνοντας το μισό χωριό να περιμένει στο μοναδικό δημόσιο τηλέφωνο του Απόλλωνα. Ερευνήσαμε το δωμάτιο σας, πήγαμε στον Κούρο, τίποτα. Εκτός από αυτό το σκουλαρίκι (μου το έδειξε) -δικό σου δεν είναι- που βρήκαμε στην αρχή της σκάλας που οδηγεί στο άγαλμα (μου έδωσε το σκουλαρίκι).
Φύγαμε λοιπόν απογοητευμένοι και πήραμε τον δρόμο που περνάει από το χωριό Μονή, καθώς θεωρήσαμε απίθανο να είχατε πάρει τον δρόμο της Απειράνθου. Περάσαμε την Μονή, την Τραγέα, τον Δαμαριώνα και ξαφνικά, ένιωσα το τζιπάκι μας να απογειώνεται. Ο Στεφάν πάτησε τόσο απότομα το φρένο που κοντέψαμε να ντεραπάρουμε. Ήταν απίθανο να υπάρχουν δύο παρόμοια σημεία στην Νάξο –αν και με αυτούς τους δρόμους όλα να τα περιμένεις. Έτσι, ξεκίνησα το τζιπάκι με μια σταθερή ταχύτητα πια και με κατεύθυνση την πόλη, γιατί υποθέσαμε πως το δεύτερο αμάξι θα περίμενε σε τέτοιο σημείο ώστε το αμάξι της Λίνε να μην αναγκαστεί να λοξοδρομήσει. Πέντε λεπτά αργότερα είδα στο αριστερό μέρος του δρόμου μια πινακίδα που έλεγε “ΑΓΙΑΣΟΣ” και πλέον ήμουν σχεδόν βέβαιος πως το μέρος που σε είxαν κρύψει ή θάψει, ήταν η Αγιασός. Παρά το προαίσθημα μου, ακολουθήσαμε για λίγο τον κεντρικό δρόμο για να διαπιστώσουμε με ικανοποίηση πως η επόμενη διασταύρωση απείχε γύρω στα επτά λεπτά. Γυρίσαμε στην διασταύρωση και πήραμε τον δρόμο της Αγιασού.
Τι κωλόδρομος φίλε μου! Τα είδαμε όλα. ΄χρειαστήκαμε σαράντα πέντε λεπτά να διανύσουμε δέκα χιλιόμετρα. Εκεί πετύχαμε έναν τύπο με γυαλιά, γαμψή μύτη και απίθανο βάδισμα να περπατάει αφηρημένο (δεν το ήξερε ο Στέργιος αλλά τυχαία διασταυρώθηκε με τον συγγραφέα του βιβλίου “Η επανάσταση των γούφηδων”). είχε μια σχολική τσάντα κρεμασμένη στον ώμο. Κόντεψε να πέσει πάνω στο αμάξι. Τον θεώρησα μάλλον ακατάλληλο άτομο για να πάρω τις πληροφορίες που ζητούσα και προχωρήσαμε παρακάτω.
Πετύχαμε έναν αηδιαστικό κωλόχοντρο. Το ρώτησα –κρύβοντας επιμελώς την αηδία μου- μήπως ήξερε που βρίσκονταν κάτι ξένοι που ήρθαν στο χωριό τελευταία και που τυχαίνει να είναι φίλοι μας. Μάσησε κάτι ακαταλαβίστικες φράσεις και μου έδειξε το σπίτι που σε κρατούσαν, το οποίο ήταν κάπως πιο απομονωμένο από τα υπόλοιπα. Οδηγήσαμε το τζιπ στο κρησφύγετο.
Άφησα τον Στεφάν να περιμένει και χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξε ένας κτήνος πανομοιότυπο με άλλα δύο στο πλοίο. “Ήρθα να πάρω τον ΄Χρήστο” είπα και του ξερίζωσα την καρδιά με την δαγκάνα. Οι άλλοι δύο που βρισκόντουσαν μέσα βγάλανε κάτι πιστόλια και άρχισαν να πυροβολούν. Μου ρίξανε κάνα δύο αλλά το όστρακο “τακ τακ” (το κτύπησε με τις δαγκάνες του σαν τον Ταρζάν) δεν καταλαβαίνει Χριστό. Του βόλεψα μια χαρά τους κυρίους” είπε χαρούμενα. “Έπειτα σε βρήκαμε. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις”.
“ΚΑΙ ΤΑ παπούτσια ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ;” ρώτησα με αγωνία..
Μην ανησυχείς. Όλα τα πράγματα σου και της Λίνε φυσικά τα βρήκαμε και τα πήραμε μαζί μας. Στο διπλανό δωμάτιο θα βρεις την τσάντα σου”. “Α, ωραία –είπα- δώσε μου τότε το κλειδί να βρω κάτι να φορέσω” συμπλήρωσα.
Ήμουν πολύ ευχαριστημένος που ξαναέβρισκα το αγαπημένο μου σακίδιο με τα υπέροχα κοινότυπα ρούχα μου. Ντύθηκα λοιπόν (Τι θα πει τι φόρεσα; Ότι φοράω πάντα), τσέκαρα τα παπούτσια της Έλενας –για να διαπιστώσω πως κοιμόντουσαν μακαρίως- και επέστρεψα στο μπαλκόνι.
“ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΜΩΚΑΦΕΣ ΜΟΥ;”
“Τον καφέ σου τον πήρε η καμαριέρα. Πρέπει να την κάνουμε” είπε ο Στέργιος και σηκώθηκε.
Πρέπει για μια ακόμα φορά να διακόψω την ροή της ιστορίας προσκείμενου να επισημάνω μία ακόμη από τις συνήθειες μου –βίτσια μου, αν προτιμάτε. Μου αρέσει να πίνω απελπιστικά αργά τον καφέ μου. Μερικές φορές είναι δυνατόν να ξεκινήσω το πρωί και να τελειώσω αργά το βράδυ. Ότι βέβαια πίνοντας καφέ από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά πίνοντας λίγο, έπειτα καταπιάνομαι με κάτι, πίνω λίγο ακόμα, μετά κάνω κάτι άλλο κ.ο.κ.
“Μην ξεχνάς ότι η Λίνε σε περιμένει στην Αθήνα” δικαιολογήθηκε ο Στέργιος. Το ζήτημα είναι ότι αν μου πάρουν τον καφέ πριν τον τελειώσω στραβώνω, καταλάβατε;















Μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας, αφήσαμε το τζιπ στο γραφείο ενοικιάσεως και αφού βγάλαμε εισιτήριο ξεκινήσαμε βιαστικά για την προβλήτα. ευτυχώς το πλοίο είχε καθυστέρηση. Ίσα που το προλάβαμε. Το πλοίο είχε ήδη τιγκάρει από την Σαντορίνη και την Ίο και αναρωτήθηκα πως θα χωρούσε όλος αυτός ο κόσμος που περίμενε στην προβλήτα. “Αλήθεια, γιατί έχει τόσο κόσμο;” ρώτησα τον Στέργιο. “έχουμε βουλευτικές εκλογές σήμερα, το ξέχασες” απάντησε. <Πω ρε πούστη, το Είχα αμελήσει τελείως. Πολύ θα ήθελα να ψηφίσω ΣΕΟΠ αλλά τώρα, γάμα τα. Δεν προλάβαινα με τίποτα. Η προλάβαινα; Η ώρα είναι δώδεκα. μέχρι να φτάσει το πλοίο θα πήγαινε τουλάχιστον επτά. Τα εκλογικά κέντρα κλείνουν με την δύση του ηλίου, δηλαδή γύρω στις επτά και μισή. Θα δούμε..> σκεπτόμουνα. Θα έψηνα και τον Στέργιο αλλά αυτός δεν ψήφιζε.
Το πλοίο άραξε και ο Στέργιος, ο Νεκρός Ποιητής και εγώ επιβιβαστήκαμε ήρεμα –αφήνοντας τους άλλους να σπρώχνονται και να βρίζονται- ανεβήκαμε στο πιο υψηλό κατάστρωμα και μπήκαμε σε μια από τις σωσίβιες λέμβους, καθώς στα καταστρώματα γινόταν κόλαση. Με τα πολλά, ο κόσμος βολεύτηκε όπως μπορούσε, καταλάγιασε το πανδαιμόνιο και έτσι μπορέσαμε να συνεχίσουμε την συζήτηση μας ή καλύτερα την απάντηση των πολλών ερωτήσεων που είχα.
“ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ. ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΛΙΚΕΙΑΡΧΗ ΣΕ ΠΛΟΙΟ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΚΠΛΗΣΣΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Ο ΟΠΟΙΟΣ, ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ, ΣΕ ΞΕΡΩ;
“Έχεις απαντήσει μόνος σου στην ερώτηση που έθεσες. Είσαι ο μόνος που με γνωρίζεις. Με ξέρεις από καιρό, με έχεις συνηθίσει και παρά τι όποιες μικροαλλαγές <μικροαλλαγές;!> στο μέγεθος μου, με αναγνωρίζεις γιατί είμαι –εν δυνάμει- στο μυαλό σου και Ότι κάτι που ξεπερνάει τα όρια της σκέψης σου. Εκτός από τα υπερβατικά γεγονότα που έχεις βιώσει –τα ταξίδια σου σε άλλα υποσυνείδητα για παράδειγμα- έχεις και το πλεονέκτημα της πρότερης επαφής. Ανεξάρτητα από τους λόγους που σε καθιστούν ικανό να μπορείς να με αντιληφθείς –στην παρούσα μορφή- γεγονός είναι ότι οι υπόλοιποι δεν έχουν αυτήν την ικανότητα. Αν δεν γνώριζα τον Στεφάν θα έλεγα πως οι πιθανότητες να αναγνωρίσει κάποιος την πραγματική μου μορφή είναι από μηδαμινές ως ανύπαρκτες. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο Ροδάνθη δεν έβλεπαν εμένα αλλά αυτό που θα περίμεναν να δουν. Έναν κυλικειάρχη δηλαδή με γελοίο παπιγιόν, κόκκινο γιλέκο και άσπρο πουκάμισο. Το ξέρεις αλλά θα στο υπενθυμίσω: “Ο άνθρωπος μπορεί να δει μονάχα όσα μπορεί να φανταστεί””. <Ναι, κάτι τέτοια μου έλεγε και η Έφη> σκέφτηκα. “Γι αυτήν, θα σου μιλήσω αργότερα” είπε ο Στέργιος και με έστειλε.
“ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΗΝ ΓΛΙΤΩΣΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ;”
Είχαμε περάσει το Σούνιο, όπως σου είπα, όταν συνήλθε η Λίνε και μου εξομολογήθηκε αυτά που σας είxαν συμβεί. ΄χρειάστηκε ακόμα μισή ώρα για να καταφέρει να ανασύρει τις λεπτομέρειες που τελικά με οδήγησαν σε εσένα. Κλείδωσα γερά τις πληροφορίες στην μνήμη μου, της έδωσα το σημείωμα και την διεύθυνση του Τάκη και ετοιμάστηκα να πηδήξω από το πλοίο σε εκείνο το σημείο που η ρότα του πλησιάζει πολύ κοντά στην στεριά. Σε μια μικρή χερσόνησο, δεν θυμάμαι τώρα το όνομα της. Ο μόνος τρόπος να πηδήξεις από το πλοίο χωρίς να σε κάνει κομματάκια η προπέλα, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι η πλώρη γιατί μέχρι να πέσεις το πλοίο έχει ήδη απομακρυνθεί. Καθώς τα καταστρώματα είxαν ερημώσει, έδωσα τις τελευταίες οδηγίες μου στην μικρή και πήγα με την ησυχία μου στην πλώρη. Στάθηκα στο κάγκελο, πήρα μια βαθιά ανάσα –αν και δεν χρειαζόταν- και έκανα την πιο γερή βουτιά που μπορούσα. μέχρι να προσγειωθώ το πλοίο είχε ήδη απομακρυνθεί.
Κατάφερα να φτάσω στην ακτή. Είχα αρκετά χρήματα πάνω μου και-αφού περίμενα λίγη ώρα να στεγνώσω- σταμάτησα ένα ταξί. Ήμουν αποφασισμένος να έρθω να σε σώσω ή έστω να περιμαζέψω το κουφάρι σου. Το ταξί με άφησε στο λιμάνι. εκεί το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον Στεφάν. Καθόταν πάνω στο σακίδιο του. Υπέθεσα ότι περίμενε το επόμενο πλοίο για τα νησιά. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου είχε κινήσει την προσοχή. Πλάι του, μια κοντή κοτέ γκόμενα του μιλούσε και χειρονομούσε με ενθουσιασμό. Ο Στεφάν γύρισε και κοίταξε προς το μέρος μου με ένα ύφος μαρτίνι μπιάνκο. Η έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του και κατάλαβα ότι με είχε αναγνωρίσει. Εννοώ πως είχε αναγνωρίσει τι ήμουν. Η γκόμενα –απτόητη- συνέχιζε να μιλάει και να χειρονομεί αλλά αυτός είχε μείνει αποσβολωμένος πάνω μου. Σου είπα, είναι ελάχιστοι αυτοί που θα μπορούσαν να με δουν και έτσι κατάλαβα ότι ο Στεφάν ήταν κάτι το ξεχωριστό. αποφάσισα να του μιλήσω.
Εντωμεταξύ, οι μπάτσοι έκαναν σχολαστικές έρευνες στο Ροδάνθη –που είχε αράξει λίγο παραπέρα- και δεν μπορούσα να φανερωθώ φόρα παρτίδα γιατί κάποιος από το πλήρωμα ή τους επιβάτες θα μπορούσε να με αναγνωρίσει. Περίμενα υπομονετικά, γιατί ήξερα πως το πλοίο ήταν αναγκασμένο να εκτελέσει το δρομολόγιο λόγω των εκλογών. Έτσι και έγινε. Οι μπάτσοι φυσικά, δεν βρήκαν τίποτα και το πλοίο ξαναγέμισε και έφυγε.
Ευτυχώς, ο Στεφάν είχε εισιτήριο για το επόμενο πλοίο. Όταν έφυγαν οι μπάτσοι αποφάσισα να πλησιάσω. Το ιδιόρρυθμο ζευγάρι στεκόταν ακόμα στην ίδια θέση. Δηλαδή εκείνη μιλούσε ασταμάτητα και χειρονομούσε έντονα και αυτός με κοιτούσε που πλησίαζα. Στάθηκα μπροστά τους και με έκπληξη μου διαπίστωσα πως και η κοπέλα με αναγνώριζε. Και όχι μόνο αυτό αλλά με αποκάλεσε με το όνομα μου ή, ακριβολογώντας, σκέφτηκε το όνομα μου. Ήταν η σειρά μου να παραξενευτώ. Μέσα σε ένα λεπτό πέρασε από το μυαλό της μια διάλεξη για ένα κόσμο επτά στοιχείων που από ότι κατάλαβα, είχε γίνει και στους δυο σας. Σκοπός της ήταν να έρθει να σε βρει, μαζί με τον φίλο μας. Τον Στεφάν βέβαια, άλλοι –πιο ιδιοτελείς- σκοποί τον είxαν οδηγήσει στην Έφη. Η Έφη –εννοείται- το ήξερε αυτό πολύ καλά και το εκμεταλλευόταν κατάλληλα. Του εξηγούσε πόσο αδικαιολόγητα είχες φύγει και πως την είxαν πληροφορήσει κάτι φίλοι για το που πήγαινες και πως μάλλον κάτι θα σου είχε τύχει γιατί –ήταν πεπεισμένη- πως περίμενες ανυπόμονα το ραντεβού της επομένης. Του είχε δε υποσχεθεί πως μόλις γύριζαν –θα-έκαναν-πολλά-μαζί.
