Δευτέρα, Μαρτίου 29, 2010

Με την ευκαιρία της αποχωρήσεώς μου θέλω να σας πω αυτά τα ολίγα λόγια, βγαλμένα μέσα από το laptop μου. Είναι δηλαδή ένα αποχωρητήριο μήνυμα. Ήσασταν όλοι πολύτιμοι συνεργάτες και βοηθοί μου, ιδιαίτερα όταν δεν κάνατε τίποτα, οπότε δεν κάνατε και λάθη. Η εργατικότητά σας θα μου μείνει αξέχαστη. Πάντοτε σας έβλεπα κουρασμένους -όποτε σας έβλεπα δηλαδή- γιατί από την πολλή δουλειά όλο άρρωστοι ήσασταν. Η συνέπειά σας υπήρξε απαράμιλλη. Ποτέ δεν ερχόσασταν στο γραφείο πριν από τις δέκα το πρωί και ποτέ δεν φεύγατε μετά τις δύο το μεσημέρι. Η ευπρέπεια και το ήθος σας ήταν χαρακτηριστικά. Κάθε άνθρωπος που συναλλασσόταν μαζί σας έφευγε συγχυσμένος και πολλοί έπαθαν συγκοπή από τον θυμό τους. Η εξωτερική σας εμφάνιση υπήρξε υπέροχη. Αν δεν είχε ταμπέλα το κτίριο απ’ έξω, όποιος έμπαινε εδώ νόμιζε ότι βρισκόταν στο Σίνγκ-Σίνγκ. Αλλά αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ ήταν η όρεξή σας. Κάθε ώρα και στιγμή, όλο και κάτι μασουλάγατε. Γι' αυτό σας ευχαριστώ όλους που φροντίσατε, φορτώνοντας σε μένα όλες τις δουλειές που έπρεπε να κάνετε, να μη νοιώσω ποτέ πλήξη...

Κυριακή, Μαρτίου 21, 2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

Το 1940 και κατά την διάρκεια του 2 ΠΠ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης, ένας ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, εκ Βοτανικού Αθηνών, πεθαίνει όταν μία χειροβομβίδα σκάει στο πρόσωπό του. Επανανακτώντας την συνειδητότητά του, έκπληκτος, διακριβώνει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο (άλλυδις)ο οποίος μοιάζει καταπληκτικά με τον κόσμο που ζούσε πριν το πόλεμο με τη διαφορά ότι σε αυτόν τον κόσμο ζούσαν οι νεκροί.
Οι πλειονότητα των εν λόγω αποθανώντων, τα ζόμπις τρόπο τίνι, ήταν διάσημοι και αποκαλούσαν αυτόν το μετά-κόσμο "εδώ" ενώ αναφέρονται στον κόσμο από τον οποίο προέρχονταν ως "εκεί". Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης παρατηρεί ότι στο "εδώ" οι θανώντες συχνά εξαφανίζονταν και συνομιλώντας με ειδήμονες και μη ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι του "εδώ" υπήρχαν γιατί κάποιος τους σκεφτόταν στο "εκεί". Συνειδητοποιεί ότι όταν πεθάνουν τα παιδιά του και ίσως τα εγγόνια του δεν θα υπάρχει κανείς να τον θυμάται και έτσι θα περάσει στην ανυπαρξία ή αλλιώς στο επέκεινα όπως αποκαλούσαν την μετά-μετά-κατάσταση οι κάτοικοι του "εδώ". Για να αποφύγει αυτή την τραγική κατάληξη, ο Ηλίας προσπαθεί να βρει τρόπο να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί" έτσι κάποιοι να τον θυμούνται και να συνεχίσει υπάρχει, ένα πράγμα σαν το άσμα του Καζαντζίδη (Υπάρχεειιιιςς, και όσο υπάρχεις θα υπάρχω!).


