Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009



Τίτλος: Τα Πετράλωνα που ζήσαμε
Συγγραφέας: Λιβιεράτος Δημήτρης
Αμόνι(2009)
101 σελ.
ISBN 978-960-88020-3-2
Τιμή €8,00

Αθήνα - Ιστορία [DDC: 938.912]
Προσωπικές αφηγήσεις - Μαρτυρίες [DDC: 920]

Πριν πολλά χρόνια, τον Ιούλιο του 1927, γεννήθηκα εδώ στα Πετράλωνα. Και απ' ότι φαίνεται, επειδή πια δεν μετακινούμαι εύκολα, θα μένω στα Πετράλωνα. Ό,τι καλύτερο άνθρωπος μπορούσε να θέλει.
Εδώ σε αυτή τη γειτονιά πήγα σχολείο κι απέκτησα πολλούς φίλους. Μπορώ να πω ότι γνώρισα τον κόσμο της Αθήνας πριν τον Πόλεμο και μετά τον Πόλεμο. Μεγάλο ορόσημο δυο πολύ διαφορετικών εποχών.
Στο διάστημα της ζωής μου πολλές φορές έφυγα από τα Πετράλωνα. Πολλές φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές απομακρύνθηκα υποχρεωτικά και αυτό ήταν επίπονο. Στου νου μου πάντα είχα την επιστροφή, σε κάποιαν Ιθάκη που λέει και ο Καβάφης, κι αυτή ήταν εδώ στα Πετράλωνα. Είχα την τύχη και η αγαπητή μου σύζυγος να θέλει τα Πετράλωνα κι εδώ μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Πήγαινε στα σχολεία της γειτονιάς, παίξανε στα γήπεδά της, έμαθαν την Αθήνα.
Αυτή η γειτονιά έχει τις ιδιομορφίες της. Αν θέλεις και όποτε θέλεις, ανεξάρτητα από ηλικία, μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να μιλήσεις, να πεις την ιστορία σου και να ακούσεις αυτές των άλλων.
Δίπλα στα Πετράλωνα βρίσκεται ο παντοτινός φίλος μας, ο Λόφος του Φιλοπάππου. Ένας μεγάλος φυσικός κήπος 700 στρεμμάτων. Με όλη την αρχαία ιστορία και παράδοση. Εκεί ακουμπάμε για τον περίπατό μας, σαν κάτι παλιό, πολύ παλιό να μας τραβάει κοντά του. Φύλακας άγγελος και προστάτης γεμάτος ζωντάνια και υγεία. Αυτός ο δικός μας λόφος.
Μικρή σε έκταση η γειτονιά να την γυρίσεις και γνωρίσεις. Με ζωή όλη τη μέρα, αλλά και τη νύχτα με τις ταβέρνες της. Ευτυχώς οι Πετραλωνίτες υπερπίζουν τη γειτονιά τους από κάθε επιβουλή υποτιθέμενης αξιοποίησης που θα την χάλαγε. Μέσα σ' αυτήν την κίνηση οδεύω κι εγώ, με παλιούς αλλά και νέους φίλους, καλούς Πετραλωνίτες να συντηρούν τη γειτονιά τους.

Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2009

τρεις και η καλή μου ώρα

τρεις και η καλή μου ώρα

Το κεφάλι μου είναι τρίγωνο και οι γωνίες του αιχμηρές.
Αυτός είναι άλλωστε και ο μόνος λόγος που προσέχω όταν σκέφτομαι. Αντίθετα, όταν κοιμάμαι, δεν μπορώ να με προσέχω. Έτσι εγκατέστησα το σύστημα αυτό με την κάμερα, για να με προστατεύει ο υπολογιστής μου.
Από τότε που το έστησα κοιμάμαι ήσυχος, τέλος πια στους ονειρικούς αυτοτραυματισμούς. Ακόμα και οι εφιάλτες μου, που τώρα πια είναι τόσο σπάνιοι, είναι αναίμακτοι. Επιτέλους ζω και αισθάνομαι ασφαλής.
Ο υπολογιστής με παρατηρεί κάθε νύχτα. Αν κινηθώ προς μια κατεύθυνση με πιθανότητα να τραυματιστώ, μου διοχετεύει μια ελαφριά ηλεκτρική εκκένωση στο σώμα, που με παραλύει στιγμιαία και διακόπτει την λανθασμένη μου κίνηση. Είναι δε τόσο χαμηλής τάσεως που δεν με ξυπνάει καν. Μερικά πρωϊνά μονάχα τυγχαίνει να νοιώθω υπερβολικά κουρασμένος. Ανατρέχω στο αρχείο του συστήματος και ανακαλύπτω πως ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά ανήσυχος, ίσως λόγω του βραδινού δείπνου. Χαμογελώ, διότι θυμάμαι πως μετά το στιφάδο πάντοτε ξυπνούσα γεμάτος αίματα. Αυτό συνέβαινε βεβαίως πριν εγκαταστήσω το εκπληκτικό νέο μου σύστημα.
Τις τελευταίες ημέρες, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να εφαρμόσω την υπέροχη αυτή μηχανή και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Σε κάθε μου σκέψη πιθανή να με τραυματίσει, δέχομαι πλέον ένα ισχυρό ηλεκτροσόκ που με ρίχνει αναίσθητο. Άθελά μου, σταματώ τις επικίνδυνες σκέψεις πριν καν ολοκληρωθούν.
Αφού το εφήρμοσα για κάποιο διάστημα, συνειδητοποιώ πως σπαταλώ περισσότερες ώρες την ημέρα αναίσθητος σε διαδρόμους και πεζοδρόμια, παρά ξύπνιος. Γυρίζω σπίτι με ένα μυαλό άδειο, φορώντας ρούχα γεμάτα μιζέρια. Και έτσι αποφασίζω να κοιμάμαι πλέον διαρκώς. Άλλωστε μόνο στο όνειρο μπορώ να σκεφτώ ό,τι θέλω χωρίς να κινδυνεύω, αρκεί βέβαια να μην κινούμαι και δίνω στόχο στην μηχανή.
Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα, αφού θέλω να ζήσω ελεύθερος.
Κι έτσι ξεκινώ την ζωή μου από την αρχή.