Δεν είχα καιρό για κουβέντες. Κατάλαβα πως η Έφη αναζητούσε και εμένα για τον ίδιο λόγο που αναζητούσε και εσάς. Τους εξήγησα με όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια, το πως είχε η κατάσταση –η Έφη έδειξε να ανησυχεί ιδιαίτερα- αλλά την έπεισα για το επικίνδυνο της περιπέτειας που θα είχαμε στην προσπάθεια μας να σε εντοπίσουμε. Έτσι, την έπεισα να μου δώσει –με βαριά καρδιά- το εισιτήριο της, αφού την διαβεβαίωσα πολλές φορές ότι θα επέστρεφα μαζί με τον Στεφάν και εσένα. ευτυχώς πείστηκε. Δεν Είχα καμία απολύτως όρεξη να την σέρνω μαζί μου και να ακούσω τις πολυλογίες της. Ήξερε βέβαια πως δεν υπήρχε περίπτωση να μην επιστρέφαμε διότι επίκειτω το μετακαλοκαιρινό ΠΑΡΤΙ. Ήμουν σίγουρος ότι η Εφη μας είχε μελετήσει όλους πολύ καλά. Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση είναι ένα τέταρτο άτομο που παρείσφρυσε στις σκέψεις της και που έδειχνε να την ανησυχεί ιδιαίτερα. Νομίζω ότι τέσσερα πρόσωπα –εμείς και το τέταρτο άγνωστο άτομο- παίζουμε κάποιο ρόλο στην εύρεση κάποιου κλειδιού που θα δώσει την ευκαιρία στην Εφη να ανοίξει κάτι ή να λύσει κάποιον γρίφο ή κάτι τέτοιο”.
Αυτά μας έλεγε ο Στέργιος. Το πλοίο άραζε στην Πάρο. Στην προβλήτα γινόταν χαμός. Ακούγονταν δυνατές φωνές, στριγκλιές και περίεργοι κρότοι. Ξεπροβάλαμε τα κεφάλια μας για να διαπιστώσουμε πως είxαν στήσει έναν τρομερό καβγά. Φαίνεται πως ο καπετάνιος είχε αποφασίσει να μην πάρει επιβάτες από την Πάρο, αφού στο πλοίο γινόταν ήδη πατείς σε πατώ. Ο Στεφάν Περέλ που είχε μείνει σιωπηλός όλη αυτή την ώρα –δεν καταλάβαινε γρι Ελληνικά- έβγαλε ένα μικρό επιφώνημα ενθουσιασμού.
“ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΡΕ ΦΙΛΕ;”
“Όπως ήδη ξέρεις –μετέφραζε ο Στέργιος- το όνομα του είναι Στεφάν Περέλ. Γεννήθηκε στην Γαλλία το 1967. Μεγάλωσε σε μικροαστικό περιβάλλον υπό την ασφυκτική προστασία μιας γριάς υπηρέτριας που του κληροδότησαν οι γονείς του όταν πέθαναν (<από την βρώμα> σκέφτηκα) σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα –με κοίταξε άγρια ο Στέργιος. Όταν πέθαναν οι γονείς του ήταν δεκατεσσάρων ετών. Το επάγγελμα του πατέρα του ήταν βιβλιοθηκονόμος. Ήταν φανατικός συλλέκτης βιβλίων και διατηρούσε στο σπίτι μια τεράστια βιβλιοθήκη. Αυτό έδωσε ώθηση στον Στεφάν να ασχοληθεί με το διάβασμα. Τα αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν τα ποιήματα και όταν ήρθε η ώρα να ασχοληθεί με το γράψιμο διάλεξε την ποίηση ως πεδίο έκφρασης. Θεωρεί ότι είχε δύσκολα εφηβικά χρόνια γιατί ενώ τα άλλα παιδιά τον θεωρούσαν αντικοινωνικό και τον απέφευγαν εκείνος διψούσε για την συντροφιά τους αλλά ήταν πολύ δειλός για να εκδηλωθεί. Απόκτησε έναν πολύ καλό φίλο στον στρατό αλλά το άτομο που έχει διαδραματίσει τον σημαντικότερο ρόλο στην ζωή του είναι η γριά οικονόμος, η κυρία Μαίη. Ήταν εκείνη που τον φρόντισε σε όλες τις δύσκολες καμπές της ζωής του, ήταν εκείνη που τον ωθούσε να γίνει πιο κοινωνικός, εκείνη που τον στήριζε όταν ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ο Στεφάν νιώθει πως είναι η συλλογική συνείδηση των ποιητών που πέθαναν και γι αυτό τον λόγο χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Νεκρός Ποιητής. Πρέπει να σε πληροφορήσω –είπε ο Στέργιος διακόπτοντας την μετάφραση- πως ο θόρυβος γύρω από το ψευδώνυμο του είναι τεράστιος. Σε ολόκληρη την Ινδογερμανία δεν υπάρχει άνθρωπος –εκτός ίσως από σένα- που να μην γνωρίζει τον Νεκρό Ποιητή. Η φήμη του είναι τέτοια που πολλοί θεωρούν πως είναι ο Μεσσίας” (τον κοίταξα με δέος ανάμικτο με σιχαμάρα).
