Σάββατο, Απριλίου 10, 2010
Με λένε Ηλία Χατζηγεωργάκη! Να θυμάστε, Ηλία Χατζηγεωργάκη!
Η νύχτα ξεψύχησε με θόρυβο. Βοήθησε λίγο και η χειροβομβίδα που έσκασε στα μούτρα μας. Δεν προλάβαμε να σκεφτούμε τίποτα. Eγώ τουλάχιστον! Οι οθόνες δεν πρόβαλαν το έργο “Η Ζωή Μου σε ένα μικρο-Δευτερόλεπτο”. Η μόνη φράση που πρόλαβα να σχηματοποιήσω, όχι όμως και να αρθρώσω ήταν: «είμαι νεκρός».
Έπειτα ξύπνησα. Όχι. Αφυπνίστηκα. Αναστήθηκα. Επανήλθα. Διάβολε, πρέπει να βρω τη σωστή λέξη! Άλλυδις! Αυτή ήταν η σωστή λέξη, δεν την ήξερα τότε, την έμαθα αργότερα από τον Πρωταγόρα. Όμως τώρα πρέπει να την αποσαφηνίσω και σε εσάς. Ας πούμε ότι μετέβηκα σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης. Ήμουν στο «εδώ» αν «εκεί» ήταν το μέρος που βρισκόμουν πριν ή στο «εκεί» αν ίσχυε το αντίθετο. Για τις ανάγκες της επικοινωνίας ας πούμε ότι βρισκόμουν στο «εδώ» ενώ εσείς βρίσκεστε στο «εκεί». Αλλά πού ήταν το «εδώ»; Πού στην ευχή βρισκόμουν;
Μήπως ήμουν στον παράδεισο ή, ακόμα χειρότερα, στην κόλαση; Δεν ήξερα! Ψέματα! Αναγνώριζα ότι βρισκόμουν στη Γή, στην πόλη μου, στο σπίτι μου. Αλλά ούτε η γυναίκα, ούτε τα παιδιά μου ήταν «εδώ».
Οι δρόμοι της πόλης έμοιαζαν με τους δρόμους τής πόλης που έζησα αλλά οι άνθρωποι, οι σκιές και οι λάμψεις, η συνεχής ροή φωτός, η σιωπή και οι κουβέντες, οι ετερόκλητες συντροφιές παράξενων ανθρώπων δεν ομοίαζαν σε τίποτα από όσα είχα δει μέχρι τότε! Και οι άνθρωποι εξαφανίζονταν! Μα την Παναγία, σας λέω! Μία που υπήρχαν μία που χάνονταν. Άλλοτε επανέρχονταν, άλλοτε όχι. Οι ίδιοι δε θυμούνταν γιατί ή πώς εξαφανίστηκαν. Δε θυμούνταν πού πήγαν! Αναρωτιόμουν μήπως συνέβαινε και σε εμένα. Ήταν πολύ περίεργο!
Όχι, δεν ήμουν στον παράδεισο, δε φανταζόμουν ότι ο Θεός θα επεδείκνυε τόσο μεγάλη στέρηση φαντασίας, αλλά δεν ήμουν και στην κόλαση και αυτό μπορώ να σας το βεβαιώσω.
Ίσως αναρωτιέστε γιατί εξέφρασα τη βεβαιότητα ότι δε βρισκόμουν στην κόλαση. Η απάντηση είναι απλή. «Εδώ» δεν ήταν η κόλαση γιατί σε έναν από τους περιπάτους μου συνάντησα τον Χριστό! Φυσικά αναφέρομαι στο γιο του μαραγκού, τον Ιησού, τον θεάνθρωπο. Ξέρω ίσως φαίνεται ότι γράφω υπερβολές αλλά δεν πρόκειται για φανφαρονισμούς, συνάντησα όντως έναν τύπο που έμοιαζε με τον Ιησού όπως τον φανταζόμουν, μίλαγε σαν τον Ιησού και μου συστήθηκε ως Ιησούς. Εγώ βέβαια τον ρώτησα: «Όλα τα κακά νικά και όλα τα κακά σκορπά;», αυτός δεν εκνευρίστηκε, με κοίταξε μισοέκπληκτος, μισογελαστός και είπε «Ναι, κατά μία εκδοχή, Ναι»!