Το κεφάλι μου είναι ολοστρόγγυλο και δεν υπάρχει απολύτως καμία προεξοχή.
Είναι δε τόσο τέλεια ζυγισμένο, που κατρακυλά αέναα όταν αφήνω ελεύθερη την φαντασία μου - αν δεν προσέξω μπορεί να χαθώ και δια παντός. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να προσέχω όταν φαντάζομαι. Αλλά τις ώρες του ύπνου, χαλαρώνω επικίνδυνα κι εκείνο γλυστρά, πέφτει στο πάτωμα και φτάνει ως την προνοητικά κλειδωμένη μου πόρτα. Ξυπνώ με πόνους, ψάχνοντας το κεφάλι μου. Για αυτόν τον λόγο, εγκατέστησα ένα σύστημα με κάμερες, να με προσέχει, τις ώρες του άστατου ύπνου.
Με τη νέα αυτή μηχανή, σαφώς βελτιωμένη της προηγούμενης, μόλις το κεφάλι μου αρχίσει να κατρακυλά, μια ρακέτα του σκουός με έναν εκπληκτικό σερβομηχανισμό το χτυπά και το επιστρέφει πίσω στον σβέρκο μου. Αλλόφρονες αλγόριθμοι καθιστούν το σύστημα εξαιρετικά ακριβές. Με αυτό τον τρόπο, κοιμάμαι επιτέλους και πάλι ασφαλής. Με λίγους πόνους και μώλωπες ενίοτε, αλλά ασφαλής από κάτι χειρότερο, όπως το να χάσω για πάντα το μυαλό μου από ένα όνειρο.
Στην συνέχεια σκέφτομαι να εφαρμόσω το σύστημα και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Μετά από μια σειρά δοκιμών, καταλήγω πως μια χαοτική ακολουθία από αστάθμητους παράγοντες, όπως καιρικά φαινόμενα και άλλες παθήσεις της γης, ακυρώνουν εν τέλει την ακρίβεια της μηχανής μου.
Αυτό είναι ένα πρόβλημα και μάλιστα πολύ σοβαρό.
Κι έτσι ξεκινώ την ζωή μου από την αρχή.


Το κεφάλι μου έχει ακαθόριστο σχήμα.
Βρίσκεται μονίμως απόλυτα προστατευμένο σε μια γυάλα με σκέψεις - έτσι το σχήμα του δεν έχει απολύτως καμία σημασία, άλλωστε το πιο πιθανό είναι πως αλλάζει διαρκώς, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι.
Μόλις γυρίζω σπίτι του διηγούμαι όσα έζησα. Του λέω όσα με κάνουν περήφανο και αφορούν ανθρώπους που αγαπώ. Αλλά όχι μόνο. Του μιλάω για οτιδήποτε, όσο μικρό και ασήμαντο αν φαίνεται. Ακόμα και γι’ αυτά τα ανόητα που με πονάνε.
Εκείνο με την σειρά του, φαντασιώνεται και μου γεννά υπέροχα όνειρα. Τα χαρίζει χωρίς καν να πρέπει να με παίρνει ο ύπνος. Κι εφόσον πλέον δεν κοιμάμαι ποτέ, δεν έχω ανάγκη από το όποιο σύστημα να με προσέχει τις ανύπαρκτες ώρες.
Και αν κάποτε το ακέφαλο σώμα μου χαθεί για πάντα στον δρόμο για το σπίτι, η γυάλα θα βρίσκεται πάντα εκεί. Το κεφάλι μου αιώνια ελεύθερο από σώμα και χρόνο, θα περιμένει τον επόμενο αλλόκοτο επισκέπτη, για να του διηγηθεί όλα μου τα όνειρα.