Επεισόδιο 2

Η αγορά ή, πιό ορθά, το τμήμα της αρχαίας αγοράς που τώρα ήταν διάσπαρτο από μάρμαρα αποτελούσε μόνιμο πόλο έλξης για μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, συνήθως νεοφερμένους αλλά και παλαιότερους κατοίκους του "εδώ" που επιθυμούσαν να ακροαστούν τους αρχαίους φιλοσόφους. Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ένιωθε ότι ελκόταν από την αγορά,όχι μόνο ένεκα της ανάγκης του να ανακαλύψει κάποιον που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο να στείλει να μήνυμά του στο "εκεί".
Βάδιζε σκυφτός παρλαλληλα της σιδηροκατασκευής που προστάτευε περιμετρικά την αγορά μασουλώντας ένα σουβλάκι που είχε προμηθευτεί από ένα ταχυφαγείο. Το σουβλάκι ήταν κομμάτια κρέας τυλιγμένα σε λιγδιασμένη πίτα με τζατζίκι, ντομάτα και κρομύδια και δεν θυμόταν να είχε ξαναγευτεί κάτι τέτοιο. Πάντως το έβρισκε νόστιμο και καταβρόχθιζε με βουλιμία. Έφτασε στην κύρια είσοδο και αφού έριξε μια ματιά στο συνωστισμένο πλήθος κίνησε προς το μέρος τους. Κι ενώ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κοίταζε με λάγνο βλέμμα το μισοφαγωμένο σουβλάκι και ένα ρυάκι τζατζικιού άρχισε να κυλά από την άκρη του στόματός του, μια ομάδα καραφλών κρετίνων με τιράντες αποσπάστηκε από το πλήθος, τον περικύκλωσε και φωνασκώντας "κύνας, κύνας" άρχισαν να τον ραβδοκοπούν. Το σουβλάκι του έφυγε από το χέρι. Καίτοι κινήθηκε ενστικτωδώς να το ανακτήσει πολύ σύντομα εξαναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τα άνω άκρα για να καλύψει το πρόσωπό του για να προστατευτεί από τους ραβδισμούς και έπεσε κατάχαμα δίπλα σε ένα μεγάλο πιθάρι. Με την άκρη του ματιού του είδε έναν λερό γέροντα με αεικίνητα μάτια να ξεπροβάλει από το πιθάρι. Ο γέροντας κοίταξε τον Ηλία αμφίθυμα και έπειτα έστρεψε τη ματιά του στους επιτιθέμενους που κοντοστάθηκαν.
"ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!"
"Τι;" ρώτησε
"ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!" επανέλαβε και βλέποντας ότι ο Ηλίας απομείνει ενεός ξετρύπωσε από το πιθάρι με ασυνήθιστη ενεργητικότητα, σήκωσε το χιτώνιό του και άρχισε να τρέχει πίσω από τους μελανοχιτώνες κατουρώντας τους!
Οι επιτιθέμενοι σκόρπισαν τρομαγμένοι και ο λιπόσαρκος γέροντας επέστρεψε δίπλα του φανερά ικανοποιημένος.
"ΚΥΩΝ ΚΥΝΑΝ ΠΡΟΜΑΧΕΙ", είπε και κάθισε ανακούρκουδα.
"Ευχαριστώ γέροντα" είπε ο Ηλίας αλλά ο σωτήρας του δεν απάντησε.
Τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του, είχε σφαλίσει τα μάτια. Δεν του έδινε καμία σημασία. Κοίταξε το πιθάρι που ήταν τεράστιο και αδειανό. Χωρίς να μπει στον κόπο να τον κοιτάξει είπε:
"ΜΕΙΡΑΚΕΙΟΝ, ΒΛΕΠΕ ΜΗ ΕΜΠΕΣΗΣ"
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν ήξερε τι σήμαινε "ΜΕΙΡΑΚΙΟΝ" αλλά κατάλαβε από τα συφραζόμενα ότι ο γέροντας τον προειδοποιούσε να μην πέσει μέσα στο πιθάρι.
Πώς μπορούσε να πέσει στο πιθάρι; Κατά πως έβλεπε το πιθάρι ήταν μεν μεγάλο αλλά δεν μπορούσε κανείς να πέσει μέσα!
Αλλά τι έκανε ο γέροντας στο πιθάρι;
"ΤΟΥΣ ΜΕΝ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΣΑΙΝΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΥΛΑΚΤΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΠΟΝΗΡΟΥΣ ΔΑΚΝΩΝ" είπε ο γέροντας
"Να με συγχωρεί η χάρη σου γέροντα μα δεν καταλαβαίνω τίποτα!" παραδέχτηκε ο Ηλίας.
"ΚΝΩΔΑΛΟΝ;"
"Κνώδαλον!" επανέλαβε ευχαριστημένος και άπλωσε το χέρι του αποφασισμένος ότι αυτό θα ήταν το όνομα του στο "εδώ". Δεν ήξερε τι σήμαινε κνώδαλον αλλά όποιον είχε συναπαντήσει τον αποκαλούσε έτσι.
ΤΑΣ ΧΕΙΡΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΕΚΤΕΙΝΕΙΝ ΜΗ ΣΥΓΚΕΚΑΜΜΕΝΟΙΣ ΤΟΙΣ ΔΑΚΤΥΛΟΙΣ" είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του με ανοικτά τα δάχτυλα και αδράχνωντας τον ώμο του Ηλία. Το χέρι του Ηλία έμεινε μετέωρο σε θέση χειραψίας, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι και η χειραψία ήταν ένα σχετικά πρόσφατο πολιτισμικό ιδίωμα.
Καίτοι κνώδαλον, κατά γενική ομολογία, ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε ήδη καταλάβει ότι ο γέροντας ομιλούσε κάποια διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής και πιθανά ήταν ένας από τους φιλοσόφους που τους μάθαιναν στο σχολείο. Και κάτι του θύμιζε το πιθάρι του αλλά δεν μπορούσε να το συγκεκριμενοποιήσει.
Μάζεψε το χέρι του από την θέση χειραψίας, και έδειξε με το δάκτυλο τον σαρκίο του ηλπίζοντας ότι ο ουνιβερσαλικός τρόπος επικοινωνίας θα έκανε δουλειά.
"Ηλίας" είπε.
"ΔΙΟΓΕΝΗΣ ο ΚΥΩΝ" είπε ο γέροντας.
Διογένης ο Κύων! Βέβαια! Τον θυμήθηκε! Ο Διογένης ο κυνικός έμενε σε ένα πιθάρι στην Αθήνα, ήταν αυτός για τον οποίο έλεγαν ότι είχε ανάψει ένα φανάρι ενώ ο ήλιος σκόρπιζε το φώς του και όταν το είχαν ρωτήσει γιατί το έκανε είχε απαντήσει ότι έψαχνε για ανθρώπους. Επίσης θυμόταν άλλο ένα περιστατικό με τον Αλέξανδρο που είχε σταθεί μπροστά του στο πιθάρι και τον είχε ρωτήσει τι ήθελε να του δώσει και ο Διογένης του είχε ζητήσει να απομακρυνθεί γιατί του έκρυβε τον ήλιο. Αυτά ήταν όλα κι όλα που θυμόταν γι αυτόν τον παράξενο άνθρωπο!
Αλλά μπορούσε ο Διογένης να συνδράμει στην προσπάθεια του να περάσει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Τον κοίταξε με ελπίδα αλλά δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη.
"ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΡΑΝΙΖΕ ΑΠΟ ΔΕ ΕΚΤΟΡΟΣ ΙΣΧΕΟ ΧΕΙΡΑΣ" είπε ο Διογένης χωρίς να ανοίξει τα μάτια
Παρότι τα μικρά φαιά κύτταρα του Ηλία Χατζηγεωργάκη δούλευαν υπερωρίες δεν κατάλαβε τίποτα! Τι δουλειά είχε ο Έκτωρας; Μήπως παρομοίαζε τον εαυτό του με τον νεκρό Έκτωρα; Μήπως τον προειδοποιούσε να μην ζητήσει τίποτα από εκείνον; Ίσως.
"Δύνασαι ίνα ρητορεύσεις εις την νέαν ελληνικήν δάσκαλε" είπε, "ίνα... δεν καταλαβαίνω τίποτα" έκανε μία προσπάθεια να μιλήσει σε όσο πιο αρχαία διάλεκτο μπορούσε.
Αυτή τη φορά άνοιξε τα μάτια του, τον κοίταξε, έδειξε τα δόντια του και μετά άρχισε να περπατάει με τα τέσσερα και να.... γαβγίζει... μάλλον χαρωπά! Ο Ηλίας ήταν απόλυτα βέβαιος ότι αν διέθετε ουρά θα την κουνούσε! Ηταν φανερό ότι τον διασκέδαζε αφάνταστα ο νεαρός ελαιοχρωματιστής!
Αυτή η παράξενη συμπεριφορά σύντομα προκάλεσε το ενδιαφέρον του Πλάτωνα, του Πρωταγόρα και έτερων φιλοσόφων, περίεργων και περαστικών.
Ο Διογένης βλέποντας τους φιλοσόφους να κινούνται προς την μεριά του απέδειξε ότι όσοι έλεγαν ότι φορούσε μόνο έναν χιτώνα έσφαλαν. Φόρεσε το πιο περιφρονητικό ύφος που είχε στην γκαρνταρόμπα του!
Ο Πρωταγόρας κοίταξε έυθυμα τον νεαρό νεοέλληνα αλλά δεν είπε τίποτε. Ο Πλάτωνας έδειξε τον Ηλία. «ΙΔΟΥ», είπε, «ΦΥΣΙ ΚΑΙ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥΣ ΤΡΕΦΕΙ!»
Σιγά να μην άφηνε εκείνη την μύγα στο σπαθί του. «ΟΡΩΝ ΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΣΥΝΕΤΟΤΑΤΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΝΟΜΙΖΕΙΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ» είπε ο Διογένης και έφτυσε τον Πλάτωνα κατά πρόσωπο.
Αυτός παρότι δεν άνηκε στην σχολή των Στωικών, σκούπισε στωικά την ροχάλα.
"ΤΗ ΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝ ΠΟΝΗΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΟΙΚΟΝ ΤΗ ΠΑΡΡΗΣΙΑ" είπε υπονοώντας κάτι το οποίο ο Ηλίας αδυνατούσε να αντιληφθεί.
Ο Διογένης άρπαξε το ραβδί του και έκανε πως σηκωνόταν. Οι παριστάμενοι σκιαγμένοι σκόρπισαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Ξανακάθισε ικανοποιημένος και στράφηκε προς το μέρος του Ηλία.
«Ηλίας λοιπόν».
«Μάλιστα πάνσοφε»
«Άσε τις μαλαγανιές μειράκιον», είπε, «ξέρεις τι λέει ο Αντισθένης για τους κόλακες;» και φυσικά επειδή ο Ηλίας δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ο Αντισθένης πόσω μάλλον τι έλεγε απάντησε μόνος του «ΕΙΣ ΚΟΡΑΚΑΣ Η ΕΙΣ ΚΟΛΑΚΑΣ ΕΜΠΕΣΕΙΝ, ΟΙ ΜΕΝ ΓΑΡ ΝΕΚΡΟΥΣ ΟΙ ΔΕ ΖΩΝΤΑΣ ΕΣΘΙΟΥΣΙΝ».
Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα. «Κατάλαβα δάσκαλε» είπε.
«Κόπρανα κατάλαβες!»
Σιώπησε και έκλεισε τα βλέφαρα δίνοντας την ευκαιρία στον Ηλία να τον παρατηρήσει προσεκτικά. Τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει στην κεφαλή του, ήταν σγουρά και ξανθά. Φορούσε έναν ριχτό χιτώνα και από τους ώμους του κρεμόταν παραγεμισμένο ασκί. Ήταν κοντοστούπης, μετά βίας έφτανε το ένα και εξήντα και ίσως έπασχε από λανθάνουσα οστεοπόρωση.
Ο Διογένης έχωσε το χέρι του στο ασκί και έβγαλε μια χούφτα ελιές και ένα ξεροκόματο. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια και δίχως να του προσφέρει φαγητό άρχισε να μασουλάει απολαμβάνοντας το λιτό κολατσό, φτύνωντας τα κουκούτσια στους περαστικούς που δεν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν.
Αφού απόφαγε με την ησυχία του, ρεύτηκε σαν αμερικάνικη διαφήμιση της Κόκα Κόλα, σκούπισε τα χέρια του στον ήδη λιγδωμένο χιτώνα, ήνοιξε τους οφθαλμούς και κοίταξε τον Ηλία με τα γαλάζια, φωτεινά μάτια του.
«Πριν μου ζητήσεις οτιδήποτε θέλω να ικετεύσεις τον αδριάντα του Περικλέους. Προετοιμάσου για το χειρότερο!»
«Ποιον αδριάντα δάσκαλε;» ρώτησε ο Ηλίας.
Του έδειξε το άγαλμα του Περικλή.
Ο Ηλίας είχε έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Περικλή αλλά το άγαλμα δεν απεικόνιζε αυτόν. Γιατί τού ζητούσε να προσευχηθεί στον αδριάντα του Περικλέουςμ όποιος κι αν ήταν αυτός, ο Διογένης; Μήπως τον προετοίμαζε για την άρνησή του; Ίσως πάλι δοκίμαζε την καρτερία του ζητώντας του να απαιτήσει το αδιανόητο, ένα άγαλμα να του αποκριθεί και να λύσει το πρόβλημά του; Αποφάσισε να κάνει αυτό του ζήτησε και κίνησε προς τον ανδριάντα του Περικλή όπου παρέστησε ότι μιλούσε και ότι ζητούσε να του πει όσα ήθελε να μάθει και μετά, κάτω από το προσηνές βλέμμα του Διογένη και υπό τους γέλωτες αργόσχολων που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, επέστρεψε και κάθισα δίπλα του.
«Είσαι επίμονος μειράκιον!» είπε ο Διογένης.
«Μάλιστα δάσκαλε» επιβεβαίωσε ο Ηλίας.
«Ας βαδίσουμε λοιπόν» είπε ο Διογένης και σηκώθηκε με τη βοήθεια του ραβδιού του. Όπως σηκωνόταν άφησε να του ξεφύγει μία βροντερή κλανιά. Τέσσερα πιτσιρίκια που τους χλέβαζαν από ασφαλή απόσταση άρχισαν να συλλέγουν πέτρες και να τις πετούν. Προσπάθησαν να καλυφθούν.
«Θαίδη, πρόσεχε, μην πετύχεις τον πατέρα σου!» είπε απευθυνόμενος σε ένα από τα πιτσιρίκια. Και ενώ τα τρία από τα παιδιά παράτησαν τις πέτρες και έσκασαν στα γέλια ο Θαίδης κατακόκκινος από την προσβολή μάζεψε τις μεγαλύτερες πέτρες που μπορούσε να βρει και ετοιμάστηκε να τις εκσφεντονίσει. Ο Διογένης, με ταχύτητα Ολυμπιονίκη κινήθηκε προς το μέρος τους με το ραβδί του υψωμένο απειλητικά.
Τα πιτσιρίκια, συμπεριλαμβανομένου του Θαίδη, έγιναν καπνός.
«Ο Θαίδης. Καλό παιδί. Η μητέρα του είναι εταίρα!» είπε.
Προχωρούσαν αργά, οι τρεις τους, ο Ηλίας, ο Διογένης και το πιθάρι του.
«Φοβάσαι μην σου κλέψουν το πιθάρι;» απόρησε ο Ηλίας
«Φοβάμαι μη νυστάξω!» είπε ο γέρων.
«Και γιατί μένεις σε πιθάρι δάσκαλε;»
«Χαρακτηριστικό των θεών είναι ότι δεν χρειάζονται τίποτε! Γι αυτό, και όσοι τους μοιάζουν αρκούνται στα αναγκαία», είπε χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. «Από ποια Ολυμπιάδα μας έρχεσαι;»
«Ολυμπιάδά ;», απόρησε ο Ηλίας. Μήπως εννοούσε τις αθλητικές Ολυμπιάδες; Η τελευταία Ολυμπιάδα που θυμόταν είχε γίνει το 1936 στο Βερολίνο λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος!
«Αποχώρησα από το "εκεί"» είπε, «το 1940 δάσκαλε».
«Τό σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
"Ε! Όχι το 1940!"
«Αυτό είπα και εγώ μειράκιον! Ολυμπιάδες;!!!»
«Ε; Όχι δάσκαλε! Έτη».
«Από πότε;»
«Από πότε;»
«Ναι μειράκιον, από πότε σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
«Από την γέννηση του Χριστού δάσκαλε;»
«Ποιος είναι πάλι αυτός ο κύων;»
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αναγκάστηκε να στρώσει και πάλι στην δουλειά τα μικρά φαιά του κύτταρα και όλως παραδόξως θυμήθηκε ότι ο Διογένης ο κυνικός έζησε την κλασική περίοδο, ήταν σύγχρονος του Πλάτωνα, του Σωκράτη στην Αθήνα του Περικλέους! Α, ο Περικλής! Συνειδητοποίησε.
«Περίπου 2.400 έτη από την εποχή σου Δάσκαλε!»
«Τετρακόσια και μύρια; Δηλαδή, μα τον Μολλοσικό κύων, εξακόσιες και βάλε Ολυμπιάδες στο μέλλον! Και πώς πέθανες;»
«Στον πόλεμο, στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο».
«Και πέθανες στην μάχη. Εύγε! Μα τον Ηρακλή, δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος! Πολεμήσατε με τους βαρβάρους λοιπόν ή τους Μακεδόνες;»
«Οι Μακεδόνες αποτελούν τμήμα της Ελλάδας δάσκαλε», εξήγησε ο Ηλίας, «πολεμήσαμε με τους Ιταλούς και έπειτα τους Γερμανούς. Σύμμαχοί μας ήταν οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι και οι Αμερικάνοι. Μερικοί λέγαν πως στον πόλεμο θα έμπαινε και η Ρωσία μας δεν τους πίστεψα».
«Μα την Αθηνά! Ποιες είναι αυτές οι βαρβαρικές φυλές; Καλά είπα στον στον Ξενιάδη να με θάψει με το πρόσωπο προς τα κάτω γιατί σύντομα τα κάτω θα έρθουν πάνω!».
«Ποιος είναι ο Ξενιάδης δάσκαλε;»
«Ο δούλος μου! Τον διέταξα να με αγοράσει στο σκλαβοπάζαρο της Κρήτης όπου με είχαν πάει πειρατές μετά από ένα τρισκατάρατο ταξίδι στην Αίγινα!»
«Μα, πώς είναι δυνατόν να σε αγοράσει ο δούλος σου;» απόρησε ο Ηλίας.
«Πώς μπορεί αυτός που αγοράζει ένα λιοντάρι να είναι ο αφέντης του λιονταριού; Με ρώτησαν τι ήξερα να κάνω και τους είπα ότι αυτό που ήξερα καλύτερα ήταν να διατάζω και έπειτα υπέδειξα στον Ξενίδη να με αγοράσει γιατί κατάλαβα ότι χρειαζόταν κάποιον να του δίνει εντολές! Χρειαζόταν κάποιον να δείξει στα παιδιά του πως να γίνουν ανώτερα από εκείνον. Τουλάχιστον του αναγνωρίζω αυτό: ήταν ανδράποδο μα είχε γνώση της ασημαντότητάς του. Έτσι που λες...Αχά!». Μου έδειξε έναν ξερκιανό μελαχροινό άνθρωπο που ερχόταν προς το μέρος μας «Η Αιγυπτιακή κληματόβεργα!»
«Ποιος είναι αυτός δάσκαλε;»
«Ο Ζήνων ο Κιτιεύς μειράκιον. Γαβγίζει μα δεν δαγκώνει!»
«ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων.
«Γρουμβ» απάντησε ο Διογένης αποσπώντας το μειδίαμα του Ζήνων.
«ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων και απομακρύνθηκε με ελαφρά πηδηματάκια.
«Σπιτικός σκύλος!» παρατήρησε. «Διδάσκει ότι πρέπει να κυκλοφορούμε γυμνοί αλλά πάντα είναι ντυμένος, μένει σε σπίτι, συχνάζει σε όλα τα συμπόσια και κλέβει τις ερωμένες των φίλων του! Σπουδαίο παλικάρι! Μπάφιασα με τους θεωρητικούς, μειράκιον!»
Ο Ηλίας βέβαια, ποσώς ενδιαφερόταν για όσα του αράδιαζε ο Διογένης για τους άσπονδους φίλους του φιλοσόφους και μη. Μπορούσε να τον βοηθήσει να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Δεν ήξερε. Τι ήταν ο Διογένης, ένας κυνικός φιλόσοφος που από ό,τι είχε καταλάβει πρέσβευε την άποψη ότι ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν τίποτα παρά μόνο τα αναγκαία για να ζήσει, λιτό φαγητό, ένα χιτώνα, και ένα... πιθάρι.
«Δάσκαλε...» είπε
«Όχι τώρα μειράκιον, η φύσις με καλεί» είπε ο Διογένης.
Ντυμένη με αραχνούφαντο φόρεμα η νέα γυναίκα πέρασε από μπροστά τους. Ήταν εκθαμβωτικά όμορφη, με καστανούς βόστρυχους, μεγάλα μάτια λυγερή κορμοστασιά. Περπατούσε με ανάλαφρα βήματα, σα νεαρό ελαφάκι. Ο Διογένης γούρλωσε τα μάτια, παράτησε το ραβδί και το πιθάρι, κάθισε ανακούρκουδα, έπιασε το εργαλείο του, που είχε κάνει έγερση, και άρχισε να αυνανίζεται. Το σπέρμα πετάχτηκε σε μια μεγάλη απόσταση και προσγειώθηκε λευκό και παχύ σε έναν θάμνο. Δύο κυρίες του μεσοπολέμου που περνούσαν από το μονοπάτι έκλεισαν τα μάτια τους επιδεικτικά και άρχισαν να τρέχουν και να κρυφογελάνε ρίχνοντας ταυτόχρονα κλεφτές ματιές στον ξεδιάντροπο γέρων!
«Δεν ντρέπεσαι καθόλου δάσκαλε;» απόρησε ο Ηλίας. που είχε κοκκινίσει για λογαριασμό του γέροντα, όταν ο Διογένης ολοκλήρωσε το έργο του και κάλυψε με τον χιτώνα τα γεννητικά του όργανα.
«Άρτεμις!», μονολόγησε ο γέρων. «Είθε να με άφηνε να ψήσω την φρατζόλα μου στον φούρνο της!» και απευθυνόμενος στον Ηλία παρατήρησε «Μακάρι και η πείνα μου να ικανοποιούνταν τόσο εύκολα».

Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης άρχισε να συλλογιέται την κατάσταση. Οι νεκροί ξαναζούσαν. Ένα το κρατούμενο. Ο τόπος που ζούσαν έμοιαζε με την Αθήνα όπως την θυμόταν εκείνος,,, περίπου όπως την θυμόταν. Δύο τα κρατούμενα. Ο τόπος που βρισκόταν το "εδώ" ζωοδοτούνταν, όχι ζωοδοτούνταν, εκπορεύονταν από το "εκεί". Αυτό του θύμισε κάποιες δογματικές διαμάχες μεταξύ καθολικής και ορθόδοξης εκκλησίας. Θυμόταν αμυδρά ότι κάποιο από τα δύο δόγματα υποστήριζε ότι ο πατήρ εκπορεύει αλλά δεν εκπορεύεται του Αγίου Πνεύματος ή μήπως από τον Υιό; Ποια πρακτική διαφορά έφερε αυτό στην πίστη αδυνατούσε να καταλάβει; Μολοντούτο το ζήτημα είχε εφαρμογή στην παρούσα κατάσταση, διότι ήταν βέβαιο, με βάση τα όσα είχε πληροφορηθεί, ότι οι άνθρωποι στο "εδώ" ζούσαν επειδή κάποιοι στο "εκεί" τους σκέπτονταν, συνεπώς το "εδώ" εκπορευόταν από το "εκεί". Ίσχυε άραγε και το αντίθετο; Υπήρχε κάτι το οποίο το "εδώ" προσέφερε στο "εκεί" με τη μία ή την άλλη μορφή και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό; Η εξακρίβωση αυτής της υπόθεσης θα συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόθεση του να στείλει ένα μήνυμα στο εκεί, διότι αν η επικοινωνία ήταν αμφίδρομη, τότε θα μπορούσε να περάσει και το μήνυμα του. Κάπου γιατί εκεί μπερδεύτηκε λίγο γιατί θυμήθηκε ότι είχε επιχειρήσει να εκλογικεύσει τον συλλογισμό του με κρατούμενα και δεν θυμόταν πόσα είχε ήδη κρατημένα; Ένα το κρατούμενο; Δύο τα κρατούμενα; Τρία τα κρατούμενα;...
Αφού συσκέφτηκε διεξοδικά το ζήτημα αποφάσισε ότι η μαθηματική προσέγγιση του ζητήματος τον μπέρδευε χειρότερα!
Πραγματικά για τον Ηλία όλοι αυτοί οι συλλογισμοί και τα προβλήματα κατανόησης και εμπέδωσης μεταφυσικών και φυσικών θεμάτων ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ποτέ δεν φημιζόταν, στο "εκεί" για την πνευματική του διαύγεια. Είχε βέβαια πάει στο σχολείο, δεν ήταν και κάνας χαζός αλλά τέτοια ζητήματα όπως αυτά που αντιμετώπιζε στο "εκεί" δεν είχαν ανακύψει ποτέ στην κανονική ζωή του.
Κάποια στιγμή και λίγο πριν απελπιστεί ολοκληρωτικά θυμήθηκε ότι είχε καταλήξει στο ότι οι σκέψεις των ζωντανών κρατούσαν εν ζωή τους αποθαμμένους. Οι σκέψεις! Τί είναι όμως οι σκέψεις;, αναρωτήθηκε εύλογα.
Πνεύμα; Τι είναι το πνεύμα; Και πώς γίνεται το πνεύμα να έχει τέτοια αποτελέσματα. Ασυναίσθητα έπιασε το χέρι του και έπειτα ζούληξε το πρόσωπό του μέχρι που πόνεσε για να βεβαιωθεί ότι έφερε σαρκίο. Αλλόκοτο, σκέφτηκε, έχω σώμα, είμαι ύλη αλλά πώς γίνεται το πνεύμα του "εκεί", οι σκέψεις τους, να γεννά ύλη στο "εδώ"; Εμάς!, κατέληξε.
Ο Ηλιάς Χατζηγεωργάκης ένιωθε πολύ αλλόκοτα από τότε που είχε αναστήθει. Ποτέ άλλοτε δεν είχε χρειαστεί να κάνει τόσους συσχετισμούς. Ένιωθε κουρασμένος, μπερδεμένος και κυρίως, απογοητευμένος. Και ενώ ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την "μάχη"...
«Κάτι ήθελες να με ρωτήσεις μειράκιον;» είπε αναπάντεχα ο Διογένης ο Κύνας.
Ο Ηλίας, ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να αποκτήσει επαφή με την τρέχουσα πραγματικότητα στην οποία συμπεριλαμβανόταν ένας ρακένδυτος γέρος φιλόσοφος με έκθετο πέος.
«Δάσκαλε, μού καταμαρτύρησαν ότι εδώ είναι ένα μέρος που πάνε οι άνθρωποι σαν πεθαίνουν, πως βρισκόμαστε εδώ γιατί κάποιοι “εκεί” μας σκέπτονται. Πώς γίνεται όμως να μας σκέπτονται κάποιοι και να ανασταινόμαστε ενώ μόλις παύουν να μας συλλογιόνται να διαβαίνουμε το επέκεινα;»
«Να ανασταινόμαστε μειράκιον; Και τί είμαστε τάχα, αναστενάρηδες; Άκου να ανασταινόμαστε! Δεν έχεις προσέξει ότι “εδώ”, όπως το ονοματίζεις του λόγου σου, βρίσκονται και κάποιοι που δεν υπήρχαν ποτέ “εκεί”; Πώς ανασταίνεται η αφεντιά τους μειράκιον;»
Πράγματι! Και ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε παρατηρήσει αυτή την παραμέτρο αλλά είχε προτιμήσει να την αγνοήσει. Ήταν βέβαια ήδη αρκετά μπερδεμένος και η τροπή αυτή σίγουρα θα τού προσέφερε επιπλέον πονοκεφάλους μα δεν μπορούσε να παραβλέψει τα γεγονότα και τα γεγονότα υποδήλωναν ότι έπρεπε να συμπεριλάβει στην εξίσωση την ύπαρξη μυθολογικών χαρακτήρων στο “εδώ”. Κοντολογίς, πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν απλοί άνθρωποι, διάσημότητες και θεοί της ελληνικής μυθολογίας και άλλων μυθολογιών, θρησκευτικών και μη όπως και ορισμένοι χαρακτήρες για τους οποίους είχε την υπόνοια ή την εντύπωση ότι αποτελούσαν μυθοστορηματικούς χαρακτήρες. Τί σήμαινε αυτό; Αν οι σκέψεις του "εκεί" δημιουργούσαν υλικές υποστάσεις στο "εδώ" εκ του μη-όντως τότε πόσο μετέβαλλε αυτό την θεωρία που είχε αρχίσει να σχηματοποιεί με την αμείλιτκη εκμετάλλευση των μικρών φαιών κυττάρων του; Βεβαίως, αν το καλοσκεφτόταν κανείς, ένας νεκρός του οποίου η υλική υπόσταση καταναλώνεται από τα σκουλήκια δεν είχε και μεγάλη διαφορά από κάποιον ο οποίος υπήρξε μόνο στην φαντασία κάποιου συγγραφέα ή θεολόγου ή ότι άλλο. Η συλλογιστική αυτή απείχε παρασσάγγες από τις νοητικές ικανότητες του Ηλία Χατζηκυριακάκη και τον οδηγούσε σε νοητικές σφαίρες τις οποίες πέραν της αντιλήψεώς του.
«Βλέπω μειράκιον ότι δυσκολεύεσαι να εμπεδώσεις όλες τις συνιστώσες. Θα προσπαθήσω να στο απλοποιήσω. πάρε χαρτί και μολύβο από το κιόσκι. Τι με κοιτάς μειράκιον; Αμόλα!»
Υπάκοα ο Ηλίας πήρε χαρτί και μολύβι από ένα περίπτερο και τα έδωσε στο γέροντα.
«Φοβερή εφέυρεση το χαρτί» θαύμασε ο Διογένης και σημείωσε
ΕΚΕΙ - Σκέψεις (πνεύμα) -(μετατρέπονται στο) ΕΔΩ (ως) Ύλη (όντα που υπήρχαν στο "Εκεί" ως υλικές υποστάσεις και όντα που υπήρχαν στο Εκεί ως σκέψεις)
«Μέχρι εδώ καλά;» ρώτησε τον Ηλία αλλά δεν πήρε απάντηση. «Το ερώτημα είναι αν σκέψεις ή, ακόμα καλύτερα, οι υλικές υποστάσεις του "εδώ" μπορούν να επαναπατριστούν στο "εκεί" με κάποιο τρόπο δηλαδή αν η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων είναι αμφίδρομη. Απλούστερα, αν η σύνδεση μεταξύ των περιοχών του διαγράμματος γίνεται με μονή η διπλή συνεπαγωγή;»
»Και τι συμβαίνει όταν οι σκέψεις περί τινός διακόπτονταν στο "εκεί", όταν μία περσόνα του "εδώ" εξαφανίζεται παντελώς είτε για να διαβεί οριστικά το επέκεινα είτε μέχρι να επανυλοποιηθεί ζωοδοτούμενη από τις σκέψεις των “άλλων”; Τούτο δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι συγκεκριμένες σκέψεις συγκεκριμένων ατόμων στο "εκεί συντηρούν τις περσόνες του εδώ, δεν πρόκειται δηλαδή για μια συνολική, κοινοτική ανταλλαγή, όπου το πνεύμα του "εκεί" συντηρεί συνολικά το "εδώ" αλλά για μια πιο ιδιαίτερη συσχέτιση μεταξύ σκέψεων του "εκεί" και ατόμων στο "εδώ".. Μας σκέπτονται, άρα υπάρχουμε! Και ανακύπτει το εξής ερώτημα. Οι κάτοικοι του "εκεί" υπάρχουν αφ' εαυτού;».

Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κουδούνισε το κεφάλι του αλλά τούτο δεν συνεπικούρησε διόλου στην διαδικασία ανάλυσης των λεγομένων του Διογένη. Πασχίζοντας με όλο το πνευματικό του οπλοστάσιο και εξαναγκάζοντας τα μικρά φαιά του κύτταρα να δώσουν τις τελευταίες ικμάδες των δυνάμεων τους συνέχισε να ακούει τον συλλογισμό του Διογένη.

» Ας υποθέσουμε, μειράκιον, ότι κάποιος που διαδραματίζει ζωτικό η επουσιώδη ρόλο στην ζωή άλλων ανθρώπων, οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ένας απομονωμένο και αυτάρκες υποκείμενο! Αυτός ο άνθρωπος είναι άραγε υπαρκτός, εφόσον δεν μπαίνει σε διαντίδραση με έτερα υποκείμενα και είναι λησμονημένος ακόμα κι από αυτούς που τον δημιούργησαν; Αν όχι», κατέληξε, «οι άνθρωποι δεν υπάρχουν τεκμαρτά».

Ήταν πλέον απόλυτα σαφές ότι ο λογισμός του Διογένη του Κύων οδηγούσε τον Ηλία Χατζηκυριακάκη σε ατραπούς σκέψης που βρίσκονταν σε αναντιστοιχία με το πνευματικό του βεληνεκές!

Απτόητος ο αρχαίος φιλόσοφος συνέχισε. «Για παράδειγμα, αν κάτι υπάρχει μόνο όταν εξανθρωπίζεται το μη εξανθρωπισμένο υπάρχει η στερείται νοήματος και άρα υπάρξεως; Μήπως τελικά ο άνθρωπος κατασκευάζει με το μυαλό του τον κόσμο, είναι δηλαδή, ο κόσμος, αποκύημα της σκέψεως και άρα της φαντασίας του ανθρώπου; Και αν τούτα ισχύουν και ο κόσμος τούτος, το "εδώ" εκπηγάζει της φαντασίας των ανθρώπων και ομοίως το "εκεί" εκπηγάζει εξίσου της φαντασίας των ανθρώπων ποια είναι η διαφορά μεταξύ του “εδώ” και του “εκεί”; Γιατί το "εκεί" υπήρξε γεννεσιουργό του "εδώ" και ουχί το αντίθετο. Τι εξέλιπε από το "εδώ" για να καταστεί ισοδύναμο ή και αυτοδύναμο του "εκεί";»
»Αυτό που, εν κατακλείδι, πρέπει να αναρωτηθείς μειράκιον είναι το εξής: είναι η ιδέα του ετερόφωτου που δημιουργεί υπαρξιακή εξάρτηση ή υπάρχει όντως φυσική υπεροχή του ενός κόσμου έναντι του άλλου;
Αυτή η διατύπωση δεν περιλαμβανόταν στο μενού του λεξιλόγιου του Ηλία Χατζηγεωργάκη αλλά θα μπορούσε, αν συνόψιζε και σύμπτυσε ορθά μία σειρά από δυσνόητες περιφράσεις που διέτρεχαν εγκαρσίως τον εγκέφαλο του. Πλην όμως, τα μικρά φαιά κύτταρα του ελαιοχρωματιστή από τον Βοτανικό είχαν πέσει για ύπνο. Επιπρόσθετα είχαν σβήσει και την τηλεόραση.
«Γέροντα», είπε, «μήπως είσαι κομμουνιστής;»
«Αισθάνομαι ότι μπορώ να γαβγίσω τώρα, μειράκιον» είπε ο Διογένης ο Κύνας και δίχως να περιμένει την άδεια του Ηλία Χατζηγεωργάκη έπεσε στα τέσσερα και πήρε στο κατόπι δύο τρομοκρατημένα παιδιά αλυχτώντας τρομακτικά.

Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αφού δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα όσα τραγελαφικά έλεγε ο γέρων, έβαλε τα γέλια με όσα τραγελαφικά έκανε ο Διογένης. Και συνέχισε να γελάει ακόμα και όταν χάθηκε από τα μάτια του κυνηγώντας τα πιτσιρίκια. Σύντομα τα φωνές του Διογένη ακούστηκαν και πάλι. αυτή τη φορά έτρεχε στα δύο πόδια και δεν κυνηγούσε παιδιά. Ο λιτός χιτώνας του ήταν ανασηκωμένος και φαλλός του διογκωμένος, και κόκκινος. Έμπροσθεν αυτού έτρεχαν δύο μαύρες φιγούρες με στρατιωτικές αρβύλες, πανταλόνια και βυζιά! «Γερμανίδες σουφραζέτες στην Αθήνα!» αναφώνησε έκπληκτος ο Ηλίας.
Ο γέροντας οδήγησε τις κοπέλες προς τον Ηλία και εκείνες μην έχοντας πως να διαφύγουν του καυλοπυρρέσων γέροντα κρύφτηκαν πίσω από τον νεαρό ελαιοχρωματιστή.
«Είναι τρελός ο κωλόγερος!» είπε η μία και τον έδειξε. Το χέρι της ήταν γεμάτο δακτυλίδια και βραχιόλια λογιώ λογιώ!
Α! Δεν είναι Γερμανίδες!
«Σώσε μας!» είπε η άλλη και βρήκε καταφύγιο πίσω από την πλάτη του Ηλία.
«Είναι καλλικατζάρισσες!» είπε ο Διογένης.
«Μείνε μακρύα κωλόγερε γιατί θα σου καρφώσω την παραμάνα στο μάτι!» είπε η πρώτη και έβγαλε μια παραμάνα από το μάγουλο της!
ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης πρόσεξε ότι κοπέλα που απειλούσε τον γέροντα είχε ακόμα δύο παραμάνες περασμένες στο στόμα και σκουλαρίκια σε σημεία που δεν φανταζόταν ότι θα έβλεπε ποτέ. Και ο συγγραφέας τολμά να παρατηρήσει ότι ο δύστυχος Ηλίας δεν είχε την πλήρη εικόνα! «Bitch!» αγρίεψε ο Διογένης και η δεύτερη κοπέλα κόλησε τα στήθη της στην πλάτη του Ηλία.
Το άγγιγμά της έκανε τον νεαρό ελαιοχρωματιστή να αισθάνεται παράξενα.
«Δάσκαλε! Σε παρακαλώ!» είπε ο παρακλητικά.
Ο Διογένης έβαλε τα γέλια. «Εντάξει μειράκιον, αστείζομαι, δεν είναι καλλικατζάρισσες» είπε και σωριάστηκε στο χώμα. «Τι είναι όμως;» αναρωτήθηκε ρητορικά ενόσω προσπαθούσε να ανακτήσει την ανάσα του.
Ο Ηλίας ένιωσε ότι η δεύτερη κοπέλα είχε ξεκολήσει το σώμα της από πάνω του. Είχε την παρόρμηση να ζητήσει από τον Διογένη να τους ξαναορμήσει για να την έχει κολημένη πάνω του αλλά ήρθε στα συγκαλά του.
«Λέγομαι Ηλίας» είπε. «Απεβίωσα το 1940».
«Ρε, μια χαρά φαίνεται για την ηλικία του!» είπε η κοπέλα με τα σκουλαρίκια απευθυνόμενη στην δεύτερη κοπέλα. Ο Ηλίας τής έριξε μια κλεφτή ματιά και η καρδιά του πετάρισε.
«Μαρία» είπε με βαριά φωνή η κοπέλα με τα σκουλαρίκια και άπλωσε το χέρι της και ο Ηλίας έκανε μια κίνηση να το φιλήσει. «Να λείπει το βύσσινο!" είπε η Μαρία. «1940 ε; Μπλιαχ!»
«Ορίστε; Ποιο βύσσινο;» απόρησε ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης.
«Άστο μεγάλε...»
«Να σου πω καλέ», είπε η δεύτερη κοπέλα, «πώς το είπες αυτό; Απεβίωσες το 1940;»
«Ψααααααρούκλες μειράκιον», αναφώνησε ο Διογένης ο Κύων.
«Το ονοματάκι σας δεσποινίς;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ηλίας. όχι χωρίς να κοκκινίσει από έξαψη.
«Μαρίνα καλέ».
«Χάρηκα ανυπερθέτως! Ηλίας» είπε ο Ηλίας και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίνα τον άφησε.
«Είχα μια σόμπα που την έλεγαν Μαρίνα» είπε ο Διογένης.
«Είναι τρελός ο πορνόγερος;» ρώτησε ρητορικά η Μαρία.
Τι εννοούσατ... εννοούσες λοιπόν Ηλία;» επέμεινε ο Μαρίνα
«Ψαρούκλεεεεεεςςςς!!!!»
«Να, ξέρετε βέβαια πως είμαστε νεκροί...»
«Νεκροί; Τι λες καλέ;»
«Νεκρή να πεις τη μάνα σου παλιόπουστα! Αδελφάρα του κερατά! Κωλόμπατσε!!!» πρόσθεσε η Μαρία
«ΤΗΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝΠΟΝΗΡΟΝΕΙΝΑΙΣΥΝΟΙΚΟΝΤΗΠΑΡΡΗΣΙΑ» είπε ο Διογένης ο Κύνας
«Τί είπε ο πορνόγερος;»

«Καλέ Μαρία. Πλάκα μας κάνουν, δεν βλέπεις πως είναι ντυμένοι! Ορίστε, το μαντέψαμε, πες μου τώρα, ποιος σας έβαλε να μας κάνετε πλάκα; Ο Σάκης; Όχι; Ο Κώστας; Ο Ανάργυρος; Έλα καλέ, πες μου...»
«Τι είναι η πλάκα;» ψέλισσε ο Ηλίας.
«Ορίστε! Στο είπα καλέ, αστείο ήταν» είπε η Μαρίνα στην Μαρία
Επιτέλους ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κατάλαβε. «Φοβούμαι ότι δεν αστείζομαι! Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάστε;»
«Ε! Ήμασταν στα Εξάρχεια...»
«Ναι ρε! Και βρίζαμε εκείνον τον μπάτσο!»
«Και μετά το καρακόλι τράβηξε κουμπούρι και αρχίσαμε να τρέχουμε προς την Ακαδημίας...»
«Ωχ! Μαρία!» αναφώνησε η Μαρίνα.
«Τί είναι ρε μαλάκα;»
«Μετά σε πυροβόλησε. Σε είδα να πέφτεις και έτρεξα προς το μέρος σου... Και μετά... δεν θυμάμαι τίποτα! Είμαστε νεκρές!»
«Γαμώ τη καταδίκη μου! Και εδώ είναι η κόλαση!» συμπλήρωσε η Μαρία
«Όχι! Όχι!» είπε ο Ηλίας. «Εδώ είναι το “εδώ”».


Σημειώσεις:
Οι αρχαίοι έλληνες γνώριζαν ότι ένα έτος διαρκεί 365 και ¼ ημέρες. Μέτραγαν τον χρόνο διαφορετικά από πόλη σε πόλη αλλά γενικά χώριζαν ένα έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες (στην Αττική οι μήνες αυτοί ήταν: Εκατομβαιών 30, Μεταγειτνιών 29, Βοηδρομιών 30, Πυανεψιών 29 Μαιμακτηριών 30, Ποσειδαιών 29, Γαμηλιών 30, Ανθεστηριών 29, Ελαφηβολιών 30, Μουνυχιών 29, Θαργηλιών 30, Σκιροφοριών 29) οποίοι διαρκούσαν 30 και 29 ημέρες διαδοχικά ακολουθώντας την σεληνιακή ακολουθία με εκκίνηση την 16η Ιουλίου. Κάθε τρίτο, πέμπτο και όγδοο έτος προσέθεταν έναν επιπλέον μήνα για να αντιπαρέλθουν το έλλειμα των 90 ημερών που προέκυπτε από τους σεληνιακούς μήνες ανά οκταετία συμπληρώνοντας μία πλήρη οκτωχρονιά (εννεαετηρίς). Ο εμβόλιμος μήν ονομαζόταν Ποσειδαιών ύστερος (30) και τοποτετούνταν μετά τον Ποσειδαιών.
Η γενική χρονολόγηση με βάση τους Ολυμπιακούς έγινε αρχικά στην Ηλεία και επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα. Ως γνωστό οι Ολυμπιακοί αγώνες ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή αλλά η πρώτη γνωστή καταχώρηση τους, από τον σοφιστή Ιππία τον Ήλειο, έγινε μόλις τον πέμπτο αιώνα π.Χ. και αφορούσε την Ολυμπιάδα του 776π.Χ. Από εκείνη, την πρώτη καταγεγραμμένη Ολυμπιάδα άρχισε η πιο γνωστή χρονομετρική μέθοδος της αρχαίας Ελλάδας.