Και η μετάφραση συνεχίστηκε “Ο Στεφάν λέει ότι αναγκάστηκε να φύγει από την Γαλλία γιατί ένας δημοσιογράφος ήταν πολύ κοντά στο να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και ο φίλος του, του συνέστησε να έρθει στην Ελλάδα ώσπου να κοπάσει ο θόρυβος που θα προκαλέσει η αποκάλυψη. Έτσι, μαζί με την Μαίη, έφτασε στην Ελλάδα ένα όμορφο πρωινό του καλοκαιριού. Φαντάσου τώρα πως ο Στεφάν ήταν κλεισμένος στο σπίτι και πολύ σπάνια επιχειρούσε μια μικρή βόλτα στο διπλανό πάρκο. Ξαφνικά, βρέθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, μέσα σε χιλιάδες ημίγυμνες τουρίστριες, ντάλα καλοκαίρι, τα ρούχα του τον κάνουν να ιδρώνει και να αισθάνεται γελοίος και από δίπλα η γριά Μαίη να προσέχει και την παραμικρή του κίνηση. Η αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε τον τελευταίο μήνα –δεν σου είπε πριν, αλλά ήταν βαριά - η αρρώστια του λοιπόν εξαφανίστηκε ως διά μαγείας. Του είναι δύσκολο να το παραδεχθεί αλλά φαίνεται πως οι γιατροί που τον είxαν εξετάσει είxαν δίκιο όταν διέγνωσαν ψυχοσωματικά αίτια. Το πολιτισμικό σοκ που ένιωσε στο αεροδρόμιο ήταν το καλύτερο γιατρικό για την ασθένεια του. Άλλα πράγματα βασανίζουν το κορμί του –και το μυαλό του- και φαντάζεσαι ποια. Γυναίκες. Γυναίκες ξανθές με υπέροχα προκλητικά κορμιά και ζουμερά στήθη –αποτέλεσμα πολλών διαδοχικών επιτυχημένων επεμβάσεων” συμπλήρωσε ο Στέργιος. Γυναίκες μαύρες που προκαλούν και μόνο με τις ανάλαφρες ηδονικές κινήσεις τους, γυναίκες μελαχρινές, φιλήδονες, άπειρα αισθησιακές (ο Στεφάν συνέχιζε συνεπαρμένος την διήγηση οπότε ο Στέργιος αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα λέγοντας του κάτι στα Γαλλικά. Μας κοίταξε αφηρημένα, ζήτησε συγγνώμη και συνέχισε).
Ο Στεφάν και η Μαίη κατέλυσαν σε ένα μικρό ξενοδοχείο κάτω από την Ακρόπολη. Ένιωθε πολύ γελοίος μέσα στο υφασμάτινο παλαιομοδίτικο παντελόνι, το γκρι πουκάμισο και τα σκαρπίνια. Ήθελε να τα ξεφορτωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα και έτσι έστειλε την Μαίη να του αγοράσει μοντέρνα ρούχα. Αυτό που βλέπεις (μου έδειξε την βερμούδα, το μπλουζάκι και τα σανδάλια) είναι η άποψη της Μαίης για το τι είναι μοντέρνο. Ο Στεφάν φόρεσε τα καινούργια ρούχα και βγήκε μια βόλτα στην Πλάκα αφού μετά από πολύ πίεση κατάφερε να πείσει την Μαίη να μην τον συνοδεύσει.
Η βόλτα στα στενά την Πλάκας τον βοήθησε να κάνει μια γενική ανασκόπηση της κατάστασης και να αποφασίσει για τι πραγματικά ήθελε να κάνει. Η υπερπροστατευτική παρουσία της γριάς οικονόμου τον έκανε να ασφυκτιά. Όσο ευεγερτική κι αν ένιωθε αυτή την παρουσία στην Γαλλία, σε αυτό το νέο περιβάλλον την έβρισκε πολύ ενοχλητική. Αν και δεν ήθελε να στεναχωρήσει την προστάτιδα του αποφάσισε να πάει κάπου μόνος του. τυχαία, άκουσε μια συζήτηση από κάποιους συμπατριώτες του που έλεγαν για το ταξίδι που θα έκαναν την επομένη στις Κυκλάδες. Θυμήθηκε τα ποιήματα του Ελύτη για τις Κυκλάδες και αποφάσισε να τις επισκεφτεί. Οι συμπατριώτες του θα πήγαιναν Αμοργό αλλά εκείνος προτιμούσε να ξεκινήσει από την Σαντορίνη.
