Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2008

Από τη γωνία

Λένε πως η ζωή είναι κύκλος. Καθώς ο κύκλος δεν έχει γωνίες είναι καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής αν εφεύρεις μια και λουφάξεις εκεί. Σύγχρονοι επιστήμονες υπερασπίζονται πως ζούμε σε μια δίνη που μας παρασύρει ανεξαιρέτως όλους κάθε στιγμή, αρχαίοι φιλόσοφοι αγόρευαν ότι τα πάντα ρεί κ.τ.λ. Άρα κάθε στιγμή αυτής της περίεργης ζωής είναι πραγματικά μοναδική. Παρότι ξυπνάς και σηκώνεσαι κάθε μέρα από την ίδια πλευρά του κρεβατιού φορώντας τις ίδιες παντόφλες, ποτέ αυτή η στιγμή του ξυπνήματος δεν είναι ακριβώς ίδια με κάποια άλλη. Έτσι τουλάχιστον λένε. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος για απελπισία και απομόνωση. Αυτόματα, με τη γέννησή σου είσαι μέσα στο χορό, άρα τα πάντα μπορούν να συμβούν, άρα είναι μάλλον ενάντια στη φύση να κυνηγάς τις γωνίες. Η μήπως δεν τις κυνηγάς εσύ, αλλά αυτές;
Στο Δημοτικό η δασκάλα με απάλλασσε συχνά από το γλυκό βασανιστήριο του διπλανού μου στέλνοντάς τον τιμωρία και θέτοντας αυτόματα και μένα στο περιθώριο. Ήταν αυτός που έκανε τη φασαρία και για τους δυο μας και έτσι έμπαινα και γω τιμωρία μέσα από αυτόν. Μπορεί να συνέχιζα να κάθομαι στο θρανίο μου αλλά το μυαλό μου ήταν στη διπλανή θέση που έτσι άδεια έμοιαζε χαοτικά θλιβερή. Ήθελα να κάνω και γω φασαρία, ήθελα να κάνω πλάκα, να γελάσω δυνατά, να σπάσω τα νεύρα της δασκάλας αλλά ήμουν ένα γλυκό και ήσυχο κοριτσάκι και όλες αυτές οι σκανδαλιές ήταν ευθύς εξαρχής απαγορευμένος καρπός που δε θα γευόμουν ποτέ. Λούφαζα στη θέση μου στο κέντρο της αίθουσας, αλλά καταβάθος ήμουν απούσα στη γωνία μου, το μυαλό μου ταξίδευε σε όσα δε θα τολμούσα να κάνω ποτέ παρά μόνο μέσα από τους άλλους.
Στο γυμνάσιο η γυμνάστρια κάθε φορά μου φώναζε: «Στην άκρη Παπαδοπούλου!!!». Δεν κατάφερνα ποτέ να κάνω πάσα τη μπάλα του βόλεϊ, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά την ομάδα μου στην ήττα. Η μόνη λύση ήταν να με απομακρύνουν από το φιλέ. Όχι ότι είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτό, αλλά να, έβλεπα για άλλη μια φορά το προαύλιο από τη γωνία.
Μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ο κόσμος αυτός έχει άπειρες γωνίες. Γωνίες υπήρχαν παντού: στα μπάρ, στις αίθουσες χορού, γυμναστικής, πολιτιστικών εκδηλώσεων. Γωνίες είχε το σπίτι του φίλου μου, των κολλητών μου, των γνωστών και των αγνώστων. Υπήρχε παντού μια γωνία για να εναποθέσω τις ανασφάλειες μου. Υπήρχαν παντού τέτοιες και με καλούσαν σαν σειρήνες. Και αργότερα ακόμη, που σαν ενήλικη βγήκα στην αγορά εργασίας, εκεί κι αν ήταν τεράστιες και προκλητικές! Πρόσφεραν ασφάλεια αλλά σε κατέτασσαν σε αναγκαίο κακό στη συνείδηση των άλλων. «Δεν παίρνει καμιά πρωτοβουλία. Είναι σα φυτό στη γωνία!» « Καλά αυτή έπιασε από τώρα γωνία, περιμένει τη σύνταξη!» « Καλά, μην κάνεις τίποτα εσύ, κάτσε στη γωνία!»