μηνάς ν. μηλιαράς
Μάρτιος 2009

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2009

Πaρaφρaση

Πaρaφρaση

Γράμματα 

Κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς να με κυνηγά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσο χρόνο, είμαι μονάχος μου. Αισθάνομαι ελεύθερος και οι πρώτες μου σκέψεις είναι αναπόφευκτες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Μα όλα αυτά δεν διαρκούν πολύ. Γυρίζω και πάλι πίσω το κεφάλι και κοιτάζω, για να εξακριβώσω το προφανές. Δεν υπάρχει κανείς.
 Ο δρόμος είναι σχετικά σκοτεινός. Ο αέρας φέρνει την βρώμα από έναν κάδο δίπλα μου, στον οποίον κάνουν επιδρομή δυο γάτες. Αυτοκίνητα. Νεκρά σφραγισμένα κουτιά, παρκαρισμένα παντού, ακόμη και πάνω στα λιγοστά δέντρα. Η σκέψη μου να φλυαρήσει δεν έχει χρόνο και επιστρέφει στον κυνηγό μου, που εξαφανίστηκε αναπάντεχα. Κι εγώ παραμένω ακίνητος εδώ. Γυρίζω απότομα και πάλι το κεφάλι. Πίσω μου σίγουρα δεν είναι κανείς. 
Ένα ζευγάρι χασκογελά ενώ το αγόρι βγάζει κλειδιά από την τσέπη. Ας μην έχουν παρκάρει εδώ, εύχομαι. Πλησιάζουν. Δεν θέλω να τους κοιτώ, να μην δώσω δικαίωμα. Με κοιτούν όμως εκείνοι, απορούν και το κορίτσι σταματά να γελά. Πλησιάζουν κι άλλο. Εγώ ακίνητος, με το βλέμμα στο άπειρο. Με προσπερνούν. Δεν γυρίζω να κοιτάξω πίσω, περιμένω μέχρι να μην ακούω τους ψίθυρους και τα βήματά τους άλλο. Τώρα το κορίτσι χασκογελά και πάλι αλλά ακούγεται αρκετά μακριά. Με μια μονοκόμματη κίνηση κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς, μόνο δύο κακοφωτισμένες φιγούρες στο βάθος, που ερωτεύονται. Κανείς δεν με κυνηγά και μένω ακίνητος. 
Η γάτα με την μαύρη ουρά, μου αποσπά την προσοχή και κοιτάζω τον κάδο. Προσπαθεί να σκίσει μια νάυλον σακούλα. Η άλλη γάτα, καφέ. Σκέφτομαι πως είναι η πρώτη καφέ γάτα που βλέπω στο γκάζι μετά από 19 μήνες και αυτό, θα μπορούσε να είναι ακόμα και είδηση. Όσο η φιλενάδα της διαλύει σακούλες, εκείνη στέκεται ακίνητη και με κοιτά στα μάτια. Όσο της μιλώ, κουνά την ουρά της νευρικά. Νοιώθω αμήχανα. Γυρίζω και κοιτάζω πίσω, δεν με παρακολουθεί κανείς. 
Μόνο η καφέ γάτα στον κάδο. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να λειτουργήσει. Το βλέμμα της μόνο αλλόκοτο είναι, τίποτε περισσότερο. Δεν με σπρώχνει μπροστά, να κάνω ένα βήμα, να ξεκινήσω να περπατώ, να φύγω μακριά από το εδώ. Να πάω επιτέλους κάπου, παραπέρα, πιο μακριά, εκεί που δεν ξέρω πως είναι. Δεν με διώχνει αυτό το βλέμμα της γάτας. Δεν μπορεί να με σπρώξει. Δεν κρύβει λέξεις που αποδεικνύουν ενοχές, ανομολόγητες προτάσεις γεμάτες σφάλματα, φράσεις που χάνονται σε ανεξερεύνητα πάθη, παραγράφους με όρκους στον εαυτό μου, από τους οποίους να θέλω να ξεφύγω. Είναι απλώς παράξενο, επειδή είναι κενά επίμονο. Κοιτάζω πίσω, με μια τελευταία ελπίδα να με απειλεί ο κυνηγός μου. Μα δεν είναι κανείς. 
Τώρα πια τι; Άραγε, αυτό να είναι ο θάνατος; Η στασιμότητα;
  

