Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009
ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ - Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ (ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2009)
0 σχόλια Καταχωρήθηκε από τον/την Count_Zero στις 3:34 μ.μ.
Έρχεται μια ημέρα στην μακρόχρονη συγγραφική σταδιοδρομία μεγάλων συγγραφέων που οι ιδέες στερεύουν, τα απομεινάρια τού μεγαλείου και στομφώδεις μεγαλοστομίες παίρνουν τη θέση αριστουργημάτων. Η γεροντική άνοια και η αγωνία να αποδείξουν την αειθαλία τους παίρνουν υποκαθιστούν τις φρέσκες ιδέες και εκείνο που απομένει είναι η τέχνη της γραφής, το περίγραμμα.
Αυτή η ημέρα δεν έφτασε ακόμα για τον ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ.
Όντας μόλις 62 ετών, ηλικία κατάλληλη για την παραγωγή ιδεών, αναστάτωσε/διέκοψε τον Τόμας Μαν αναγνωστικό κύκλο μου με τον πιο ευχάριστο τρόπο, το μυθιστόρημα με τον Βλακώδη Τίτλο «Η Γητεύτρα της Φλωρεντίας»!
Ας είναι, οι τεχνικές με τις οποίες ανεβαίνουν οι πωλήσεις στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό που αποτελεί τον κορμό των αναγνωστών λογοτεχνίας είναι θεμιτές εφόσον το περιοχόμενο του εν λόγω μυθιστορήματος καταφέρνει να συμπλέξει με μεγάλη επιτυχία τον Νικολό Μακιαβέλι, την επικυριαρχία των Μεδίκων στην Φλωρεντία, την ανακάλυψη της Αμερικής, τον Μογγόλο αυτοκράτορα Ακμπάρ και πολλών άλλων ιστορικών και μη προσώπων και όλα τούτα ο Ρουσντί τα κατορθώνει γράφοντας μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία και μεταφέροντας συνεχώς το πεδίο δράσης του από την Φλωρεντία στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα Σικρί στην Terra Nova ή και στις ονειρικές προεκτάσεις τους.
Ο τρόπος με τον οποίο το ιστορικό καταποντίζεται στον μύθο και αναδύεται μέσα από αυτόν, ο τρόπος με τον οποίο ιστορικά περιστατικά επανερμηνεύονται μέσω του μύθου είναι μοναδικός! Ο Ρουσντί γητεύει, οι χαρακτήρες του αποκτούν ζωή με μαγικούς τρόπους, χάνονται στο φανταστικό, υλοποιούνται στο πραγματικό και ο αναγνώστης πρόθυμα δέχεται τις μικρές του «ατασθαλείες», τα παιχνίδια με την πραγματικότητα, διότι άλλωστε όλα είναι πραγματικά και πιθανά αρκεί κάποιος να τα φανταστεί!
Η «Γητεύτρα της Φλωρεντίας» είναι ένα μυθιστόρημα που θα καταφέρει να προσελκύσει αντρικό και γυναικείο αναγνωστικό κοινό με την ίδια ευκολία, γεγονός διόλου εύκολο όπως συχνά έχει διαπιστώσει ο υπογράφων και πάλαι ποτέ βιβλιοπώλης. Δεν άσκησε πάνω μου την δύναμη και την επίδραση που άσκησαν οι Σατανικοί Στίχοι αλλά φοβάμαι ότι κανένα βιβλίο του δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνο το αριστούργημα. Πάραυτα «Η γητεύτρα της Φλωρεντίας είναι ένα απίστευτα ευφάνταστο και διασκεδαστικό μυθιστόρημα και η σοφία που αντικατέστησε την συναισθηματική φόρτιση μπορεί να διεκδικήσει και εκείνη, με τη σειρά της, το μερίδιο της στην Αθανασία αυτού του Μεγάλου Συγγραφέα!
Χρήστος Σιδερής
Ετικέτες: ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009
Τα Πετράλωνα κάποτε, τα Πετράλωνα που ζήσαμε - Λιβιεράτος, Δημήτρης
0 σχόλια Καταχωρήθηκε από τον/την Count_Zero στις 7:02 μ.μ.
Τίτλος: Τα Πετράλωνα που ζήσαμε
Συγγραφέας: Λιβιεράτος Δημήτρης
Αμόνι(2009)
101 σελ.
ISBN 978-960-88020-3-2
Τιμή €8,00
Αθήνα - Ιστορία [DDC: 938.912]
Προσωπικές αφηγήσεις - Μαρτυρίες [DDC: 920]
Πριν πολλά χρόνια, τον Ιούλιο του 1927, γεννήθηκα εδώ στα Πετράλωνα. Και απ' ότι φαίνεται, επειδή πια δεν μετακινούμαι εύκολα, θα μένω στα Πετράλωνα. Ό,τι καλύτερο άνθρωπος μπορούσε να θέλει.