Μόλις γύρισε στο ξενοδοχείο ανακοίνωσε την απόφαση του στην Μαίη και παρά τις φοβερές αντιρρήσεις της (που μεταφράζονταν σε κλάματα, παρακάλια, νεύρα, κατάρες και άλλα παρόμοια ξεσπάσματα) κατάφερε να κάμψει την αντίσταση της. Του γέμισε ένα μικρό σακίδιο με τα απαραίτητα και τον έβαλε στο τρένο για Πειραιά.
Στον Πειραιά τον ψώνισε η Έφη. Στην αρχή πήγε και του κόλλησε με το πρόσχημα πως είχε χαθεί. Του την έπεφτε χοντρά και ο Στεφάν πίστεψε πως είχε φτάσει η ώρα της αλήθειας. Η Έφη έσκυψε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Νόμιζε πως θα τον φιλούσε. Έκλεισε τα βλέφαρα, σούφρωσε αμήχανα τα χείλη και άρχισε να κλαιει. Φαντάζεσαι την αντίδραση της Έφης. Ο Στεφάν ένιωσε ντροπή. Η Έφη τον καθησύχασε και του υποσχέθηκε ότι θα έκαναν έρωτα, αφού λέει τον γούσταρε πολύ. Όμως, έπρεπε πρώτα να βρουν έναν φίλο. Του μίλησε για σένα. Πως έπρεπε να σε βρει οπωσδήποτε, γιατί χρειαζόταν μια πληροφορία που μόνο εσύ κατείχες. Του υποσχέθηκε πως άμα την βοηθούσε μετά θα ήταν δική του. Στο τέλος του ξεφούρνισε και το γνωστό παραμύθι για τον κόσμο των επτά στοιχείων”.
“Σε αυτή την θέση τους βρήκα όταν έφτασα στο λιμάνι. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις” κατέληξε ο Στέργιος.



Καθόμουνα αναπαυτικά στην λέμβο –από κάτω στήνονταν διάφοροι καβγάδες για τα καθίσματα- ακούγοντας τα Γαλλικά του Στεφάν και την μετάφραση του Στέργιου (εννοείται πως ο Στεφάν σαν γνήσιος Γάλλος δεν ήξερε ή δεν ήθελε να ήξερε Αγγλικά) και, εντάξει, το παλικάρι δεν ήταν πολύ μαλάκας, λίγο λίγδας ίσως, αλλά αυτό διορθώνεται. “Να σου πω, γιατί δεν πλένεται” ρώτησα τον Στέργιο. “Προσπαθώ να τον ψήσω από την ώρα που τον συνάντησα αλλά σε αυτό το θέμα είναι ανένδοτος. Λέει πως αν πλένεσαι χαλάς την φυσική άμυνα του οργανισμού” είπε ο Στέργιος. “έχω ένα σχέδιο” του είπα και αυτός σκέφτηκε τις σκέψεις μου και γελάσαμε μαζί.
Αφού μου έλυσαν σχεδόν όλες τις απορίες είχαμε ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα που με την άφιξη μας στην Αθήνα θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε. Την Έφη. Καθίσαμε και Αρχίσαμε να μετράμε τα κουκιά. είχε προσπαθήσει να έρθει σε επαφή και με τους τρεις μας. Μια σειρά τυχαίων περιστατικών –που όμως δεν ήταν τυχαία γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο- μας έφεραν μαζί. Η Έφη, αναμφίβολα, θα περίμενε με ανυπομονησία την επιστροφή μας. Υποθέσαμε –σωστά- ότι διέθετε ένα πολύ καλά οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών. Οι πιθανότητες να είχε συλλέξει πληροφορίες από άτομα στην παρέα ήταν μηδαμινές καθώς δεν γνώριζε κανέναν εκτός από τον Δημητράκη τον ανιψιό μου. Ακόμα και αυτόν όμως, τον γνώρισε πολύ πρόσφατα, στο ΠΑΡΤΙ. Επίσης, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο –γιατί εγώ δεν είχα πει ότι θα φύγω σε κανέναν- πληροφορήθηκε την κατεύθυνση που είχα πάρει. Γνώριζε με ακρίβεια πότε θα έφτανε ο Στεφάν στο λιμάνι, εκτός κι αν υποθέταμε ότι η συνάντηση τους ήταν τυχαία, πράγμα αρκετά παράλογο. Αυτά ήταν δεδομένα. Το ερώτημα ήταν τι ακριβώς ζητούσε από εμάς. Τι το ξεχωριστό υπήρχε κοινό και στους τρεις μας και με ποιον τρόπο θα το χρησιμοποιούσε η Έφη; Για ποιον δούλευε; Μας φαινόταν απίστευτο ένα τόσο καλά οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών να ελέγχεται από την Έφη. Ποιο ήταν το τέταρτο άτομο που είχε εντοπίσει ο Στέργιος στο μυαλό της Έφης και που βρισκόταν τώρα; Προσπαθήσαμε να συνθέσουμε τις σκόρπιες σκέψεις που είχε συλλέξει ο Στέργιος από το μυαλό της. Η Εφη ζητούσε τέσσερα άτομα, τα οποία χρησίμευαν στην λύση ενός γρίφου η οποία θα οδηγούσε στην δημιουργία ενός κόσμου επτά στοιχείων. Τι θα γινόταν αν εμείς δεν θέλαμε να συμμετέχουμε, αν αυτό που ήθελε να κάνει η Έφη ήταν καταστροφικό, πως θα αντιμετωπίζαμε την κατάσταση; Θα προσπαθούσε άραγε να μας εξαναγκάσει με φυσική βία; Ποιο ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί; Το σίγουρο ήταν πως ήταν αδύνατο να την αποφύγουμε και σε αυτά τα πλαίσια θα έπρεπε να βρούμε λύση.