Κορώνα

Υποβασταζόμενος, προσπαθώ να σηκωθώ. Το δεξί μου πόδι έχει χτυπήσει. Δεν μπορώ να το πατήσω, να τρέξω, να προλάβω. Τρέχει πολύ αίμα. Η οδηγός του αυτοκινήτου, ένα νεαρό, πολύ όμορφο κορίτσι, με ρωτά αν είμαι καλά και με ρωτά ξανά και ξανά, με μια φωνή γεμάτη πανικό. Τελικά είμαι εγώ και πάλι αυτός που αντί να αρχίσει να βρίζει, προσπαθεί να ηρεμήσει τους άλλους. 
Είμαι καλά, απλώς το πόδι μου πονάει, επαναλαμβάνω. Αλλά θα μου περάσει ο πόνος. Δεν θα επιτρέψω να τον θυμάμαι για μια ζωή, αυτό είναι σίγουρο. Θα έρθει η μέρα που θα τα ξεχάσω όλα, σαν να μην συνέβησαν ποτέ ή σαν να μην είχαν τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Με αυτήν μου την σκέψη στο μυαλό, μπορώ σχεδόν να νοιώσω ότι δεν πονάω τώρα. Σχεδόν. Όχι, ευχαριστώ, για πολλοστή φορά λέω πως δεν θέλω να με δει γιατρός διότι δεν τον χρειάζομαι και ναι - φταις, αλλά ήδη έχεις βουρκώσει και να σε στεναχωρήσω άλλο – δεν βρίσκω ποιό το νόημα. Πρέπει να ασχοληθώ με το δικό μου τραύμα. 
Ξεκινώ μια προσπάθεια να φτάσω στο πεζοδρόμιο. Δίπλα στο κορίτσι είναι ένας εκνευριστικά αδιάφορος νέος που τον λένε πράσινα μάτια - πότε βρέθηκε αυτός εδώ και από ποιο σύμπαν, δεν γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως με κοιτάζουν άβουλα μαζί χωρίς να με βοηθούν, ενώ εγώ βασανίζομαι να περπατήσω, αφήνοντας μια γραμμή από αίμα πίσω μου στην άσφαλτο. 
Είναι φανερό πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το δεξί μου πόδι με καθυστερεί. Τρέχει αίμα και πονά, όσο και αν θέλω να μην το δέχομαι. Δεν μπορώ καν να το σηκώσω, είμαι αναγκασμένος να το σέρνω πίσω μου, να μοιάζω κακόμοιρος, να αποζητώ άθελά μου τον οίκτο. Και το κυριότερο, να είμαι εξαιρετικά αργός. 
Φτάνω επιτέλους στο πεζοδρόμιο. Αγχώνομαι, πρέπει να τρέξω, να προλάβω. Αλλά το πόδι δεν πρόκειται να μου το επιτρέψει, είμαι πλέον εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Δεν έχω λοιπόν παρά μονάχα μία επιλογή. Πιάνω με τα δύο μου χέρια το πόδι περίπου στο γόνατο, σφίγγω τα δόντια και το τραβώ με όση δύναμη έχω, ώσπου αποκολλείται από το σώμα μου. Το πετάω στην άσφαλτο μπροστά. Ένα κρεσέντο βωβού πόνου για μένα που κορυφώνεται και εξαφανίζεται, ένα ουρλιαχτό στον αέρα για το κορίτσι, που για ακόμα λίγο συνεχίζει να μου τρυπά τα αυτιά. Ο πράσινα μάτια δεν είδε τίποτε, κοιτούσε αλλού. Τώρα χαζοκοιτά το κομμένο μου πόδι, και δακρύζει χωρίς να γνωρίζει γιατί. 
Σπρώχνοντας την πλάτη στον τοίχο πίσω μου, στάθηκα πάλι όρθιος, αυτή την φορά και για πρώτη, στο αριστερό μου πόδι μόνο. Κοιτάζω κάτω, το άλλο μου πόδι παρατημένο, αιμορραγεί και μοιάζει να πονά ακόμα. Εγώ όμως όχι. Καμία απολύτως ενόχληση. Χοροπηδώ μερικές φορές για να ζυγίσω το σώμα μου στη νέα αυτή κατάσταση. Αποφασίζω οτι μπορώ.
Χαμογελώ επιτέλους ξανά και αρχίζω να προχωρώ, χοροπηδώντας. Ίσως είναι μια από τις πλέον γελοίες σκηνές αποχώρησης από τον τόπο ενός ατυχήματος, όμως είναι αλήθεια πως είμαι αναγκασμένος να φύγω με αυτόν τον τρόπο. 
Κοιτάζω μπροστά, οι δρόμοι δεν είναι ιδιαίτερα φωτισμένοι, αλλά δεν διακρίνω κανέναν και συνεχίζω να χοροπηδώ. Πίσω μου, δεν κοιτώ ποτέ. Φτάνω σε μια διασταύρωση με ένα σκοτεινό στενό και το χοροπηδητό μου τρομάζει μια γάτα με μαύρη ουρά που ανακατεύει σακούλες σκουπιδιών. 
Δίπλα στον κάδο, βρίσκεται κάποιος ακίνητος. Τον παρατηρώ. Είναι πράγματι, εντελώς ακίνητος, έχει μαρμαρώσει. Γυρίζει απότομα και με κοιτά. Τον αναγνωρίζω: αυτός είναι, τον βρήκα επιτέλους. Είχε κρυφτεί στο στενό. Σκέφτομαι πως τώρα πια, με το ένα μου πόδι να λείπει, μοιάζω ακόμα πιο τρομακτικός και γελάω με σαρκασμό για το ωφέλιμο του ατυχήματος. 
Παίρνω μια ανάσα και ξεκινώ να χοροπηδώ κυνηγώντας τον. Εκείνος, όπως τόσο χρόνο τώρα, φεύγει τρομαγμένος μακριά μου, οδηγώντας και τους δύο στο κοινό μας άγνωστο.