Αυτό πρέπει να το πω: είναι παράξενος ο Ιησούς! Αναβοσβήνει σα φάρος και η εικόνα του δεν είναι ποτέ σταθερή! Άλλοτε η μύτη του είναι γαμψή, άλλοτε ίσια, άλλοτε τα μαλλιά του ξανθά, άλλοτε καστανά. Τη μία φαίνεται λιπόσαρκός την άλλη κανονικός!
Πάντως μπορώ να σας επιβεβαιώσω ότι αυτός ο άντρας ήταν πράγματι ο Ναζωραίος. Το επικύρωσαν όσοι ρώτησα, μεταξύ αυτών ο Ιούδας και ο Πόντιος Πιλάτος που μοιράζονταν το τραπέζι του! Μου είπαν ακόμα ότι «εδώ» ζούσαν και άλλοι θεοί και άλλοι προφήτες όπως ο Μωάμεθ, ο Σολωμόντας, ο Ζωροάστρης, ο Δίας και όλοι οι θεοί του ελληνικού πανθέου μολονότι εγώ προσωπικά και μέχρι τότε δεν είχα συναντήσει κανέναν από δαύτους.
Έμαθα επίσης ότι η συνεχής ροή φωτός, οι σκιές και οι λάμψεις που με παραξένεψαν αρχικά δεν είναι παρά οι δικές σας δραστηριότητες, η ατελεύτητη κίνησή σας. Επίσης γνωρίζω ότι δεν είμαι στα αλήθεια νεκρός. Γιατί τι άραγε σημαίνει θάνατος αν όχι την απώλεια της υλικής υπόστασης;
Έχω υλική υπόσταση! Τρώω, πίνω, αφοδεύω, αισθάνομαι, κάνω σεξ... Ψέματα δεν έχω κάνει σεξ ακόμα αλλά φαντάζομαι ότι και οι άνθρωποι «εδώ» το εξασκούν.
Δε γνωρίζα τον πληθυσμό του «εδώ» ούτε αν υπήρχαν αστικές και αγροτικές περιοχές όπως στο «εκεί», αν ο πληθυσμός μας ήταν διασκορπισμένος σε πόλεις και εξοχές όπως συμβαίνει στο «εκεί» ή αν υπήρχε μία και μοναδική πόλη, αυτή που ζούσα, η Αθήνα.
Τούτο έμελλε να το μάθω γιατί δεν πέρασαν παρά λίγες ώρες και βρήκα τον εαυτό μου να περιδιαβαίνει τα Φιλιατρά, την Καλαμάτα και άλλες πόλεις και εξοχές που θυμόμουν από τη ζωή μου στο «εκεί». Μια άλλη φορά ένιωσα πολύ παράξενα, σα να βρίσκομαι σε δύο μέρη ταυτόχρονα. Ίσως ονειρευόμουν Θαρρώ ότι τα όνειρα «εδώ» κρατούν λιγότερο αλλά είναι πολύ πιο έντονα από ότι «εκεί»!
Ίσως τώρα αναρωτιέστε πώς πρόλαβα σε λίγες ώρες να κάνω τα ταξίδια που μόλις ανάφερα. «Εδώ» κινούμαστε με μικρότερες ταχύτητες. Μάλλον... ας το θέσω αλλιώς. Εμείς κινούμαστε με κανονικές ταχύτητες ενώ εσείς βιάζετε το χρόνο-κόσμο σας. Ζείτε ανάμεσα μας αλλά η ταχύτητα ανέλιξης του κόσμου σας απέχει πόρρω από τη δική μας.