Ναι, τα γραφεία έχουν πραγματικά πολλές από αυτές και είναι σκέτη πρόκληση για ανθρώπους σαν κι εμένα. Αποφάσισα να βρω δουλειές του δρόμου ή μάλλον αναγκάστηκα. Εκεί οι γωνίες ήταν εξωτερικές. Δεν μπορούσες να λουφάξεις σε αυτές, έπρεπε διαρκώς να τις προσπερνάς. « Στρίψε στη γωνία, μετά τη γωνία, μη στέκεσαι στη γωνία. Στην άλλη γωνία!! Μα, καλά δεν βλέπεις; Εκεί! Εκεί! Εκεί!» Δεν έβλεπα, είχα συνηθίσει να προσανατολίζομαι με βάση τις άκρες. Αν βρισκόμουν σε ένα αχανές στάδιο για παράδειγμα με έπιανε κρύος ιδρώτας, δεν μπορούσα με τίποτα να το διασχίσω. Με έπιανε ταχυπαλμία, η όραση μου θόλωνε και μου ερχόταν να λιποθυμήσω.
Μια μέρα αποφάσισα να πάω σε ψυχολόγο. Αυτή μου η εμμονή έπρεπε να πάρει τέλος. Έπρεπε να μπω στο χορό και να χορέψω. Ο ψυχολόγος μου έβαζε ασκήσεις κάθε εβδομάδα. Τώρα έπρεπε να αποφεύγω τις γωνίες όπως ο διάολος το λιβάνι. Άπαξ και έβλεπα μια από αυτές έπρεπε να τρέχω μακριά. « Το Κέντρο, δεσποινίς Παπαδοπούλου, αυτό θα αναζητάτε από δω και πέρα. Εκεί θα συναντήσετε ό,τι απωθούσατε σ’ όλη σας τη ζωή. Το Κέντρο θα σας ανταμείψει και θα σας ολοκληρώσει. Δεν είστε και μικρή, δεσποινίς Παπαδοπούλου, φτάσατε τα τριάντα και πρέπει να βάλετε τα δυνατά σας για να ζήσετε μια φυσιολογική ζωή!» Αυτά είπε ο κύριος Σχιζοφρενίδης στην πρώτη μας συνεδρία και με έπεισε πως είχε χτυπήσει φλέβα.
Ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του, δεν έχανα συνεδρία, κρατούσα λεπτομερείς σημειώσεις για την πρόοδο μου όπως μου είχε συστήσει. «Σήμερα στάθηκα μόνο 5 λεπτά στην αριστερή πίσω γωνία του ταχυδρομείου της γειτονιάς μου και αυτό συνέβη επειδή η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και δεν χωρούσα πουθενά αλλού». Ο κύριος Σχιζοφρενίδης ανέλυε κάθε μου σημείωση. Ήταν πραγματικά ασφυκτικά γεμάτη η αίθουσα, ή υπήρχε κάποια κενή καρέκλα στο κέντρο που έκανα πως δεν πρόσεξα; Μήπως ένα μικρό κενό πιο κεντρικά που με χωρούσε; Όχι, αλήθεια σας λέω, η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από συνταξιούχους. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης με κοιτούσε με δυσπιστία πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά του και κάθε φορά ανέβαζε σαδιστικά το δείκτη δυσκολίας των ασκήσεων.
Σε μια από αυτές μου ζήτησε την επόμενη φορά που θα πάω στο σπίτι του φίλου μου αντί να καθίσω στην αγαπημένη μου θέση που βρίσκονταν όπως του είχα πει, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στη γωνία, να πάρω μια καρέκλα και να καθίσω στο κέντρο του δωματίου απέναντί του. Έτσι θα εκτιθόμουν στο βλέμμα του, είχε πει με φανερή έξαψη που έκανε τα μάτια του να γυαλίζουν και το στόμα του να γεμίζει σάλιο , χωρίς να καταφέρω να το αποφύγω, όπως όλες τις άλλες φορές. Είχε την έξαψη που έχει ένας εξορκιστής πριν τον εξορκισμό. Ήταν σίγουρος πως μου είχε βάλει την πιο δύσκολη άσκηση που γινόταν και πως θα κατάφερνε μ’ αυτό τον τρόπο να βγάλει από μέσα μου κομμάτι από το τέρας.
Αλίμονο, ο καημένος δεν είχε προβλέψει το γεγονός ότι ο φίλος μου άλλο δεν έκανε από το να στρίβει μπάφους. Δε θα σήκωνε το κεφάλι του από την αγαπημένη του συνήθεια ακόμη και αν είχα μεταμφιεστεί σαν τον Ναπολέοντα και χόρευα σα ζουλού γύρω από φανταστικές φωτιές. Όταν διάβασε τις σημειώσεις μου πίστεψε πως τον κοροϊδεύω. « Σήμερα, κάθισα τρεις και μισή ώρες στο κέντρο του δωματίου του φίλου μου που βρίσκεται στην οδό Τερψιθέας 16, όροφο 1ο, σε καρέκλα που εναπόθεσα εκεί για τον συγκεκριμένο θεραπευτικό σκοπό, χωρίς να τραβήξω ούτε μια στιγμή το βλέμμα του ή να του προκαλέσω κάποια άλλη αντίδραση. Θεωρώ πως παρόλο που η άσκηση εκτελέσθηκε, ο σκοπός δεν επετεύχθη.»