μηνάς ν. μηλιαράς
23/2/2009

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009

Αναμνήσεις ενός Χέστη

Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Είχα ένα καθίκι, δηλαδή πρέπει να είχα, μάλλον κόκκινο αλλά μπορεί και μοβ -έχεζα τέλος πάντων, δηλαδή πρέπει να έχεζα, δεν θυμάμαι.
Έπειτα έριξα λίγο μπόι και κατάφερα να σκαρφαλώσω στη λεκάνη. Και το καθίκι πήρε δρόμο. Αυτά βέβαια είναι υποθέσεις κι εικασίες, καθόλου σίγουρος δεν είμαι ότι συνέβησαν τα γεγονότα έτσι. Εικάζω ότι τα κωλομέρια μου τρεμούλιασαν στην πρώτη επαφή με το κάθισμα, σα ν' ακούμπησα φίδι. Συνήθισα υποθέτω(έχω κι άλλα φίδια συνηθίσει). Από δω και πέρα η ομίχλη διαλύεται: έχεζα ανελλιπώς.


Όχι πάνω μου βέβαια, ούτε όπου να 'ναι. Τα σκυλιά χέζουν όπου να 'ναι. Θυμάμαι ένα κοριτσάκι που χέστηκε, πρώτη δημοτικού θα 'μουν: ήταν μια τεράστια κουράδα, δεκαπέντε ή είκοσι εκατοστά κι είχε σα σκιά σταμπάρει τη φόρμα. Μεγάλο σκατό για πιτσιρίκι. Την πετυχαίνω που και που την παλιά συμμαθήτρια που χέστηκε, δουλεύει σ' ένα φαστφουντάδικο, μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Θα μεγάλωσαν κι οι κουράδες της. Μεγάλωσα κι εγώ, χέζοντας, χέζοντας ακαταπαύστως -θαρρείς όσο περισσότερο σκατό κατέβαζα τόσο ψήλωνα.
Επί είκοσι συναπτά έτη τιμούσα αποκλειστικά και μόνο την ίδια χέστρα, αν εξαιρέσεις κάνα σποραδικό χέσιμο στην τουαλέτα κάποιου θείου, της γιαγιάς κλπ, έπειτα κατατάχθηκα και γνώρισα γενναίες καινούριες τουαλέτες. Έχω χέσει στην Ορεστιάδα, στο Σουφλί, στη Θήβα, στα Γιαννιτσά και σε πολλά άλλα μέρη. Έχω χέσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Κάποτε μάλιστα μου ανετέθη η φύλαξη των τουαλετών ενός ολόκληρου στρατοπέδου, στην 162 Μ.Β.Π. αν δεν
απατώμαι: είχαν επιφορτίσει την πυροβολαρχία μας μ' αυτό το ηρωικό καθήκον -κάναμε τις σκοπιές μας και τρέχαμε στο καπάκι για νούμερο στις χέστρες. Τρίωρα ήταν κι έπρεπε να φοράς εξάρτυση κι αν κανένας φαντάρος έχεζε στραβά να τον αναφέρεις στον αξιωματικό υπηρεσίας πάραυτα.
Ήταν μια καρέκλα που 'χαμε πλάι στους νιπτήρες και με το που τραγουδούσε το καζανάκι σπεύδαμε. Πάντως είναι ν' απορείς πως ανάμεσα σε τόσους πυροβολητές ελάχιστοι βρίσκανε στόχο -ο στρατός είναι όντως σκατά. Απολύθηκα κάποτε κι επέστρεψα στην τουαλέτα μου.
Εξακολούθησα να χέζω με την ίδια αφοσίωση, τόνοι και τόνοι σκατών, σκληρά σαν πέτρα ή νερουλά, σκατά καστανά ή κατάμαυρα, σκατά με αίμα. Στο μεταξύ μετακόμισα, παντρεύτηκα, έκανα και παιδιά -στιγμή δε σταμάτησα να χέζω. Σκέφτομαι μερικές φορές την κατάληξη της αδιάλειπτης αυτής παραγωγής κουράδων, της ιερότερης παρακαταθήκης: σκατά χωνευμένα, μετουσιωμένα σε χώμα, σκατά που ρέουν στο πράσινο αίμα των φυτών, σκατά στη θάλασσα, στη βροχή, στον σκατένιο κόσμο. Όσο για τη δική μου κατάληξη, δεν είναι κάνα αίνιγμα: γέρος, σκατόγερος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, πεθαίνοντας μακριά από όλες τις χέστρες που συνάντησα. Αλλά προτού 'ρθει ο θάνατος θα ξανασυναντήσω το αρχέγονο καθίκι της
παιδικής μου ηλικίας. Κόκκινο ή μοβ.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2009

Η μεταμόρφωση

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί, βρήκε το στόμα του θεόστεγνο, το κεφάλι του γεμάτο σίδερα και κάτι σαν ναυτία που ξεκινούσε από κάτω -ήταν εντελώς μουνί, το χειρότερο πρωινό της ζωής του- έπειτα πήγε στο μπάνιο, κοίταξε τον καθρέφτη και κατάλαβε πως ήταν αλήθεια: δεν είχε πρόσωπο αλλά μουνί. Υπενθύμισε νοερά τον εαυτό του να καθαρίσει κάποτε τον καθρέφτη απ' τα μυγοχέσματα και τη γλίτσα και αφού δεν είχε πια δόντια να βουρτσίζει ξαναπήγε στο κρεβάτι. «Θα είμαι ακόμα μεθυσμένος», είπε με σιγουριά και σφήνωσε ένα τσιγάρο στο μουνί του.