«Μετά σε πυροβόλησε. Σε είδα να πέφτεις και έτρεξα προς το μέρος σου... Και μετά... δεν θυμάμαι τίποτα! Είμαστε νεκρές!»
«Γαμώ τη καταδίκη μου! Και εδώ είναι η κόλαση!» συμπλήρωσε η Μαρία
«Όχι! Όχι!» είπε ο Ηλίας. «Εδώ είναι το “εδώ”».

Σάββατο, Μαρτίου 20, 2010

Μαρίνα Ροδιά - Metamorphose

Ολα άρχισαν τη μέρα που ο Δημοσθένης παραβίασε τη πόρτα του λουτρού. Μάλλον θα είχε κυλήσει ο σύρτης προς τα κάτω, γιατί ήταν αμπαρωμένη από μέσα. Μπερδεύτηκε στα πόδια του το πενιουάρ της Μπέρτας. Το κλώτσησε. Η Μπέρτα έλειπε, έτσι έφευγε μετά το σεξ τον τελευταίο καιρό, δεν τον αποχαιρετούσε. Μισούσε τους αποχαιρετισμούς, έτσι έλεγε, μα ένα "γεια, φεύγω" τι πείραζε να ειπωθεί; Να ξέρει, να κλειδώνει την εξώπορτα τουλάχιστον.

Θυμάται καλά πως εκείνη τη μέρα πρόσεξε την αράχνη που ήταν γραπωμένη στο σιφώνι της μπανιέρας. Ηταν τεράστια για αράχνη, λεία και κάτασπρη σαν το ασπράδι ενός ραγισμένου αυγού που βράζει. Μέτρησε τα πόδια της, όταν αυτή βγήκε εντελώς απο το σιφώνι και άρχισε να περπατά μέσα στη μπανιέρα: ήταν οχτώ, άρα αράχνη.

Δεν ήθελε να σκοτώσει ένα τόσο παράξενο πλασματάκι, πήρε ένα μικρό γυάλινο βάζο από μαρμελάδα, την έκλεισε μέσα και τη πήγε στο φίλο του τον Αχιλλέα, το βιολόγο. Εκείνος θα ήξερε τί να κάνει με δαύτην. Ο Αχιλλέας ενθουσιάστηκε με το δωράκι και του είπε ότι θα το εξετάσει και θα τον πάρει τηλέφωνο να του πει λεπτομέρειες.

Η Μπέρτα, περπατώντας μια μέρα σε απαγορευμένους δρόμους, δρόμους όπου βρισκόντουσαν μαγαζάκια μεταναστών και όπου κυκλοφορούσαν γυναίκες με μπούρκα, είδε μια επιγραφή που την εντυπωσίασε «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε στο μαγαζί -τι μαγαζι, μια τρύπα ήταν- να ρωτήσει τί υλικά είναι αυτά και ποια εικόνα αφορούν.

Μια γυναίκα με μπούρκα ήταν πίσω από το πάγκο. Μπορεί να ήταν και άντρας, η φωνή ήταν καταχθόνια, αλλά με καλή άρθρωση. Της έδειξε μερικές σκόνες χρωματιστές και της είπε ότι, λαβαίνοντας μια μικρή ποσότητα από μια ειδική σκόνη, μπορούσε να αποκτήσει την εικόνα της αρεσκείας της, να μεταμορφωθεί δηλαδή στο πλάσμα που ήθελε. Αν ήθελε π.χ. να γίνει λιοντάρι, αρκούσαν δυο κουταλιές του γλυκού σκόνη πορτοκαλιά σε ένα ποτηράκι με κονιάκ, ενώ, αν ήθελε να γίνει ένα μικρό ζωϋφιο, μισό κουταλάκι άσπρη σκόνη σε νερό έφτανε και περίσσευε κιόλας. Η Μπέρτα ψώνισε την άσπρη σκόνη. Οχι επειδή πίστεψε πως η σκόνη αυτή ήταν ικανή να κάνει αυτά που της είπε η γυναίκα (ή άντρας, άγνωστο αυτό) με τη μπούρκα. Τη ψώνισε επειδή, γενικά, της άρεσε να ψωνίζει για να ενισχύει οικονομικά τους φουκαράδες τους ξένους. Της άρεσε να παραμυθιάζεται κιόλας, κι έτσι, με τη σκονίτσα στη τσάντα της, είχε την ευκαιρία να ζήσει για λίγο μέσα σε ένα ακόμα παραμύθι.

Πέρασαν αρκετές μέρες από τότε και η σκόνη έμενε ξεχασμένη στο τσεπάκι της τσάντας της, μέχρι που τη θυμήθηκε το απόγευμα που πήγε στου Δημοσθένη για να γαμηθούν. Ο Δημοσθένης ήταν η αδυναμία της, είχε το καλύτερο εργαλείο, μόνο που της έμενε μια απορία: Τί να έκανε άραγε όταν έμενε με τις ώρες μέσα στο λουτρό, όπου πήγαινε μετά από κείνη, αφού είχαν ξεσκιστεί στο κρεββάτι; Αν έλυνε αυτή την απορία, θα μπορούσε να σκεφτεί ακόμα και το γάμο μαζί του, επειδή δεν ήθελε με τίποτα να παντρευτεί κάποιον που της έκρυβε τα μυστικά του. Αυτή η φάση με το λουτρό την είχε αναγκάσει να φεύγει αμέσως μετά αμίλητη, χωρίς καν να του λέει ένα "γειά".

Ετσι, ένα απόγευμα αποφάσισε να καταπιεί την άσπρη σκόνη και να ζήσει το παραμύθι της, ότι δήθεν θα γινόταν ένα μικρό ζουζούνι και θα έβλεπε με τα μάτια της αυτό που εκείνος της έκρυβε. Δυστυχώς, ξέχασε να βγάλει το πενιουάρ της πριν καταπιεί τη σκόνη -μάλλον δεν είχε πιστέψει πως όσα υποσχόταν το μαγικό αυτό ήταν αληθινά- και το πενιουάρ έπεσε στο πάτωμα, όταν εκείνο το απόγευμα η Μπέρτα έγινε ένα άσπρο παχουλό ζωϋφιάκι. Μόλις άκουσε τα χτυπήματα στη πόρτα, έτρεξε να κρυφτεί στη μπανιέρα και, όταν ο Δημοσθένης μπήκε μέσα, μισοχώθηκε στο σιφώνι, όπου εκείνος την είδε και την έχωσε στο μικρό γυάλινο βάζο -μάλλον από μαρμελάδα.

Ο Δημοσθένης ακούμπησε το βαζάκι στο ράφι και άρχισε την αγαπημένη του ασχολία. Η Μπερτα με την αλλαγμένη μορφή τον έβλεπε καθαρά με τα τεράστια μάτια της και μάλιστα εις διπλούν, καθρεφτισμένο στο καθρέφτη του λουτρού, μια και ο καθρέφτης έφτανε ίσαμε το πάτωμα. Εβλεπε τον εραστή της, πότε καθισμένο στο μπιντέ και πότε όρθιο, να αυνανίζεται μέχρις αίματος. Χωρίς να κρατά πορνοπεριοδικό, χωρίς να έχει κάποια εικόνα για βοήθημα, ο Δημοσθένης αυνανιζόταν με κλειστά τα μάτια.

Κάποια στιγμή, εκείνος έβγαλε ένα υπόκωφο ουρλιαχτό -κάτι σαν βογγητό που έμοιαζε με ψίθυρο- και στράγγιξε τη τελευταία ποσότητα σπέρματος στο νιπτήρα. Μετά, πλύθηκε και βγήκε.

Η Μπερτα-ζωϋφιο, ήξερε πως πάει να φτιάξει καφέ και να κάτσει στο καναπέ να τον πιεί διαβάζοντας τα ποδοσφαιρικά νέα. Η ίδια δεν αισθανοταν και τόσο βολικά στο βαζάκι, γλίστραγαν τα πλάγια και μόνο στον πάτο μπορούσε να βρει άνεση, δεν είχε συνηθίσει κιόλας το καινούργιο της περίβλημα. Ανακάλυψε κάτι μικρές βεντούζες στα ποδαράκια της και κατάφερε να κάνει μερικές βόλτες στη περίμετρο του μικρού βάζου. Μα.. δεν έβρισκε κι αυτός ένα μεγαλύτερο βάζο να τη χώσει; Ούτε στιγμή, βέβαια, δεν της πέρασε από το νου πως θα μπορούσε να την είχε στείλει στον άλλο κόσμο -κοινό για ανθρώπους και ζωάκια- με ένα ζούληγμα του δαχτύλου του ή με μια παντοφλιά.

Ο Αχιλλέας συνήθιζε επίσης να βολτάρει στις απαγορευμένες συνοικίες και, κάποιες φορές, ανακάλυπτε ένα σωρό μυστήρια πράγματα που τον βοηθούσαν στις έρευνές του. Συνήθως τα μυστήρια υλικά που ψώνιζε ήταν αντίδοτα σε κάτι, όπως π.χ. αντίδοτο σε δάγκωμα φιδιού ή σε τσίμπημα σφήκας. Εχοντας το παράξενο ζωϋφιο, που του είχε φέρει ο φίλος του ο Δημοσθένης στο βάζο, πάνω σε ένα πάγκο του εργαστηρίου του, έψαχνε τρόπο να το κάνει να του αποκαλύψει τα μυστικά του χωρίς να το πληγώσει. Αν δεν τα κατάφερνε, θα προχωρούσε σε τομές με το μικρό του νυστέρι. Είχε προχωρήσει αρκετά στην εξέταση του πλάσματος αυτού και είχε βρει πως μάλλον επρόκειτο για χταπόδι και όχι για αράχνη, θέλοντας όμως να βρει πρόσθετες πληροφορίες αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στα παράξενα μαγαζάκια των αλλοδαπών μήπως ανακαλύψει κάτι τι επιπλέον που θα φώτιζε περισσότερο την έρευνά του.

Βρέθηκε έξω από το μαγαζάκι με τη ταμπέλα «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε μέσα. Συζητώντας με έναν ωραίο μελαμψό νεαρό, έμαθε ότι για όλες τις μαγικές σκόνες που διέθετε το κατάστημα υπήρχε ένα και μοναδικό αντίδοτο και το ψώνισε. Την ώρα που το αγόραζε δεν είχε καμμιά ιδέα για το πού θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, το πήρε απο συνήθεια, επειδή τον γοήτευαν γενικά τα αντίδοτα.

Ο Δημοσθένης περίμενε μια βδομάδα τηλέφωνο από το φίλο του, τον Αχιλλέα, να μάθει τί έγινε με το ζωϋφιο, τι ράτσα αράχνης ήταν τελοσπάντων, και, μια και δεν τηλεφωνουσε εκείνος, σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό του. Το θέμα με το ζωϋφιο ήταν το πρόσχημα, ο Δημοσθένης ήθελε να μιλήσει σε κάποιον γιατί ήταν απαρηγόρητος: η Μπέρτα είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του μετά από εκείνο το απόγευμα με τη λευκή παχουλή αράχνη.

Ο Αχιλλέας ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες για το απόγευμα εκείνο και ο Δημοσθένης, αν και δυσανασχετώντας επειδή δεν έβλεπε το λόγο να παίρνει η συζήτησή τους τέτοιες προεκτάσεις, διηγήθηκε στο φίλο του με το νι και με το σίγμα τις κινήσεις του στο λουτρό, την αμπαρωμένη από μέσα πόρτα, πώς τη παραβίασε και μπήκε, το πενιουάρ της Μπέρτας στο πάτωμα, όλα.