Δυστυχώς δεν είχαμε απαντήσεις για όλα αυτά τα ερωτήματα, είχαμε όμως ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Τον Στέργιο και την ικανότητα του να εισχωρεί στις σκέψεις των άλλων. Μπορεί δηλαδή να είχαμε όλα τα φύλλα μας φανερά –ενώ της Έφης ήταν όλα κρυφά- αλλά είχαμε ένα κρυφό μπαλαντέρ και κανείς δεν ξέρει τι θα έβγαζε η επόμενη μοιρασιά. Ακολούθησαν συζητήσεις επί συζητήσεων, διαφωνίες (ο Στεφάν ήλπιζε πως θα του καθόταν η ΄Εφη ενώ ο Στέργιος ήταν της άποψης να την καθαρίσουμε να τελειώνει η ιστορία), ξανά συζητήσεις γιατί ο Στεφάν αφού διαπίστωσε ότι εγώ δεν έχω βλέψεις (δεν του είπα ότι την Είχα γαμήσει) μας έλεγε πως η Έφη αποκλείεται να έχει καλούς σκοπούς και πως το καλύτερο που θα είχαμε να κάνουμε ήταν να πάμε, να την ακούσουμε και αν τελικά δεν γουστάραμε, απλώς δεν θα συμμετείχαμε. Τελικά έριξα μια συμβιβαστική λύση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η οποία έγινε καθολικά αποδεκτή. Σύμφωνα με αυτήν, θα συναντούσαμε την Έφη μετά από δική της πρωτοβουλία. Αν είχε ένα τόσο καλά οργανωμένο δίκτυο ήμασταν βέβαιοι πως θα γνώριζε ακριβώς πότε θα φτάναμε. Αν επίσης ήταν έξυπνη –που ήταν- θα μας άφηνε λίγο να περιμένουμε πριν επικοινωνήσει. Υποθέσαμε ότι θα επικοινωνούσε την επόμενη μέρα. Θα κανονίζαμε μία συνάντηση και θα την αφήναμε να μας εξηγήσει τι ακριβώς ήθελε από εμάς αλλά συγχρόνως θα χρησιμοποιούσαμε το κρυφό χαρτί μας για να δούμε ποιες ήταν οι πραγματικές διαθέσεις της. Σε οποιαδήποτε περίπτωση θα διατηρούσαμε μια μετριοπαθή στάση αφήνοντας της βάσιμες ελπίδες, έτσι ώστε να μας αφήσει λίγο χρόνο να το ξανασυζητήσουμε, ξέροντας αυτή την φορά όλα τα κρυφά της φύλλα.
“Αλήθεια, πως απέκτησε αυτή την ικανότητα;” ρώτησα τον Στέργιο. “Δεν ξέρω –μου απάντησε- είναι σαν να την Είχα από πάντα, μόνο που ποτέ μου δεν την Είχα συνειδητοποιήσει”. Και συνέχισε “άρχισα να το καταλαβαίνω στο μπαρ του πλοίου. Πολλές φορές ξεκινούσα να φτιάχνω την παραγγελία πριν μου την ζητήσει ο πελάτης. Στην αρχή πίστευα πως ήταν σύμπτωση, όμως αργότερα ήμουν σε θέση να διαβάζω τις σκέψεις τους, έτσι απλά, σαν να διάβαζα ένα φύλλο χαρτί. έχω την αίσθηση –κατέληξε- πως οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο βιβλίο που έφαγα στην βιβλιοθήκη της ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ.