Ευτυχώς ήταν Κυριακή. Κάπνισε με το πάσο του και πήγε πάλι στο μπάνιο. Το πράμα ήταν ακόμη εκεί, ένα δασύ αιδοίο που έβγαζε καπνούς. Αποφάσισε πως ήταν ώρα να καθαρίσει τον καθρέφτη, έκοψε λίγο κωλόχαρτο κι έκανε τη δουλειά. Τίποτα.
Το μουνί τον κοιτούσε σαν ετυμηγορία. Ο Γκρέγκορ το ψηλάφισε και ένιωσε πως χρειάζεται μια μπίρα. Και λίγο ερεθισμένος, έβαλε τα παπούτσια του, ευχήθηκε να μην έχει περίοδο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Στο διάδρομο καλημέρισε τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος που έβγαινε από το ασανσέρ και κατέβηκε τις σκάλες. Το μπαρ ήταν στη γωνία, δε θα τρομοκρατούσε πολλούς ανθρώπους. Περπάτησε γρηγορότερα. Όταν κάθισε στο ψηλό σκαμνί ένιωσε ασφαλής. Παρήγγειλε μπίρα. Ο μπάρμαν τον κοιτούσε χεσμένος απ' την άλλη άκρη, με το σώμα του σχεδόν κολλημένο στην ταμειακή. Έφερε την μπίρα τρέμοντας.
«Ρε φίλε», ψέλλισε, «συγνώμη κιόλας, αλλά σα μουνί είσαι».
«Δεν πειράζει, έχω πλούσιο εσωτερικό κόσμο».
Ο μπάρμαν έφυγε και ο Γκρέγκορ Σάμσα άναψε ένα τσιγάρο, φύσηξε ψηλά τον καπνό κι έμπηξε το μπουκάλι στα μουνόχειλά του, δίχως να ξέρει αν θα μεθούσε ή αν θα μαλακιζόταν.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

In search of…

Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος της ομορφιάς τους και άλλοι μεταδίδουν την ομορφιά χωρίς καν να είναι παρόντες.
Αν υπάρχουν πράγματι όρια σε καταστάσεις, τότε θα έλεγε κανείς ότι μπορεί και να τα είχα ξεπεράσει. Υπάρχουν όμως όρια στη μεταφυσική;
Και οι ανησυχίες των ανθρώπων σε ποιον άξονα της ζωής τους ανήκουν;
Στον άξονα της λογικής ή της μεταφυσικής;
Και μιλάμε άραγε απλά για ανησυχία όταν κάτι σε καταβάλλει βίαια εξ απήνης;
Αυτή η βίαιη κατάληψη της ψυχής δεν μοιάζει πιο πολύ με μανία ή εμμονή;
Αν είναι έτσι, τότε πόσο έχει ευθύνη το άτομο γι αυτό που του συνέβη;
Και αν δεν αναφερθούμε στο θέμα της ευθύνης, τουλάχιστον μπορεί κανείς να εκφέρει άποψη για το που σταματά όλη αυτή η αναζήτηση;
Αν σταματά ποτέ;

Αν μου έλεγαν ότι μπορεί κάποιος να νιώσει έντονη ψυχική έλξη για κάποιον άγνωστο μέσω ενός blog θα γελούσα με καχυποψία. Φυσικά και δεν γίνεται, θα απαντούσα, αλλά ακόμα και αν γίνεται είναι εντελώς χαζό.
Η ζωή μας κάνει να βιώνουμε όλα εκείνα τα οποία αμφισβητούμε.

Ένα βράδυ, ενώ δεν συνήθιζα ποτέ να το κάνω, πληκτρολόγησα στο google χωρίς να το επιτάσσει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, αυθόρμητα, το όνομα ενός αγαπημένου μου συγγραφέα. Έπειτα πάτησα επάνω στο πρώτο link που έπεσε το μάτι μου.

Ήταν ένα blog.

Εντάξει σ’ ό,τι αφορά το πνεύμα. Αγαπούσαμε τους ίδιους συγγραφείς. Το ίδιο ίσχυε για τους συνθέτες , τη μουσική γενικά και τις ταινίες.
Είχαμε την ίδια αισθητική.
Ανήκαμε στο ίδιο ζώδιο. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν είχαμε γεννηθεί και την ίδια μέρα.
Μια σειρά κοινών. Συμβαίνει.

Από παρόρμηση και περιέργεια αποφάσισα να το «ψάξω» λίγο καλύτερα. Διάβασα αυτά που είχε γράψει στα αγγλικά. Έμοιαζαν με μικρά σημειώματα που απηύθυνε προφανώς σε άτομα που είχε γνωρίσει σε μιαν άλλη χώρα .
Έψαξα τις επαφές της όπως και τα μηνύματα που της είχαν αφήσει.
Είδα τις φωτογραφίες της. Δύο όλες κι όλες. Ασπρόμαυρες.