Η αφοπλιστική μου ειλικρίνεια δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης έβγαλε τα γυαλιά του δίχως να σηκώσει το κεφάλι από το γραπτό μου και τα εναπόθεσε αργά πάνω στο γραφείο του. Ποτέ δεν τον είχα δει τόσο σοβαρό. «Δεσποινίς Παπαδοπούλου, μου είπε, νομίζω πως πρέπει να διακόψουμε τις συνεδρίες. Είναι φανερό, συνέχισε σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτώντας με βλοσυρά στα μάτια, πως δεν έχετε πάρει στα σοβαρά τη θεραπεία σας.»
Η μήπως την είχα πάρει πολύ στα σοβαρά; Όλη αυτή η εμμονή να κρατηθώ μακριά από τις γωνίες με μεταφόρτωνε σε κοινωνικό φρικιό. Αν η παρέα μου τύχαινε να στέκεται στην άκρη της αίθουσας την απέφευγα ή στεκόμουν κάποια μέτρα πιο μακριά, προς το κέντρο φωνάζοντάς τους αυτά που ήθελα να πω και προκαλώντας σε όλους φανερή αμηχανία. Μια φορά που είχαμε πάει κινηματογράφο κόντεψα να πάθω νευρική κρίση όταν η μοναδική θέση που είχε μείνει άδεια ήταν ή γωνιακή στο πίσω μέρος της αίθουσας. Το θεώρησα σημάδι από το σύμπαν και αυτό αποδείχτηκε βαρύ πλήγμα για τη θεραπεία μου.
Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ βέβαια πως πολλά ωραία πράγματα μπορούσαν να συμβούν αν απλά στεκόσουν στο κέντρο. Μια μέρα στη διάρκεια μιας άσκησης από αυτές του κυρίου Σχιζοφρενίδη στεκόμουν στο κέντρο μιας πλατείας. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας καθώς ήμουν εκεί ήδη δέκα λεπτά. Έπρεπε να μείνω άλλα πέντε για να ολοκληρώσω την άσκηση. Έσφιγγα τα δόντια και έκανα υπομονή. Η έκθεση μου ήταν αρκετά επώδυνη. Ένιωθα πως δεν είχα που να στηριχτώ, πως ήμουν ανυπεράσπιστη και εκτεθειμένη, αλλά το χειρότερο απ’ όλα ήταν ένα βαθύτατο συναίσθημα ότι δεν υπήρχα πραγματικά. Νομίζω πως είχα εκτεθεί τόσο σε κάτι που θεωρούσα επικίνδυνο που το μυαλό μου είχε αρχίσει να λειτουργεί περίεργα. Θα έλεγε κανείς πως είχα φτάσει στα όρια μου. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα πάψω να υπάρχω, πως θα εξαϋλωθώ. Ο κόσμος γύρω μου μου φαινόταν σαν να μην υπάρχει πραγματικά. Σαν να είναι σκηνικό από κάποια ταινία ή μάλλον εικόνα βγαλμένη από ένα βιβλίο. Ταυτόχρονα σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχα πάθει κάτι σαν αγκύλωση. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Είχα ακινητοποιηθεί.
Ο Κύριος Σχιζοφρενίδης με είχε συμβουλέψει να βρω με κάτι να ασχοληθώ για να μην νιώθω ανούσια την παραμονή μου στο κέντρο της πλατείας. Έτσι είχα πάρει ένα ψωμί και είχα σκοπό να ταΐσω τα περιστέρια. Αλλά καθώς είχα παραλύσει, απλά κρατούσα το ψωμί στο χέρι. Τα περιστέρια έκοβαν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου. Είχαν μυριστεί την τροφή τους. Χωρίς άλλο μου κρατούσαν κακία που δεν τα τάιζα. Θέλουμε το ψωμί μας!! μοιάζει να έλεγαν τα κρωξίματα τους. Επικεντρώθηκα σ’ αυτά για να ξεχαστώ. Μπορούσα να νιώσω την ανυπομονησία τους και αυτά πετούσαν όλο και πιο χαμηλά φτάνοντας τα λίγα εκατοστά από το κεφάλι μου αλλά κανένα δεν τολμούσε να τσιμπήσει το ψωμί από το χέρι μου. «Εσείς δεν είστε πουλιά, είστε κότες είπα από μέσα μου. Κότες, κότες φοβητσιάρες!» Μου απαντούσαν με όλο πιο επιτακτικά κρωξίματα και απότομα φτερουγίσματα. Μαλώναμε δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. « Για να σας δω, έλεγα, έχω φρέσκο ψωμάκι στο χέρι, δεν τολμάτε ε; Τι περιμένετε; Ελάτε!! Κοτούλες!»