Εδώ σε αυτή τη γειτονιά πήγα σχολείο κι απέκτησα πολλούς φίλους. Μπορώ να πω ότι γνώρισα τον κόσμο της Αθήνας πριν τον Πόλεμο και μετά τον Πόλεμο. Μεγάλο ορόσημο δυο πολύ διαφορετικών εποχών.
Στο διάστημα της ζωής μου πολλές φορές έφυγα από τα Πετράλωνα. Πολλές φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές απομακρύνθηκα υποχρεωτικά και αυτό ήταν επίπονο. Στου νου μου πάντα είχα την επιστροφή, σε κάποιαν Ιθάκη που λέει και ο Καβάφης, κι αυτή ήταν εδώ στα Πετράλωνα. Είχα την τύχη και η αγαπητή μου σύζυγος να θέλει τα Πετράλωνα κι εδώ μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Πήγαινε στα σχολεία της γειτονιάς, παίξανε στα γήπεδά της, έμαθαν την Αθήνα.
Αυτή η γειτονιά έχει τις ιδιομορφίες της. Αν θέλεις και όποτε θέλεις, ανεξάρτητα από ηλικία, μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να μιλήσεις, να πεις την ιστορία σου και να ακούσεις αυτές των άλλων.
Δίπλα στα Πετράλωνα βρίσκεται ο παντοτινός φίλος μας, ο Λόφος του Φιλοπάππου. Ένας μεγάλος φυσικός κήπος 700 στρεμμάτων. Με όλη την αρχαία ιστορία και παράδοση. Εκεί ακουμπάμε για τον περίπατό μας, σαν κάτι παλιό, πολύ παλιό να μας τραβάει κοντά του. Φύλακας άγγελος και προστάτης γεμάτος ζωντάνια και υγεία. Αυτός ο δικός μας λόφος.
Μικρή σε έκταση η γειτονιά να την γυρίσεις και γνωρίσεις. Με ζωή όλη τη μέρα, αλλά και τη νύχτα με τις ταβέρνες της. Ευτυχώς οι Πετραλωνίτες υπερπίζουν τη γειτονιά τους από κάθε επιβουλή υποτιθέμενης αξιοποίησης που θα την χάλαγε. Μέσα σ' αυτήν την κίνηση οδεύω κι εγώ, με παλιούς αλλά και νέους φίλους, καλούς Πετραλωνίτες να συντηρούν τη γειτονιά τους.
Ετικέτες: Βιβλία, εκδόσεις ΑΜΟΝΙ
Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2009
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2009
Ετικέτες: Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009
Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Είχα ένα καθίκι, δηλαδή πρέπει να είχα, μάλλον κόκκινο αλλά μπορεί και μοβ -έχεζα τέλος πάντων, δηλαδή πρέπει να έχεζα, δεν θυμάμαι.
Έπειτα έριξα λίγο μπόι και κατάφερα να σκαρφαλώσω στη λεκάνη. Και το καθίκι πήρε δρόμο. Αυτά βέβαια είναι υποθέσεις κι εικασίες, καθόλου σίγουρος δεν είμαι ότι συνέβησαν τα γεγονότα έτσι. Εικάζω ότι τα κωλομέρια μου τρεμούλιασαν στην πρώτη επαφή με το κάθισμα, σα ν' ακούμπησα φίδι. Συνήθισα υποθέτω(έχω κι άλλα φίδια συνηθίσει). Από δω και πέρα η ομίχλη διαλύεται: έχεζα ανελλιπώς.
Όχι πάνω μου βέβαια, ούτε όπου να 'ναι. Τα σκυλιά χέζουν όπου να 'ναι. Θυμάμαι ένα κοριτσάκι που χέστηκε, πρώτη δημοτικού θα 'μουν: ήταν μια τεράστια κουράδα, δεκαπέντε ή είκοσι εκατοστά κι είχε σα σκιά σταμπάρει τη φόρμα. Μεγάλο σκατό για πιτσιρίκι. Την πετυχαίνω που και που την παλιά συμμαθήτρια που χέστηκε, δουλεύει σ' ένα φαστφουντάδικο, μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Θα μεγάλωσαν κι οι κουράδες της. Μεγάλωσα κι εγώ, χέζοντας, χέζοντας ακαταπαύστως -θαρρείς όσο περισσότερο σκατό κατέβαζα τόσο ψήλωνα.
Επί είκοσι συναπτά έτη τιμούσα αποκλειστικά και μόνο την ίδια χέστρα, αν εξαιρέσεις κάνα σποραδικό χέσιμο στην τουαλέτα κάποιου θείου, της γιαγιάς κλπ, έπειτα κατατάχθηκα και γνώρισα γενναίες καινούριες τουαλέτες. Έχω χέσει στην Ορεστιάδα, στο Σουφλί, στη Θήβα, στα Γιαννιτσά και σε πολλά άλλα μέρη. Έχω χέσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Κάποτε μάλιστα μου ανετέθη η φύλαξη των τουαλετών ενός ολόκληρου στρατοπέδου, στην 162 Μ.Β.Π. αν δεν
απατώμαι: είχαν επιφορτίσει την πυροβολαρχία μας μ' αυτό το ηρωικό καθήκον -κάναμε τις σκοπιές μας και τρέχαμε στο καπάκι για νούμερο στις χέστρες. Τρίωρα ήταν κι έπρεπε να φοράς εξάρτυση κι αν κανένας φαντάρος έχεζε στραβά να τον αναφέρεις στον αξιωματικό υπηρεσίας πάραυτα.