Δεν είχα αντιληφθεί τη χρονική υστέρηση του «εδώ» από το «εκεί» μέχρι που με επισκέφτηκε ο Βασίλης, ο πρωτότοκός μου. Όταν τον πρωτοείδα να έρχεται προς το μέρος μου, είχαν δεν είχαν περάσει μερικές ώρες από τη στιγμή που ξεψυχούσα από τα θραύσματα της χειροβομβίδας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα απαίσιο όνειρο και ότι όπου και να ’ταν θα ξυπνούσα και δε θα θυμόμουν τίποτα. Αλλά δεν ήταν όνειρο. Ήμουν οριστικά νεκρός… (όχι όχι νεκρός άλλυδις), και ο Βασίλης με ακολούθησε στον τάφο. Πώς ήταν δυνατόν, ήταν μόλις δεκαπέντε ετών παιδί, από τι πέθανε, πώς;
Με πλησίασε, με αγκάλιασε, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο μου. «Πατέρα! Είσαι... είσαι όπως ακριβώς σε θυμόμουν! Δεν πίστευα ποτέ ότι θα σε ξανάβλεπα» είπε.
«Κι εσύ!», είπα και με κοίταξε έκπληκτος. Δεν του έδωσα χρόνο. «Τι συνέβη;» ρώτησα
Δεν απάντησε. «Πού βρισκόμαστε;» ρώτησε.
«Εδώ παιδί μου είναι το «εδώ»!» είπα.
«Δεν ακούγεσαι λογικός, μπαμπά».
«Πάμε έναν περίπατο και θα σου εξηγήσω» πρότεινα.
Άρχισα να σταχυολογώ όσα ήξερα για το «εδώ» και παρότι δεν ήταν και πολλά ήταν υπερβολικά πολλά για να τα αφομοιώσει κανείς με το που βιώνει τη μετάβαση.
Περάσαμε από το γνωστό στέκι του Ιησού κοντά στην πλατεία Κάνιγγος. Ήταν όπως πάντα εκεί, τα έπινε με τον Πιλάτο, τον Ιούδα και εκείνο το κυκλοθυμικό κορίτσι, τη Μαγδαληνή. Τους χαιρετίσαμε. Αυτή τη φορά δεν άντεξα και τους ρώτησα.
«Συμπαθάτε με, μα δε θα ’πρεπε να ήσασταν εχθροί εσείς, πώς είναι δυνατόν να κάθεστε και να συντρώγετε σα να μη συνέβη τίποτα;»
Παρότι η ερώτησή μου ενείχε μομφή, οι τρεις συνδαιτυμόνες με κοίταξαν με ειλικρινά φιλική διάθεση. Το λόγο πήρε ο Πόντιος Πιλάτος όντας μεγαλύτερος από τους τρεις.
«Άκουσε να σου πω παλικάρι μου, μπορεί εκείνοι να μας σκέφτονται με έναν τρόπο αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε αυτό που σκέφτονται. Είμαστε αυτό που αποφασίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε. Είμαστε αυτόβουλοι!»
«Ναι, άλλωστε», είπε συμβιβαστικά ο Ιησούς, «η ιστορία όπως έχει καταγραφεί, δεν είναι και πολύ ακριβής... δηλαδή», έριξε μια ματιά στον Ιούδα, «δεν είναι καθόλου ακριβής!»
«Δηλαδή;» απόρησα.
«Ας τα αφήσουμε αυτά τώρα, κοπιάστε» προσπάθησε να αποφύγει το σκόπελο η Μαρία δείχνοντας δύο άδειες καρέκλες.
«Λυπάμαι, ξεναγώ τον...»
«Τον πατέρα σου;» ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον ο Ιησούς.
«Τον μπαμπά μου!» απόρησα δυνατά και κοίταξα τον δεκαπεντάχρονο γιο μου που ήταν ένας γέρος εβδομήντα πέντε ετών!
Ο Βασίλης είχε πεθάνει από καρκίνο, εξήντα χρόνια μετά το δικό μου θάνατο. Οι λιγοστές ώρες που είχαν περάσει «εδώ» αντιστοιχούσαν σε εξήντα χρόνια «εκεί». Είχε παιδιά και εγγόνια. Μου φαινόταν απίστευτο. Παρόλο που δεν ήμουν θρήσκος, παρόλο που ήξερα ότι ο Χριστός και οι υπόλοιποι σαλτιμπάγκοι των μονοθεϊστικών ή ετέρων θρησκειών με συντρόφευαν στο «εδώ», σταυροκοπήθηκα! Αυτό προκάλεσε μειδιάματα στους παρισταμένους με εξαίρεση τον Ιούδα που δεν αρκέστηκε να χαμογελάσει. Είχε ξεραθεί στα γέλια ο άτιμος.