Από τα όσα είχε γράψει μπορούσα να βγάλω κάποια συμπεράσματα. Δεν ήταν ακριβώς απόρροια της λογικής μου ή προϊόντα της φαντασίας μου, αλλά προέκυψαν από το ότι ένιωθα τα όσα είχε γράψει βαθύτατα δικά μου. Το όλο θέμα ήταν ότι ένιωθα να τη γνωρίζω, κι όχι μόνο αυτό, αλλά την ένιωθα πολύ κοντά μου. Εκτός από αυτή την αίσθηση είχε μια μοναδική ικανότητα να γεμίζει τα κενά της φαντασίας μου. Λες και η φαντασία μου ήταν ένα τόξο που εκείνη μπορούσε να τεντώσει στο έπακρο. Το στιλ της ήταν αρκετά διαφορετικό από το δικό μου. Θα έλεγα πιο γυναικείο, πιο ρετρό, παρόλο που είχαμε την ίδια ηλικία.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτά που είχε γράψει δεν έφευγαν από το μυαλό μου . Αναρωτιόμουν μέρες μετά τι εννοούσε με κείνες τις δύο λέξεις στ’ αγγλικά. Υπήρχε πράγματι κάποιου είδους απασχόληση με αυτό το όνομα ή επρόκειτο για μεταφορική περιγραφή του πως περνούσε τον καιρό της; Αν ήταν το δεύτερο ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Άνοιγε άπλετους δρόμους στη φαντασία μου.
Τι ήταν αυτό που με ώθησε να τη φαντάζομαι; Να προσπαθώ να οραματιστώ πώς περνάει τις μέρες της, τι ρούχα φοράει, τι αρώματα και τι παπούτσια;
Τι ήταν αυτό που με έκανε να τη σκέφτομαι οδηγώντας από τη δουλειά στο σπίτι; Με ανοιχτά τα παράθυρα του αυτοκινήτου και το cd. Player να πάλλεται από την αγαπημένη της μουσική;

Η απάντηση είναι μάλλον απλή όσο ίσως και σύνθετη…
Η αλήθεια είναι πάντα απλή όσο ίσως και ψεύτικη…

Θα θελα να καθόταν δίπλα μου και να ξεφεύγαμε μαζί απ’ τα Φαινόμενα. Προς έναν κόσμο γεμάτο γοητευτικές Αλήθειες και Αινίγματα. Διαισθανόμουν πως εκείνη η κοπέλα αντίκριζε την ίδια πλευρά του προσώπου της ζωής κι όμως άντεχε να πάει λίγο παραπέρα. Την ήθελα Συνοδοιπόρο σ’ αυτή τη μακριά γέφυρα που μόνη μου φοβόμουν να διασχίσω. Το Αlter Εgo μου, που έψαχνε το άλλο του τρίτο, βρισκόταν κάπου εκεί έξω, και στις στιγμές της μοναξιάς, αυτές που ξεπηδούν ακόμη κι όταν βρίσκεσαι με πολύ κόσμο, σκεφτόμασταν ακριβώς τους ίδιους ¨δρόμους¨, τις ίδιες ¨πόλεις¨ και τις ίδιες φυγές και ζωγραφίζαμε με τα ίδια χρώματα τις εμμονές και τις ταραχές της ταυτόσημης ψυχής μας που εξαιτίας της βίαιης απόσχισης της δεν θα ηρεμούσε πραγματικά, αν δεν έβρισκε τα χαμένα της κομμάτια.

Έτσι πέρασα αρκετές στιγμές έχοντας στο μυαλό μου την ερώτηση «Ποια είσαι;»
Επαναλάμβανα το όνομα της μέσα μου σε διάφορες φάσεις της ημέρας. Μου άρεσε πολύ.
Έβαφα τα μάτια μου όπως τα είχε βαμμένα και κείνη στη μια φωτογραφία. Ήταν ένα μυστικό που το ήξερα μόνο εγώ.
Όσο κι αν είναι περίεργο, η δύναμη που ένιωθα ήταν πολύ μεγάλη. Δεν ήμουν ποια μόνη μου, με τις φοβίες και τις ανασφάλειες μου, τώρα ήμασταν δύο.
Με απογείωνε η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε τα πάντα.
Και με λυπούσε το γεγονός ότι δεν γνώριζε την παρουσία μου, παρόλο που μπορεί και να τη διαισθανόταν.
Θα μπορούσε να νιώσει και αυτή την ομορφιά που εγώ βίωνα ήδη…
Και έπειτα ένιωσα ότι ήθελα να τη γνωρίσω από κοντά.