Με όλες τις καθυστερήσεις το πλοίο έφτασε στον Πειραιά κατά τις επτά και μισή. Ώσπου να βγει όλος ο κόσμος –εμείς βγήκαμε τελευταίοι- ο ήλιος είχε δύσει και δεν προλάβαινα να ψηφίσω. Δεν με πολυένοιαξε. Είχα πολύ σημαντικότερα πράγματα να σκεφτώ. Πήραμε το τρένο και κατεβήκαμε στο μοναστηράκι. Αφήσαμε τον Στεφάν στο ξενοδοχείο και –αφού παρακολουθήσαμε την συγκινητική υποδοχή της γριάς Μαίης και δεχτήκαμε τις ειλικρινείς ευχαριστίες της που τον φέραμε πίσω σώο και αβλαβή- φύγαμε. “Είναι κάτι περισσότερο από οικονόμος του” μου είπε ο Στέργιος στον δρόμο του γυρισμού. Πάω στοίχημα πως η κρυφή χαρά της Μαίης είναι να τον φροντίζει και ειδικά να τον κρυφομαλακίζει όποτε και όταν ο Στεφάν νιώθει την ανάγκη. Μπορώ ακόμα και να φανταστώ το σκηνικό. Στο μπάνιο, τις σπάνιες φορές που πλένεται, του χουφτώνει κατά-λάθος-εξεπίτηδες τον πούτσο, αυτός κάνει πως δεν καταλαβαίνει, μέχρι που τον κάνει να χύσει και να σπαρταράει στην μπανιέρα. Έπειτα εκείνος νιώθει ενοχές και εκείνη είναι δυστυχισμένη που τον βλέπει θλιμμένο. Έτσι εξηγείται και η άρνηση του να κάνει μπάνιο. έχει συνδέσει το μπάνιο με αυτή την απεχθή και ηδονική πράξη. Η γριά Μαίη είναι γι αυτόν η κόλαση και ο παράδεισος στην ίδια συσκευασία. Το ήσυχο λιμανάκι που πάντα θα τον περιμένει και η μαύρη αχόρταγη τρύπα που ζητά να τον καταβροχθίσει και που τον θέλει μόνο για τον εαυτό της”.
Πήραμε το τρένο από το Μοναστηράκι και κατεβήκαμε στα Πετράλωνα. Σταματήσαμε Κηφισόδοτου και ανεβήκαμε στο σπίτι του Τάκη. Μας άνοιξε ο ίδιος. Στον καναπέ καθόντουσαν η Εύη με την Λίνε. Μόλις με είδε η μικρή, έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά μου. Αν το σπίτι στα Πετράλωνα είναι το σπίτι μου, εκείνο το στόμα ήταν το σπίτι της γλώσσας μου. Το σώμα μου άνηκε σε εκείνη την αγκαλιά. Και ναι, ήμουν γαμωερωτευμένος.
“Ξεκολάτε” είπε μισοθυμωμένα μισοαστεία ο Στέργιος. “Μια χαρά σας βρίσκω” παρατήρησα αφού κοίταξα τους χαμογελαστούς Τάκη και Εύη. Καθίσαμε για λίγο –τους διηγηθήκαμε τις περιπέτειες μας- ήπιαμε αρκετά, έπεσε πολύ γέλιο και γενικά ήταν πολύ ευχάριστο να βλέπεις πως ο χρόνος είχε αμβλύνει μερικές από τις διαφορές μας και ιδιαίτερα εκείνες που χώριζαν τον Τάκη και τον Στέργιο.
είχε βραδιάσει για τα καλά όταν αποφασίσαμε να φύγουμε. Πριν κλείσει η πόρτα πίσω μας, πρόλαβα να δω τον Στέργιο να προσπαθεί –μάταια- να χωθεί στην αγαπημένη του κατάψυξη.
Μας πήρε μισή ώρα να διασχίσουμε τα πενήντα μέτρα που χωρίζουν το σπίτι μου από το σπίτι του Τάκη., Κοντέψαμε να το κάνουμε στην μέση του δρόμου. Ξεκλείδωσα την πόρτα. “Κλείσε την κουρτίνα μωρό μου” της είπα και άρχισα να γδύνομαι. Δεν της είπα τίποτα για τον Κόμη Μοντεχρήστο......


“ΟΝΕΙΡΟ”
Θέλω να σου μιλήσω μα νιώθω άβολα και το στόμα μου στραβώνει όταν σε κοιτώ. Τοποθετώ βότσαλα και εξασκώ την γλώσσα ώσπου το στόμα μου γίνεται μια ήσυχη παραλία του Αυγούστου για να έρχεσαι να ξαπλώνεις αγάπη μου. Παίρνω μια πρέζα οσμής μέσα από τα ρούχα μου. Μυρίζω όμορφα και θα ήθελα να ήσουν εδώ να με οσφρανθείς. Θα έχωνες την υπέροχη μύτη σου στο άνοιγμα του στήθους μου, θα Είχα το σώμα σου στα χέρια μου, θα ήσουν άγγελος, έτσι όμορφα κουρνιασμένη στην αγκαλιά μου, πάνω στο ξύλινο κρεβάτι που πρόσφατα επιδιόρθωσα για να αντέξει την αγάπη μας. Θα δεις, μοιάζει με κόκκινο φέρετρο. Θα φτυάριζα ευχάριστα τα σώματα μας και θα έβγαζα και ένα μικρό λογύδριο, για να τιμήσω της οριστική σου από φάση να με ξεκάνεις.