Απευθύνθηκα στο γέρο που ήταν γιος μου. Ψιθύρισα: «Και η Μαρία έφτασε να θάψει και το παιδί της!» έψεξα τη γυναίκα μου και μητέρα του.
«Τι είπες πατέρα;» ρώτησε ο Βασίλης.
«Τίποτα. Τίποτα!» μάσησα τα λόγια μου.
Αφήσαμε τους ψευδοπροφήτες στο τραπεζάκι του οινοπωλείου να μεστώσουν τα ποτήρια με μπρούσκο κρασί και στρίψαμε στην Αιόλου. Προχωρούσαμε αμίλητοι. Με απασχολούσε πολύ εκείνο που είχε πει ο Πιλάτος.
«Μπορεί εκείνοι να μας σκέφτονται με έναν τρόπο αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε αυτό που σκέφτονται εκείνοι. Είμαστε αυτό που αποφασίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε. Είμαστε αυτόβουλοι!»
Το ένοιωθα με όλο μου το είναι. Δεν ήμουν μήτε πατέρας, μήτε σύζυγος πια. Δεν είχα συγγενείς και φίλους, είχα μόνο προσδοκίες για το μέλλον, είχα ολάκερη ζωή μπροστά μου να τη ζήσω όπως αποφάσιζα. Ήμουν λεύτερος. Τούτη εδώ δεν ήταν βαρετή επανάληψη της ζωής τού «εκεί» μα μια νέα αρχή. Και θα ζούσα για πάντα. Τούτα σκεφτόμουνα με μεγάλη χαρά. Θα ζούσα για πάντα κατά πως ήθελα. Δε θα επαναλάμβανα τα λάθη του παρελθόντος.
Εξηγούσα στον Βασίλη ότι αυτά τα χρώματα και οι γραμμές που αλλοίωναν τη φυσική εικόνα του δρόμου οφείλονταν στους άλλους, τους ζωντανούς που κινούνταν με πολύ μεγαλύτερες ταχύτητες από ό,τι εμείς, ίσως βέβαια και να κινούνταν σε άλλη διάσταση γιατί λογικά αν κινούνταν αυτοί και εμείς μαζί με αυτούς δε θα έπρεπε κάποιες στιγμές να συγκρουόμαστε;
Πιθανολογούσα ότι στο σπίτι μου ζούσαν περισσότερες από δύο γενιές αποθαμένων και τουλάχιστον τρεις γενιές ζωντανών. Τον πατέρα και τη μητέρα μου τους είχα δει φευγαλέα μερικές φορές αλλά εξαφανίζονταν ευθύς αμέσως. «Ηλία!» προλάβαιναν να φωνάξουν αλλά τι να τους κάνω; Γιατί όμως οι άνθρωποι εξαφανίζονταν και πού πήγαιναν;
Τη στιγμή που έκανα το συγκεκριμένο συλλογισμό ο Βασίλης εξαφανίστηκε. Καλύτερα, σκεφτόταν ένα μέρος του μυαλού μου. Ένοιωθα πολύ άβολα να συνοδεύω αυτό το πρεσβύτερο παιδί μου. Όχι ότι δεν αγαπούσα τον Βασίλη, απλά δεν τον έβλεπα σαν παιδί μου. «Εδώ» οι συγγενικές σχέσεις δεν είχαν μεγάλη σημασία.
Φαντάσματα! Αυτό είναι! Πρέπει να εξαφανίζονται από το «εδώ» και να εμφανίζονται στο «εκεί» σα φαντάσματα. Γιατί όμως και πότε; Γιατί εγώ δεν είχα γίνει ακόμη φάντασμα. Ή μήπως ήμασταν φαντάσματα στο «εδώ» και όσοι εξαφανίζονταν υλοποιούνταν αλλού!