Της άφησα ένα σχόλιο σε κάτι που είχε γράψει. Στον διάλογο που ξεκίνησε μεταξύ μας δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη δική της ‘’φωνή’’. Στη συνομιλία που είχαμε αργότερα στο msn συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ταυτιζόμασταν σε κάποια θέματα απόλυτα. Κι όμως για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με τρόμαζε να αισθάνομαι τόσο κοντά σε κάποιον. Αυτή ήταν η μαγεία με τη Φαίη, ότι μου προκαλούσε απίστευτη ασφάλεια. Η επίδραση της ήταν σαφώς πιο θετική από την επίδραση του ίδιου μου του εαυτού πάνω μου.
Σε μια από τις συναντήσεις μας παραδέχτηκε ακριβώς αυτό. Ότι ένιωθε μιαν αστείρευτη ‘’καλοσύνη’’, αν ήταν αυτή η σωστή λέξη, να πηγάζει από μέσα της για μένα. «Νιώθω ότι δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να σου κάνει οποιοδήποτε κακό» μου είχε πει. Και ήταν αλήθεια, γιατί ένιωθα ακριβώς το ίδιο για κείνην.

Η φιλία μας είχε αρχίσει να ανθίζει. Επικοινωνούσαμε καθημερινά είτε τηλεφωνικώς, είτε μέσω mail και μηνυμάτων. Πολλές φορές και με τους τρεις τρόπους. Η επίδραση της στη ζωή μου ήταν πολύ μεγάλη. Κάθε στιγμή της μέρας ήταν συνυφασμένη με κείνη και τα κοινά μας. Είχα σχεδόν μεταμορφωθεί σε άλλον άνθρωπο. Γνωστοί και φίλοι παρατήρησαν μια θετική αλλαγή πάνω μου. Η απελπισία των δύσκολων φάσεων που άλλοτε περνούσα είχε εξαφανιστεί. Τα προβλήματα δεν με κατέβαλλαν πια στο βαθμό που κατάφερναν να το κάνουν στο παρελθόν. Δεν ένιωθα πια μόνη. Αντίθετα, ήμουν πλήρης και χαρούμενη. Απελευθερωμένη από άχρηστα βάρη. Σχεδόν ευτυχισμένη.

Ώσπου μια μέρα ξαφνικά, σε μια από τις τηλεφωνικές μας συνομιλίες, μου ανακοίνωσε ότι θα επέστρεφε στην Αγγλία για να συνεχίσει τις σπουδές της. Ήταν η πρώτη φορά που διαφωνήσαμε. Η πρώτη και η τελευταία.

Η Φαίη έβλεπε τη γνωριμία μας, όπως είχε πει, σαν ένα δώρο πολυτελείας, και με αυτό απ’ ότι κατάλαβα αργότερα, εννοούσε ότι δεν με χρειαζόταν πραγματικά, αλλά χαιρόταν με την παρουσία μου, σαν να ήμουν ένα επιπρόσθετο καλό στη ζωή της. Αντίθετα εγώ, είχα επενδύσει πολλά σ’ αυτήν πριν ακόμη τη γνωρίσω.
Ήταν η δύναμη μου, η απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να είναι μαγική, το άλλο μου μισό, η έμπνευση και το κουράγιο μου στις δύσκολες στιγμές. Όταν έμαθα ότι θα φύγει κλονίστηκα, την κατηγόρησα για εγωισμό και υποκρισία. Προσπάθησε να με κάνει να δω από τη δική της σκοπιά , μου μίλησε για αγάπη και ελευθερία, για προσκολλήσεις και ψέματα που λέμε στον εαυτό μας για να μη μεγαλώσει ποτέ.

Τα ήξερα όλα αυτά. Τα ήξερα, αλλά δεν με βοηθούσαν.

Όταν έφυγε, οι σχέσεις μας είχαν σχεδόν αποκατασταθεί. Αυτό θα πίστευε κάποιος τρίτος. Οι δυο μας ξέραμε πως η ρήξη είχε επέλθει. Η απόσταση θα επέφερε το τελικό πλήγμα.

Πώς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα όταν πρόκειται για συναισθήματα;
Πώς να γεμίσεις το κενό όταν η απόσταση δεν είναι μόνο θέμα χιλιομέτρων;
Και πώς να εμπιστευτείς ξανά;

Στο τελευταίο της mail είχε γίνει επικριτική. Σχεδόν οργισμένη μου ζητούσε εξηγήσεις για τη στάση μου. Τι συνέβαινε και απομακρυνόμουν όλο και περισσότερο; Γιατί είχα γίνει απότομη στο τηλέφωνο και απόμακρη στα mail; Γιατί δεν της έλεγα πια τι σκεφτόμουν και πώς αισθανόμουν;
Και τέλος με ρώταγε γιατί μου ήταν τόσο δύσκολο να κρατήσω μια ισορροπία και αν τελικά θα θυσίαζα το όμορφο δώρο που μας έτυχε από ισχυρογνωμοσύνη και μόνο.

Δυσκολεύτηκα πολύ να της απαντήσω σε κείνο το mail.Τελικά μετά από κάποιες μέρες τις έγραψα τις εξής λέξεις:
«Η ψυχή ψάχνει τους πιο ανώδυνους τρόπους να ξεπεράσει τα τραύματα της, Φαίη. Δεν ήσουν για μένα απλώς ένα ¨δώρο πολυτελείας¨, αλλά το ύστατο καλό.»

Και, δεν ξέρω πως τα καταφέραμε, αλλά δεν ξαναειδωθήκαμε ποτέ.