Ήταν μια καρέκλα που 'χαμε πλάι στους νιπτήρες και με το που τραγουδούσε το καζανάκι σπεύδαμε. Πάντως είναι ν' απορείς πως ανάμεσα σε τόσους πυροβολητές ελάχιστοι βρίσκανε στόχο -ο στρατός είναι όντως σκατά. Απολύθηκα κάποτε κι επέστρεψα στην τουαλέτα μου.
Εξακολούθησα να χέζω με την ίδια αφοσίωση, τόνοι και τόνοι σκατών, σκληρά σαν πέτρα ή νερουλά, σκατά καστανά ή κατάμαυρα, σκατά με αίμα. Στο μεταξύ μετακόμισα, παντρεύτηκα, έκανα και παιδιά -στιγμή δε σταμάτησα να χέζω. Σκέφτομαι μερικές φορές την κατάληξη της αδιάλειπτης αυτής παραγωγής κουράδων, της ιερότερης παρακαταθήκης: σκατά χωνευμένα, μετουσιωμένα σε χώμα, σκατά που ρέουν στο πράσινο αίμα των φυτών, σκατά στη θάλασσα, στη βροχή, στον σκατένιο κόσμο. Όσο για τη δική μου κατάληξη, δεν είναι κάνα αίνιγμα: γέρος, σκατόγερος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, πεθαίνοντας μακριά από όλες τις χέστρες που συνάντησα. Αλλά προτού 'ρθει ο θάνατος θα ξανασυναντήσω το αρχέγονο καθίκι της
παιδικής μου ηλικίας. Κόκκινο ή μοβ.
Ετικέτες: Διηγήματα, Νίκος Κιαχίδης
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2009
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί, βρήκε το στόμα του θεόστεγνο, το κεφάλι του γεμάτο σίδερα και κάτι σαν ναυτία που ξεκινούσε από κάτω -ήταν εντελώς μουνί, το χειρότερο πρωινό της ζωής του- έπειτα πήγε στο μπάνιο, κοίταξε τον καθρέφτη και κατάλαβε πως ήταν αλήθεια: δεν είχε πρόσωπο αλλά μουνί. Υπενθύμισε νοερά τον εαυτό του να καθαρίσει κάποτε τον καθρέφτη απ' τα μυγοχέσματα και τη γλίτσα και αφού δεν είχε πια δόντια να βουρτσίζει ξαναπήγε στο κρεβάτι. «Θα είμαι ακόμα μεθυσμένος», είπε με σιγουριά και σφήνωσε ένα τσιγάρο στο μουνί του.
Ευτυχώς ήταν Κυριακή. Κάπνισε με το πάσο του και πήγε πάλι στο μπάνιο. Το πράμα ήταν ακόμη εκεί, ένα δασύ αιδοίο που έβγαζε καπνούς. Αποφάσισε πως ήταν ώρα να καθαρίσει τον καθρέφτη, έκοψε λίγο κωλόχαρτο κι έκανε τη δουλειά. Τίποτα.
Το μουνί τον κοιτούσε σαν ετυμηγορία. Ο Γκρέγκορ το ψηλάφισε και ένιωσε πως χρειάζεται μια μπίρα. Και λίγο ερεθισμένος, έβαλε τα παπούτσια του, ευχήθηκε να μην έχει περίοδο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Στο διάδρομο καλημέρισε τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος που έβγαινε από το ασανσέρ και κατέβηκε τις σκάλες. Το μπαρ ήταν στη γωνία, δε θα τρομοκρατούσε πολλούς ανθρώπους. Περπάτησε γρηγορότερα. Όταν κάθισε στο ψηλό σκαμνί ένιωσε ασφαλής. Παρήγγειλε μπίρα. Ο μπάρμαν τον κοιτούσε χεσμένος απ' την άλλη άκρη, με το σώμα του σχεδόν κολλημένο στην ταμειακή. Έφερε την μπίρα τρέμοντας.
«Ρε φίλε», ψέλλισε, «συγνώμη κιόλας, αλλά σα μουνί είσαι».
«Δεν πειράζει, έχω πλούσιο εσωτερικό κόσμο».
Ο μπάρμαν έφυγε και ο Γκρέγκορ Σάμσα άναψε ένα τσιγάρο, φύσηξε ψηλά τον καπνό κι έμπηξε το μπουκάλι στα μουνόχειλά του, δίχως να ξέρει αν θα μεθούσε ή αν θα μαλακιζόταν.
Ετικέτες: Διηγήματα, Νίκος Κιαχίδης