Βυθισμένος σε τέτοιες σκέψεις έφτασα στον εθνικό κήπο και κάθισα σε ένα παγκάκι να φουμάρω ένα από τα τσιγάρα μου. Τα παιδιά κυνηγιόνταν και φωνασκούσαν, σα μικροί καλικάτζαροι, στριφογύριζαν το παγκάκι και δε με άφηναν να ησυχάσω λεπτό. Σκέφτηκα να τους κάνω παρατήρηση αλλά φευ, ήμασταν όλοι νεκροί. Και εγώ και τα μπασμένα. Όχι, όχι νεκροί. Άλλυδις. Αλήθεια, πόσο τυχερά ήταν τα παιδάκια που υπέστησαν τη μετάβαση τόσο νωρίς και θα ζούσαν όλη τη ζωή τους στο «εδώ»! Ίσως τελικά βρισκόμουν στον παράδεισο, όχι στον παράδεισο του χριστιανισμού αλλά στη χώρα των μακάρων.
Ένα κοκκινομάλλικο κοριτσάκι με κοτσιδάκια και φακίδες στρίγγλισε. Ένα από τα παιδάκια αίφνης είχε εξαφανιστεί. Τα δύο μελαχρινά αγοράκια πισωπάτησαν τρομαγμένα και άρχισαν να απομακρύνονται τρέχοντας. Ο γέροντας από το απέναντι παγκάκι σηκώθηκε και με πλησίασε.
«Ηλία!» είπε
Τον κοίταξα παραξενεμένος, δε θυμόμουν να τον ήξερα από πουθενά αλλά το πρόσωπό του αναμόχλευε λησμονημένες μνήμες.
«Είναι απίστευτο!» είπε. «Είσαι καιρό εδώ;»
«Όχι πολύ γέροντα» είπα σεβόμενος τα χρόνια του. Άλλωστε ο χρόνος «εκεί» ήταν πολύ σχετική έννοια.
«Δε με θυμάσαι ρε Λουλάκι;»
Ξεσκόνισα λίγο το μυαλό μου. Αυτό το «Λουλάκι» μωρέ; Ναι, έτσι με αποκαλούσαν οι συστρατιώτες μου γιατί λέγανε πως είχα μανία με την καθαριότητα. «Ρε συ, Γιάνγκο!» είπα ασυναίσθητα.
Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε ατενίσαμε ο ένας την κατάντια του αλλουνού, δηλαδή εγώ ατένισα την κατάντια του Γιάνγκου γιατί προσωπικά ένοιωθα μια χαρά. Ή έτσι νόμιζα μέχρι που μου είπε ότι με είχε κάνει σκατά εκείνη η χειροβομβίδα. «Ναι βέβαια με είχε κάνει σκατά αλλά τώρα είμαι εντάξει» είπα. Αλλά ο Γιάνγκος επέμενε, με είχε δει εκείνος πετσοκομμένο από τα θραύσματα και έτσι ήμουν ακόμα, είπε.
Και γιατί δεν το βλέπω εγώ ρε Γιάνγκο, γιατί δεν το είδε κανείς «εδώ»;, αναρωτήθηκα. «Δηλαδή είμαι όπως ήμουν στο χαράκωμα;» ρώτησα
«Ναι, σου λέω!»
«Περίεργο! Πολύ περίεργο! Πολλά ανεξήγητα συμβαίνουν «εδώ»!», μονολόγησα.
«Τι είναι «εδώ»;» αναρωτήθηκε.
Είχα ήδη αφηγηθεί την ίδια ιστορία τουλάχιστον τρεις φορές μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Καταντούσε βαρετό. Ο Γιάνγκος, σα να διαισθάνθηκε την κόπωσή μου, πήρε τον ομάτιον του και έφυγε χωρίς περιττές χαιρετούρες. Σαν απόμεινα μονάχος άρχισα να συλλογιέμαι: ένα και ένα κάνουν δυο.