Εκεί, στη μέση της πλατείας, ακίνητη με το ψωμί στο χέρι και τα πουλιά να κάνουν εκνευρισμένα όλο και πιο απειλητικούς, κλειστούς κύκλους από πάνω μου , σίγουρα θα αποτελούσα ένα σουρεαλιστικό θέαμα, αλλά κάτι ξαφνικά διέκοψε τον διάλογο μας. Μια ζεστή κουτσουλιά στόλιζε τώρα το κέντρο του μετώπου μου. Μια ζεστή, αληθινή πέρα για πέρα κουτσουλιά Και σαν αυτό να σήμανε την εκδίκησή τους όλα μαζί πέταξαν ικανοποιημένα μακριά αφήνοντάς με μόνη. Όταν συνέβη αυτό θυμήθηκα να κοιτάξω το ρολόι μου. Είχαν περάσει είκοσι πέντε ολόκληρα λεπτά. Είχα επικοινωνήσει με τα πουλιά, μαλώσαμε, με χέσανε και φύγανε. Τι εξαιρετική εμπειρία! Και πέρα για πέρα αληθινή. Εγκατέλειψα την πλατεία με ένα μειδίαμα στα χείλη αφού πρώτα πέταξα το ψωμί σε διάφορες γωνιές. Μπορεί να υπήρχαν πουλιά με το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Μετά από εβδομάδες έκθεσης σε πλατείες, γήπεδα, ανοιχτούς χώρους, μετά από την αποφυγή εκατοντάδων δελεαστικών γωνιών και έχοντας επιδείξει όλον αυτόν τον καιρό τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία μπορούσα με βεβαιότητα να πω ότι δεν έβλεπα την παραμικρή εξέλιξη στη ζωή μου. Συνέχιζα να είμαι το ίδιο δειλή και φοβητσιάρα. Ώσπου μια μέρα βρέθηκα σε ένα πάρτυ. Μπορεί να μην ήμουν στο κέντρο της αίθουσας αλλά δεν στεκόμουν ούτε στη γωνία. Ήμουν ανάμεσα σε χαρούμενους ανθρώπους και μάλλον αυτό έκανε τη διαφορά. Αρχίσαμε να χορεύουμε σαν να είμαστε όλη μια παρέα. Στην αρχή με πατούσαν, με σκουντούσαν καθώς χόρευαν και αυτό με κινητοποίησε και άρχισα και γω να γελάω, να χαίρομαι και να κουνιέμαι. Σιγά σιγά κατάφερα πραγματικά να εκφραστώ μέσω του τρελού χορού μου. Πηδούσα, στριφογυρνούσα, έκανα τρελές φιγούρες και το σπουδαιότερο έπιανα χώρο. Χώρο για μένα. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά σαν ένα μόριο της πελώριας ανθρωπότητας, σαν μέρος του ποταμού που ρέει χωρίς σταματημό. Η ύπαρξη μου είχε και δεν είχε νόημα. Τίποτα δεν θα κατέρρεε αν έπαυα να υπάρχω. Απ’ την άλλη, αν συνέχιζα να ζω ίσως να περνούσα κάτι δικό μου στον κόσμο. Ίσως να έφερνα μια μικρή αλλαγή . Ίσως η ζωή μου να είχε νόημα για κάποιους λίγους γνωστούς , για κάποιους ελάχιστους αγνώστους. Αλλά η γωνία, αυτό το σημείο μεταξύ θανάτου και ζωής δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης πια.

2 Comments:

  1. Count_Zero said...
    Ωραιότατο! Ελπίζω να εμπνεύστηκες από το πάρτι...
    Webcam said...
    Hello. This post is likeable, and your blog is very interesting, congratulations :-). I will add in my blogroll =). If possible gives a last there on my blog, it is about the Webcam, I hope you enjoy. The address is http://webcam-brasil.blogspot.com. A hug.

Post a Comment