Ενας καλός βιολόγος οφείλει να διαθέτει άφθονη φαντασία και ο Αχιλλέας ήταν πολύ καλός βιολόγος, αυτό να λέγεται. Μετά το τηλεφώνημα λοιπόν, έτρεξε στο εργαστήριό του, άνοιξε το καπάκι του μικρού βάζου όπου τεμπέλιαζε το ζουδάκι -μπορεί να ήταν και εξαντλημένο από τη πείνα, γιατί δεν ήξερε τι να το ταΐσει. Το ράντισε με λίγο από το αντίδοτο που είχε προμηθευτεί πρόσφατα και πήγε να κάνει ένα φραππέ, να πίνει κάτι περιμένοντας μια πιθανή αντίδραση.

Οσο κούναγε το φραππέ του, άκουσε ένα κρότο στο εργαστήριο σαν να σπάνε τζάμια και αμέσως μετά ένα γδούπο. Ετρεξε αλαφιασμένος και βρήκε τη Μπέρτα στο πάτωμα, ξερή, τη συνέφερε με το φραππέ που της έδωσε να πιει, έχοντας στάξει μερικές στάλες δυνατό ποτό μέσα, και την ξάπλωσε στο καναπέ τυλιγμένη με μια στρατιωτική κουβέρτα της αεροπορίας. «Πάω να σου ψήσω μια μπριζόλα, μάτια μου» της είπε και πήγε στη κουζίνα να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Μετά τη μπριζόλα, η Μπέρτα συνήλθε εντελώς και τον ρώτησε αν αυνανίζεται μετά το σεξ. Ο Αχιλλέας απάντησε λίγο πειραγμένος για την ερώτηση αυτή «όχι βέβαια, μαλάκας είμαι;» και της εξομολογήθηκε ατάκα κι επιτόπου ότι τη γουστάριζε τρελλά και αν το ήθελε κι εκείνη να τα φτιάξει μαζί του, αν τον προτιμούσε από το Δημοσθένη φυσικά. Ηξερε καλά ότι δεν φέρονται έτσι οι φίλοι, αλλά ο Δημοσθένης δεν ήταν και τόσο φίλος, μια και μονάχα όταν είχε την ανάγκη του τον πλησίαζε, να του κλαίγεται ή να ζητά να του λύνει απορίες. «Οχι, δεν είναι φιλία αυτό» είπε από μέσα του και αγκάλιασε τη Μπέρτα, που δεν ήταν πλέον ούτε αράχνη ούτε χταπόδι αλλά μια όμορφη κανονική γυναίκα.

«Αν δεν ήμουν τόσο ρέστος από χρήμα θα σε ζήταγα σε γάμο» της πέταξε την ατάκα και η Μπέρτα την έπιασε στο φτερό και δέχτηκε, μια και η ίδια είχε τον τρόπο της με τα οικονομικά: είχε κληρονομήσει ένα ρολτόπ τίγκα στις μετοχές και στα ομόλογα. Φυσικά, δεν του αποκάλυψε το έχειν της, τον άφησε να νομίζει ότι ήταν και αυτή μια πτωχή πλην τίμια κόρη -μερικά πράγματα πρέπει να τα κρατούν μυστικά οι γυναίκες, έτσι δεν είναι;

Και γίναν γάμοι και χαρές και ξεφάντωσες πολλές
Ούτε'γώ ήμουν εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε! :)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πολύ αργότερα, όταν τα ξαναβρήκαν ο Δημοσθένης με τον Αχιλλεα -γιατί "μια γυναίκα δεν μπορεί να καταστρέψει μια αντρική φιλία"- συζητούσαν για τη Μπέρτα, που είχε γίνει εντωμεταξύ μητέρα των παιδιών του Αχιλλεα. Ο Αχιλλέας ρώτησε το φίλο του γιατί αυνανιζόταν μετά το σεξ (η Μπέρτα του τα είχε πει όλα για το Δημοσθένη, χαρτί και καλαμάρι που λένε, επειδή είχε εκδηλώσει επιστημονικό ενδιαφέρον να μάθει πώς και τί ένοιωθε εκείνη ως ζωϋφιο) και ο Δημοσθένης απάντησε ότι με τον τρόπο αυτό είχε τη γυναίκα των ονείρων του με όποιο τρόπο ποθούσε, έκανε με κείνην ό,τι ήθελε, χωρίς να νοιώθει ενοχές και χωρίς να μπαίνει στον κόπο να της ζητά πράγματα για τα οποία πιθανότατα να λάβαινε άρνηση, ίσως και περιφρόνηση. «Α, κατάλαβα» απάντησε ο Αχιλλέας συμπληρώνοντας «αλλά η Μπέρτα τα κάνει όλα, ξέρεις, ηφαίστειο σκέτο η άτιμη, δεν τη προλαβαίνω λέμε!» και τότε ο Δημοσθένης χτύπησε το κεφάλι του στο τοίχο κι έπεσε το ντουβάρι και τρέχαν μετά για χτίστες και σοβατζήδες...

Ρεγγίνα Μπούκουρα - Ξενοδοχείο Ελβετία

Και εγώ ήδη ζούσα ξανά θραύσματα μιας μακρινής ζωής. Τα θραύσματα είναι οδυνηρά κάποιες φορές όπως κάθε τι αιχμηρό, όταν το άγγιζα με λάθος τρόπο. Μεταφέρουν την παλιά ζωή κομμένη σε πολλούς μικρούς καθρέφτες. Το γυαλί αντανακλά το μακρινό παιδικό βλέμμα και τις μυστηριώδεις εικόνες της ξένης πόλης. Η μυρωδιά του κατεργασμένου δέρματος έφτανε εύκολα στο χαμηλό μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Τύλιγε όλο το δρόμο σαν προστατευτική ανάσα και έμπαινε σε κάθε άνοιγμα της πόρτας, απότομα στα ρουθούνια, τραβώντας μέσα της όλο το αδύναμο σώμα μου. Το ξύλινο παραθυρόφυλλο έτριζε στον παραμικρό αέρα, πίσω από την πλάτη μου και ευγενείς πελάτες που χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με νεύματα, μπαινόβγαιναν από το απέναντι εστιατόριο.

Υπνωτισμένος κολλούσα το μικρό μου πρόσωπο στα κάγκελα με τις στριφογυριστές παραστάσεις προσπαθώντας επίμονα να σκεφτώ σε ποιο μακρινό ταξίδι θα μπορούσα να πάρω μαζί μου τις βαλίτσες εξαφανίζοντάς τις για πάντα ή πως θα μπορούσα να μαντέψω καλύτερα την πιο κρυφή, την πιο μύχια σκέψη κάθε ανθρώπου που έστρωνε προσεχτικά τα ρούχα με το χέρι του πριν μπει στο Ελληνικόν ή όταν έβγαινε.. Η οσμή της κόλλας από το εσωτερικό ταρτάν ύφασμα που έντυνε τις βαλίτσες, ο θόρυβος από τα μηχανήματα, οι μοντέρνες ζώνες που τυλίγονταν σαν μαλακές γλώσσες γύρω από τα σώματά τους, ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης που πηγαινοερχόταν ακατάπαυστα, ελέγχοντας την παραγωγή και το χαμόγελο που μου χάρισε ένα απόγευμα , καθώς στάθηκε στην είσοδο του καταστήματος, ανοίγοντας το πακέτο με τα τσιγάρα. Μπήκα στο δωμάτιο γρήγορα, αναποφάσιστος αν θα έπρεπε να κλάψω από ντροπή επειδή είχα συλληφθεί να κρυφοκοιτώ ή να γελάσω μυστικά ικανοποιημένος που είχα επιτέλους δεχτεί το πρώτο χαμόγελο στην πόλη της μητέρας μου. Εφόσον είχε αποφασίσει να μείνει εκεί, έστω ως ασθενής, αυτή ήταν επίσημα πλέον η πόλη της κι εγώ ο μικρός επισκέπτης στον ασθενικό κόσμο της.


Καθόταν με γυρισμένη την πλάτη προς τους θορύβους του δρόμου. Είχε το μελαχροινό κεφάλι της ακουμπισμένο μες στην παλάμη της και με το δεξί χέρι γυρνούσε αργά τις ραγισμένες σελίδες ενός παμπάλαιου φυτολόγιου, τόσο γεμάτου από αποξηραμένα λουλούδια και παλιά κλαράκια που έδειχνε έτοιμο να εκραγεί, αφήνοντας τα στεγνά του άνθη να ξεχυθούν σαν άγριες πεταλούδες στο πάτωμα.. Στο εξώφυλλο με καλλιγραφικά γράμματα αναγράφονταν το όνομα του πατέρα της και στο εσώφυλλο υπήρχε η αφιερωση στην αγαπημένη του κόρη. Η μητέρα μου το κουβαλούσε πάντα μαζί της. Τις στιγμές που έφευγε από το σπίτι, είχα την οδυνηρή αίσθηση πως εκείνο το σχεδόν διαλυμένο τετράδιο μού έλειπε περισσότερο από εκείνη. Ανοιγόκλεινα συνεχώς το συρτάρι της τουαλέττας της ελπίζοντας πως ξαφνικα οι σελίδες με τα διάφανα ραγισμένα επικαλύμματα φύλλων και οι ξινόγλυκες μυρωδιές πατημένων τριαντάφυλλων και ισχνών κινέζικων γαρύφαλλων θα εμφανίζονταν στη θέση τους, δίχως να την έχουν ακολουθήσει στριμωγμένα σε μια βαλίτσα στα συχνά ταξίδια της, κάνοντας τον ύπνο μου να τρίζει σα διάφανο χαρτί.


Δεν θα μπορούσα να βρω οποιαδήποτε γυναίκα για να πείσω τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου να με αφήσει να ξαναδώ το δωμάτιο. Τα χρήματα βοηθούν πάντα. Είχα ζητήσει τη βοήθεια της Ελισσαβέτε κι εκείνη δέχτηκε. Δεν αμφέβαλα ούτε για ένα λεπτό πως θα δεχόταν. Ανεβήκαμε μαζί ως ζευγάρι τα σκαλιά και η αμήχανη σιωπή γίνονταν συνεχώς πιο αμήχανη ανάμεσα στις βαριές μυρωδιές που σαν κισσός έπνιγαν κάθε βήμα ως την τελική άνοδο στον πρώτο όροφο. Αντρικά και γυναικεία υγρά πότιζαν κάθε χιλιοστό του τοίχου, το στρώμα έπλεε μέσα τους, τα λιγοστά έπιπλα, προσπαθούσαν να αναπνεύσουν, έξω απ’ τον ανθρώπινο ιδρώτα που έρρεε παντού. Μπορούσα να τον φανταστώ, να τον οσμιστώ, τον έβλεπα. Η Ελισσαβέτε τρομαγμένη ή αηδιασμένη μού έσφιξε το μπράτσο μα δεν έδωσα σημασία. Έφτασα στο κεφαλόσκαλο και σταμάτησα αναποφάσιστος. Σπρώχνοντας ελαφρά την πόρτα του δωματίου, πρόλαβα να δω το μελαχροινό κεφάλι γυρτό ευλαβικά στο πλάι και το φυτολόγιο κλειστό σαν ευαγγέλιο κάτω από τα χέρια . Η εικόνα ήταν φευγαλέα κι εγώ ξαφνιασμένος, ανίκανος να ανιχνεύσω γρήγορα την αληθινή φωλιά της, αισθάνθηκα στο στήθος μου το φτερούγισμα της γρήγορης κίνησης που την είχε πάρει κιόλας μακριά κι ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στις παλάμες.


Δε θυμόμουν ακριβώς την επίπλωση. Ίσως και τότε να ήταν τόσο φριχτή, ίσως και τότε τα έπιπλα να ήταν γεμάτα με τόσους πολλούς ρόζους, μπορεί και τότε τα δάχτυλα να κολλούσαν στις ραγισματιές τους. Ή μπορεί το διπλό κρεβάτι με τα παράταιρα κομοδίνα να έλαμπαν καινούρια αφήνοντας το ξύλο τους να ευωδιάσει απαλό λούστρο και το αγγιγμά τους να είναι λείο σαν γλυκό νερό. Τη θυμάμαι να δένει τα μαλλιά της με μια κορδέλα μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου. Έριχνα κλεφτές ματιές καθώς περίμενα υπομονετικά να φύγουμε μαζί για το νοσοκομείο. Ίσως ο θάνατος να είναι πάντα αυτή η εικόνα, μια γυναίκα που χαμογελά γλυκά κι αδύναμα καθώς χτενίζει τα μαλλιά της.


Το μόνο που φαινόταν ίδιο ήταν το χρώμα που τύλιγε την κρεβατόκαμαρα. Ένα απαλό γκρι ξεκινούσε από τις γωνίες των τοίχων σκεπάζοντας σαν ελαφρύ πέπλο το φως και λεπτές βιολετιές αντανακλάσεις σκιών είχαν θολώσει τα βλέφαρα μου στον πρώτο μου ύπνο εκεί. Ζήτησα από την Ελισσαβέτε να στρώσει πρώτα το στρώμα με τα καθαρά σεντόνια. Ξάπλωσα με τα ρούχα μου. Έβγαλα μόνο τα παπούτσια μου και της ζήτησα να κάνει το ίδιο. Τα προσωπά μας αντικρυστά το ένα στο άλλο, της χαμογέλασα και μού ανταπέδωσε ντροπαλά, όμως ήξερα πως δεν ήταν καθόλου ντροπαλή. Χώθηκα στην αγκαλιά της, βυθίζοντας το προσωπό μου στη βάση του λαιμού της. «Κλείσε τα μάτια σου» μουρμούρισε. Ο παλμός του δωματίου ακούστηκε ξεκάθαρος, το ίδιο λαμπερός και δυνατός με τότε, ακριβώς ο παλμός που άκουγα χωμένος στην αγκαλιά της μητέρας μου.

*ρήση του Σατωμπριάν

Σκηνικό: Η γυναίκα, ακουμπισμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού, ατενίζει το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Η πολύωρη μυσταγωγία μεταξύ Σελήνης-γυναίκας, διακόπτεται από τον έκπληκτο σύζυγο της.
Εκείνος: Τι κάνεις μάτια μου, έξω στο Σεληνόφως;
Εκείνη: Καταγράφω τις ταλαντώσεις Φωτός και Σκότους.
Εκείνος: Ο λόγος;
Εκείνη: Τα πρόσωπα που περιδιαβαίνουν στη ζωή μας.
Εκείνος: Δεν καταλαβαίνω
Εκείνη: Κάποια διαγράφουν ελλειπτική προβολή και ενσωματώνονται στην αθέατη πλευρά της Σελήνης.
Εκείνος: Τι θέλεις να πεις; Για ποια άτομα μιλάς;
Εκείνη: Γι’ αυτά που η αύρα τους δημιουργεί χαλαζόπτωση στο κοινό μας μονοπάτι.
Εκείνος: Μάλιστα. Και τα υπόλοιπα;
Εκείνη: Τα υπόλοιπα αγάπη μου χωρίζονται στα συνηρημένα και στα ξάστερα.
Εκείνος: Περίεργα μιλάς.
Εκείνη: Ξάστερα είναι αυτά των οποίων το καθρέφτισμα παραμένει καθαρό. Αυτά βρίσκονται στην ορατή πλευρά της. Συνηρημένα είναι αυτά που καρκινοβατούν πάνω στο σχοινί. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν τα περισσότερα πρόσωπα. Ανάλογα με τα πρόσημα που συγκεντρώνουν στις συναιρέσεις τους, περνάνε είτε στην αθέατη είτε στην ορατή προς τη Γη πλευρά της Σελήνης.
Εκείνος: Αναρωτιέμαι τι να ’χεις πιει;
Εκείνη: Τι άλλο από το κρασί των Ανθρώπων.
Εκείνος: Έστω ότι είναι έτσι, εσύ όμως τι κερδίζεις μ’ αυτήν σου την ονειροπόληση;
Εκείνη: Δεν είναι ονειροπόληση καλέ μου. Είναι το απόσταγμα που έχει ενσταλάξει μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια της παραμονής μου στα μέρη σας.
Εκείνος: Στα μέρη μας; Αστειεύεσαι βέβαια. Κι εσύ εδώ γεννήθηκες, εδώ μεγάλωσες. Σε ξέρω από παιδί.
Εκείνη: Ναι εδώ γεννήθηκα, στον τόπο σου. Ταξιδιώτης του Χωροχρόνου. Σύντομα, ξέρεις, επιστρέφω στον τόπο μου.
Εκείνος: Με τρομάζεις. Πρώτη φορά σ’ ακούω να μιλάς έτσι. Σίγουρα δεν έχεις πιει;
Εκείνη: Ίσως γιατί πρώτη φορά με βλέπεις όπως πραγματικά είμαι. Λυπάμαι που σε τρομάζω.
Εκείνος: Και… ποιος είναι ο τόπος σου;
Εκείνη: Μα φυσικά το Σύμπαν. Είμαστε αμυδροί κόκκοι της Απεραντοσύνης του. Στιγμιαίοι δραπέτες του παραλόγου. Ο χρονοταξικός καμβάς κάνει τις ρηματικές του αντικαταστάσεις κάθε φορά, που κάποια απόχρωση εκπίπτει των προσδοκιών του.
Εκείνος: Κι εμείς τι είμαστε; Εκπεσούσες αποχρώσεις; Είχα την εντύπωση πως η γλώσσα του Σύμπαντος είναι τα μαθηματικά. Εσύ τώρα μπερδεύεις και τη γραμματική!
Εκείνη: Τα μαθηματικά είναι συμπαντική γλώσσα ενώ η γραμματική επινόηση της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Εκείνος: Μάλιστα! Ωστόσο, δεν απάντησες στο πρώτο μου ερώτημα αν είμαστε εμείς –το ανθρώπινο γένος δηλαδή- εκπεσούσες αποχρώσεις..
Εκείνη: Όπως προείπα, είμαστε συμπαντικοί κόκκοι, δραπέτες του παραλόγου. Εναλλασσόμαστε πολυπρόσωπα πάνω στη Γη. Ανάλογα τα ταξίδια μας αφομοιωνόμαστε κατά που μας πρέπει. Οι εκπεσούσες αποχρώσεις είναι τα πρόσωπα που στερούνται αξιών. Συνεπώς, αφού κι ο 13ος κύκλος γήινης παρουσίας τους παρουσιάζει ελλειπτική προβολή, η ένταξή τους στην αθέατη πλευρά είναι αναπόφευκτη.
Εκείνος: Και όλες αυτές τις μορφές η Σελήνη τις χωρά; Δεν αλληλοσυγκρούονται;
Εκείνη: Καλή ερώτηση. Η κάθε πλευρά αφομοιώνει την ψυχή που φτάνει στον τελικό της προορισμό, όποιος κι αν είναι αυτός, οπότε δεν έχουμε πρόβλημα χώρου.
Εκείνος: Και γιατί αυτό να συμβαίνει στη Σελήνη κι όχι σε κάποιο άλλο αστρικό σώμα;
Εκείνη: Η Σελήνη είναι το αποκομμένο παιδί της Γης, προορισμένο να αποθηκεύει τις μορφές ζωής που στη Γη πλέον δεν μπορούν να βιώσουν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σε κάθε πλανητικό σύστημα.
Εκείνος: Καταλαβαίνεις ότι τα λεγόμενά σου ανατρέπουν τα θρησκευτικά μας ιδεώδη; Σ’ όλα αυτά που λες ο Παράδεισος και η Κόλαση, αν μπορούμε να συμβολίσουμε έτσι τις Σεληνιακές πλευρές, διαφέρουν μόνο στην έκθεση φωτός ή όχι; Και ο Θεός που βρίσκεται; Υπάρχει στο σκεπτικό σου;
Εκείνη: Ο Θεός είναι η Συμπαντική ενέργεια. Η Αρμονία που όλα λειτουργούν όπως λειτουργούν, με τις ατέλειές τους κάποιες φορές, όμως εμείς οι συμπαντικοί κόκκοι είμαστε που δημιουργούμε τις ατέλειες.
Εκείνος: Ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα του ανθρώπου φυλακή. Εσύ τι θεωρείς ότι είναι;
Εκείνη: Το ανθρώπινο σώμα είναι ένα συμπαντικό πείραμα, όπως κάθε αντίστοιχο σώμα που προβάλει σε άλλα πλανητικά συστήματα, καταδικασμένο να δημιουργεί μέσα από τις στάχτες του.
Εκείνος: Ναι αλλά εδώ που φτάσαμε, τουλάχιστον το ανθρώπινο γένος οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή του.
Εκείνη: Όχι εδώ καλέ μου. Λίγο πριν φτάσει στο τελικό στάδιο της εξαφάνισής του από το πρόσωπο της Γης, κάποιες ψυχές θα μεταπηδήσουν σε γειτονικά άστρα, όπου ήδη θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να φιλοξενήσουν το ανθρώπινο γένος.
Εκείνος: Και η Γη μας θάναι ένας ακόμα μύθος, φαντάζομαι. Αναρωτιέμαι όλοι αυτοί οι μύθοι για θεούς-δαίμονες και υπερφυσικά γεγονότα μήπως έχουν μία αντίστοιχη βάση; Είναι οι ελλειπτικές σελίδες της ανθρώπινης-γήινης ιστορίας; Ξέρεις πάντα μέσα μου πίστευα πως είμαστε δημιούργημα ενός υπεργαλαξιακού πολιτισμού. Πάντα αγωνιούσα για το αν μας παρακολουθούν, κι αν ναι τότε γιατί δεν επεμβαίνουν στα όσα δεινά μαστίζουν τη Γη μας; Γιατί δε μας βοηθάνε; Όμως τώρα που το σκέφτομαι ίσως οι πρώτοι κάτοικοι της Γης να ήρθαν για τους ίδιους λόγους από άλλον πλανήτη. Τι θάλεγες για τον Άρη. Αν δε με απατάει η μνήμη μου ένας μύθος των Μάγιας αναφέρει ότι καταγόμαστε από εκεί.
Εκείνη: Ναι καλέ μου. Μετακινούμαστε όπου και όποτε οι περιστάσεις το απαιτούν. Υπάρχουμε έτσι απλά σαν ένα αποκομμένο ποίημα που ψάχνει να βρει τη λύτρωσή του.
Εκείνος: Παρατηρώ όμως ότι δε μαθαίνουμε σα φυλή από τα λάθη μας. Άρα ο δρόμος για τη λύτρωσή μας είναι μακρύς.
Εκείνη: Σωστά, γι’ αυτό και στη θεατή πλευρά οι ξάστερες ψυχές συγκριτικά είναι λιγότερες.
Εκείνος: Κι αν κάποια στιγμή φτάσουμε στη λύτρωσή μας τι θα γίνει; Θ’ αλλάξει κάτι;
Εκείνη: Αν σε όλα τα πλανητικά συστήματα συνέβαινε το θαύμα της λύτρωσης τότε η ομοιομορφία που θα επικρατούσε θα ήταν μονότονη και καταθλιπτική. Η ίδια η συμπαντική ενέργεια δεν θα το άντεχε αυτό. Θα το κατέστρεφε.
Εκείνος: Τότε ποιο το νόημα να φτάσουμε στην τελειότητα;
Εκείνη: Γιατί απλά πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε με σεβασμό, αγάπη, κατανόηση στη διαφορετικότητα του καθενός μας. Αυτό δεν δίδαξε κι ο Χριστός;
Εκείνος: Ναι αλλά στο όνομά του γίνανε και γίνονται πολλά δεινά στον πλανήτη μας.
Εκείνη: Είναι γιατί ο άνθρωπος διαμορφώνει την πίστη του ανάλογα με το συμφέρον του. Αυτό είναι κάτι που έχει τις ρίζες του ακόμα από τα προχριστιανικά χρόνια.
Εκείνος: Ναι, η θρησκεία ήταν η απαγορευμένη γνώση, η γνώση του ιερατείου που εξουσίαζε τον απλό λαό διαμέσου του εκάστοτε βασιλιά. Ο Χριστός έδωσε άλλη πνοή με το Θείο Λόγο. Όμως στην πορεία παρερμηνεύτηκε η ουσία του Λόγου του.
Εκείνη: Ακριβώς. Υπάρχει όμως κόσμος που ανεξάρτητα του θρησκεύματός του έχει μέσα στη ζωή του το Λόγο του Χριστού. Ζει και πορεύεται με την Αγάπη.
Εκείνος: Χαμένοι στην ανωνυμία τους και ελάχιστοι φαντάζομαι ανά φυλή. Ας είναι όμως, είναι ευτύχημα που υπάρχουν, είναι ελπίδα….
Εκείνη: Ναι, είναι το Φως στη μικρή τους κοινωνία, τουλάχιστον όσοι έχουν την ευαισθησία να το αντιληφθούν και να παραδειγματιστούν.
Εκείνος: Ξέρεις τι μου κάνει εντύπωση; Τόσα χρόνια που σε γνωρίζω ποτέ δεν είχες εκφράσει τέτοιες απόψεις. Πιο σωστά, εσύ ήσουν πάντα η ορθολογίστρια της παρέας. Τώρα τι άλλαξε;
Εκείνη: Κι εγώ παραξενεύομαι που ακούω τις σκέψεις μου, όμως να που ήρθε η στιγμή να ανατραπεί ο εσωτερικός μου κόσμος. Πάντα δεν έλεγες «για όλα υπάρχει η πρώτη φορά»; Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο ή όραμα αυτό που θα σου πω, συνέβη τότε που πήγαμε στην Αράχοβα. Θυμάσαι;
Εκείνος: Άκου λέει• και βέβαια θυμάμαι. Την επόμενη της επίσκεψής μας στους Δελφούς, την τρίτη μέρα της παραμονής μας, συμπεριφερόσουν περίεργα. Άλλοτε έκλαιγες κι άλλοτε γελούσες ασταμάτητα. Ποτέ μέχρι τώρα όμως δεν μου εξήγησες αυτή σου τη συμπεριφορά.
Εκείνη: Ήθελα πρώτα να κατανοήσω μέσα μου τι ήταν αυτό που μου συνέβη. Ακόμα βέβαια δεν έχω ξεκαθαρίσει αν ήταν όνειρο ή όραμα. Εκείνο που ξέρω είναι πως ήταν έντονα αληθινό.
Εκείνος: Με τρομάζεις ακόμα πιο πολύ. Τι συνέβη; Πες μου.
Εκείνη: Λίγο πριν ξημερώσει σηκώθηκα, βγήκα στο μπαλκόνι να κάνω ένα τσιγάρο. Είχε μια περίεργη ομίχλη έξω, αν κι Αύγουστος μήνας. Ξαφνικά ένιωσα τον εαυτό μου να συρρικνώνεται τόσο πολύ που τρόμαξα κι άρχισα να φωνάζω, μα εσύ δεν με άκουγες. Μετά ένιωθα ότι ήμουν ένα με την ομίχλη, δεν είχα σώμα. Έμοιαζα περισσότερο με λευκό φως και ταξίδευα. Ένιωθα μία απέραντη γαλήνη. Ταξίδευα κι έβλεπα τον κόσμο τόσο διαφορετικό απ’ ότι τον ξέρουμε. Έβλεπα ζωή εκεί που στη δική μας διάσταση φαίνεται ανύπαρκτη. Κάποια στιγμή πήρα μορφή, δεν διέφερα από τις φιγούρες που έβλεπα τριγύρω μου.
Εκείνος: Θυμάσαι να μου πεις με τι έμοιαζαν;
Εκείνη: Ήταν μικροσκοπικές φιγούρες, σαν ξωτικά. Την ευδαιμονία μας ήρθε να ταράξει μία άγρια φωνή. Θυμάμαι κρυφτήκαμε σε μια σπηλιά. Παρόλο που ήταν σκοτεινή κι ερμητικά κλειστή αναπνέαμε κι υπήρχε φως χάρις σε κάποιες περίεργες πέτρες που υπήρχαν στο έδαφος. Η φωνή όσο περνούσε η ώρα ακουγότανε πιο έντονη. Διαπεραστική.
Εκείνος: Θυμάσαι τι έλεγε;
Εκείνη: Όχι, μόνο τρόμο μας γέμιζε και μια γυναικεία φιγούρα μέσα στη σπηλιά άρχισε να κλαίει. Φοβόταν, έλεγε, για το παιδί που θα φέρει στον κόσμο. Προσπάθησα να την παρηγορήσω ώσπου…
Εκείνος: Ώσπου… τι;
Εκείνη: Την άλλη στιγμή είδα νάμαι στο μπαλκόνι με το τσιγάρο στο χέρι κι εκεί στη Σελήνη να διαγράφεται ένα χαμόγελο. Θυμάσαι; Ήταν Πανσέληνος.
Εκείνος: Ναι, θυμάμαι μάλιστα πως το μόνο που μου ‘χες πει για εκείνο το βράδυ ήταν ότι, κράτησες τη Σελήνη στο χέρι σου. Φαντάστηκα ότι θα το ονειρεύτηκες, γι’ αυτό και γέλασα. Και σήμερα έχουμε Πανσέληνο. Γι’ αυτό τώρα προβαίνεις σε εξομολογήσεις;
Εκείνη: Δεν ξέρω, αλλά από τότε η Πανσέληνος με κάνει να νιώθω περίεργα. Βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων μου, ξέρεις. Όχι μη μου τρομάζεις πάλι. Είναι όλα φυσιολογικά. Νιώθω μία απέραντη γαλήνη τούτη τη βραδιά.
Εκείνος: Σήμερα γλυκιά μου με προβλημάτισες πολύ. Χαίρομαι που είσαι καλά, παρόλα αυτά.
Εκείνη: Είναι απλό. Άσε τη ματιά σου να περιηγηθεί στη Σελήνη. Μη σκέφτεσαι τίποτε άλλο παρά μόνο το Λόγο που Υπάρχουμε. Το Λόγο που μας συμβαίνουν όσα μας συμβαίνουν. Εκεί στο αργυρόχρωμο φως της θα βρεις τις απαντήσεις σου.
Καληνύχτα Αγάπη μου.

11.05 Ψηλαφώντας το κομοδίνο του ο Μπομπ συνειδητοποίησε με έκπληξη πως το ξυπνητήρι Τουίτι δε βρισκόταν στη θέση του και το ανεξήγητο αυτό γεγονός τον προβλημάτισε πολύ. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι του, έτριψε τα μάτια κι άνοιξε το κινητό του. Μόλις είδε την ώρα έβγαλε μια κραυγή που πρέπει ν’ ακούστηκε αρκετά τετράγωνα πιο πέρα. Έβαλε αμέσως τα σπορτέξ του και πετάχτηκε σα σίφουνας έξω.
Στο δρόμο όλοι τον κοίταζαν σαν εξωγήινο κι ο Μπόμπ υπέθεσε πως ήταν όλοι μαλάκες. Μόνο όταν μπήκε στη “Γνώση” κατάλαβε πως ήταν ακόμα με τις πιτζάμες. Μόλις το αφεντικό του τον είδε άρχισε να φωνάζει κρατώντας μια παγοκύστη στο κεφάλι του «Τι ώρα είναι αυτή ρε σκατόπουστρα; Πώς ήρθες έτσι μωρέ μπάσταρδε; Απολύεσαι ρε παλιομαλάκα!». Και μερικά άλλα τέτοια.

08.20 Του ’χαν γαμηθεί τα γόνατα. Στην ηλικία του δεν ήταν για πολλά. Ο μπαρμπά Μήτσος ήταν κρυμμένος πίσω από έναν κάδο και περίμενε κοιτώντας συνεχώς το ρολόι του. Ο φαλακρός είχε αργήσει, πράγμα ασυνήθιστο, κάθε πρωί στις οχτώ το άνοιγε το γαμήδι. Αλλά όσο άντεχε, ο μπαρμπά Μήτσος, θα τον περίμενε. Και μόλις τον έβλεπε θα πατούσε τη σκανδάλη. Μετά η σφαίρα θα ’κανε τα υπόλοιπα. Γιατί ο φαλακρός για ένα καφέ του ’χε γαμήσει τη ζωή. Κι ο μπάρμπας ήθελε μόνο ένα μήνα ακόμα. Μα η αρθρίτιδα τον πρόδωσε. Σηκώθηκε λίγο απ’ την κρυψώνα του να ξεπιαστεί, η καραμπίνα βγήκε σε κοινή θέα κι ένας αστυνομικός που περνούσε τον συνέλαβε χωρίς ομολογουμένως ιδιαίτερο κόπο. Γιατί ο μπαρμπά Μήτσος δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, δεν ήθελε να πειράξει κανέναν άλλο. Ήθελε μόνο να γαμήσει τον φαλακρό.

08.16 Ο αστυνόμος Θεοπάρης έτρωγε το πρωινό τού ντόνατ κι έπινε καφέ από πλαστικό κυπελάκι καθώς χάζευε τις εφημερίδες που κρεμόταν στο περίπτερο. Ο ασύρματός του έβγαλε έναν τσιριχτό ήχο και μια φωνή τίγκα στα παράσιτα τον ειδοποίησε πως στην οδό Αγωνίας κάποιος, χωρίς προφανή λόγο, σωριάστηκε στο έδαφος. Ο αστυνόμος πέταξε το ντόνατ του ( τον καφέ τον είχε πιει όλο ) και άρχισε να προχωράει προς τον τόπο τού παράξενου συμβάντος. Δυο στενά πιο κάτω, έξω από την “Γνώση”, είδε ένα γέρο με μια καραμπίνα. Έβγαλε το περίστροφό του, τον σημάδεψε και του φώναξε «ΑΚΙΝΗΤΟΣ!!». Ο γέρος σήκωσε αμέσως τα χέρια του ψηλά.

07.59 Ο Ροδόλφος δεν μπορούσε να διακρίνει τον Ρεμπώ από τον Ράμπο γεγονός που δεν τον εμπόδιζε να έχει βιβλιοπωλείο. Κληρονόμησε τη “Γνώση” από τον πατέρα του κι έχωσε μέσα έναν υπάλληλο που τον γαμούσε και τον έδερνε. Κι ένα πρωί τον απέλυσε γιατί δεν του ’φερε καφέ. Κι ο τύπος ήταν εξηντακάτι., ένα μήνα ήθελε να βγει στη σύνταξη. Ο Ροδόλφος ήξερε πως του ’χε γαμήσει όση ζωή του έμενε. Μετά βέβαια πήρε άλλο υπάλληλο τον οποίο επίσης γαμούσε κι έδερνε. Γιατί ο Ροδόλφος Μπράουν ήταν κακός άνθρωπος. Και το απολάμβανε. Πηγαίνοντας να ανοίξει το μαγαζί άκουσε ένα εκκωφαντικό «ντριρρρρνννν». Σχεδόν αμέσως κάτι τον χτύπησε στο φαλακρό του κεφάλι. Κάποιος περαστικός που τον είδε κάλεσε τους μπάτσους.

07.58 Το ξυπνητήρι Τουίτι χτύπησε μ’ ένα δυνατό ντρρρρρινννννν που θα ’κανε τον Σιλβέστρο να χεστεί πάνω του. Ο Μπομπ χωρίς να ξυπνήσει τέντωσε το χέρι του, άρπαξε τον Τουίτι και χωρίς να τον κλείσει τον εκσφενδόνισε έξω από το ανοιχτό του παράθυρο. Μετά συνέχισε να ονειρεύεται.

Ο μεγάλος Διδάσκαλος Ζάο Ζου τελειώνει την αφήγησή του, ανάβει ένα μάλμπορο λάιτ και κοιτά τους μαθητές του. Ο φύτουλας μαθητής Τσογκ Λη σηκώνει διστακτικά το χέρι του και λέει «Ενδιαφέρουσα η παραβολή σας μεγάλε Διδάσκαλε αλλά δεν μπόρεσα να κατανοήσω το βαθύτερό της νόημα». Από την τελευταία σειρά ο ρέμπελος μαθητής Γου Τσαν αφήνει για λίγο το κουπόνι του στοιχήματος και ουρλιάζει «Πίπες παντού! Να παν να γαμηθούν τα νοήματα!». Ο Ζάο Ζου τον κοιτάζει επιδοκιμαστικά και λέει « Το βαθύτερο νόημα είναι πως δεν υπάρχει βαθύτερο νόημα. Εύγε Γου Τσαν. Συ θα κληρονομήσεις τη βασιλεία τών ουρανών». Τραβάει μια τζούρα ακόμα και φεύγει από την τάξη σφυρίζοντας το “Some velvet morning”.