Το «εδώ» ταυτοποιούνταν χωρικά με το «εκεί» μα όχι χρονικά. Το «εδώ» κινούταν με απειροστή χρονική υστέρηση. Μέσα σε ελάχιστες ώρες οι άνθρωποι «εκεί» γερνούσαν και πέθαιναν. Όμως οι κάτοικοι του «εδώ» ήταν τρόπο τίνοι μεταβλητοί! Καθένας τούς έβλεπε κατά πως νόμισε. Όταν πρωτόδα τον Γιωργάκη μού φαινόταν όπως τον θυμόμουνα, δεκαπέντε χρονών παλικαράκι. Αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν γέροντας, πολύ μεγαλύτερος από εμένα! Εγώ πάλι ήμουν αρτιμελής για όλους, εκτός από τον Γιάνγκο, τον συστρατιώτη, τον μοναδικό άνθρωπο που με είχε δει σε θανάσιμη κατάσταση. Αλλά γιατί εγώ δεν είδα τον Γιάγκο όπως τον θυμόμουν και είδα πρώτα τον γέροντα και έπειτα εκλάμψεις του παλαίου Γιάνγκου;
Αν οι άνθρωποι ήταν μεταβλητοί για τους υπόλοιπους ανθρώπους ποια ήταν η πραγματική εικόνα τους; Πώς ήμουν τελικά, όπως με θυμόταν ο Γιάνγκος ο μοναδικός επιζών της περιπόλου ή όπως με έβλεπαν όλοι οι υπόλοιποι; Πολλές απορίες και ελάχιστες απαντήσεις, ίσως έπρεπε να ρωτήσω κάποιον;
Αφού πείστηκα ότι δεν μπορούσα να βρω απαντήσεις άρχισα να ψαχουλεύω τις επίλοιπες ερωτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, τη δεύτερη παραδοξότητα του «εδώ», τις εξαφανίσεις. Είχαν άραγε σχέση οι εξαφανίσεις με το φαινόμενο της μεταβλητότητας; Δύσκολα. Τουλάχιστον όπως το έβλεπα εκείνη τη στιγμή. Είχα ήδη συσχετίσει τις εξαφανίσεις με τα φαντάσματα του «εκεί». Γιατί όμως, στα καλά του καθουμένου, εξαφανίζονταν οι άνθρωποι και γινόντουσαν φαντάσματα, ήταν με τη δική τους θέληση ή κάποιος τους καλούσε; Και αν κάποιος τους καλούσε, ποιος ήταν αυτός και για ποιο λόγο;
Φυσικά είχα ήδη σκεφτεί την πιθανότητα να πέθαιναν οι αποθαμένοι αλλά πώς γινόταν να ήταν αλήθεια κάτι τέτοιο όταν ζούσαν άτομα όπως ο Ιησούς, ο Ιούδας και ο Πόντιος Πιλάτος. Αυτοί έπρεπε να βρίσκονταν «εδώ» γύρω στα χίλια εννιακόσια χρόνια του «εκεί», ίσως και παραπάνω! Για να μη μιλήσω για τους αρχαίους θεούς που θα πρέπει να ήτανε πολλών χιλιετηρίδων, τουλάχιστο δέκα αιώνες παλαιότεροι του Ιησού. Συνεπώς ήταν αδύνατον να εξαφανίζονταν οι άνθρωποι από το «εδώ» επειδή έληξε ο χρόνος παραμονής τους ή επειδή τους συνέβη κάποιο ατύχημα.
Είχα παρακολουθήσει εξαφανίσεις. Συνεβαίναναν στα καλά του καθουμένου και μάλιστα υπήρξα αυτόπτης μάρτυς περιπτώσεων που ο εξαφανισθής αρχικά αναβόσβηνε σαν κάτι φώτα σε μια ταινία του βωβού κινηματόγραφου που είχα δει με τη γυναίκα μου στο Παλλάς πριν τον πόλεμο. Καημένη Μαρία, σκέφτηκα ασυναίσθητα, ελπίζω να μη θάψεις και τα εγγόνια σου!
Εγκατέλειψα περίλυπος το παγκάκι και κατηφόρισα την Ερμού ποδαράτη. Είχα άφθονο χρόνο να ξοδέψω και σκόπευα να περπατήσω μέχρι το σπίτι μου που βρίσκεται μεταξύ Θησείου και Πετραλώνων κοντά στη γέφυρα του ηλεκτρικού.
Τελικά η Μαρία δεν τα κατάφερε να τους θάψει όλους. Με περίμενε στο σπίτι, αποπροσανατολισμένη, συμπαγής σαν πέτρα, σταφιδιασμένη, σα ξεραμένο σύκο! Με κοίταξε σα να έβλεπε διαόλι. Μπορεί και να ’μουν. Ανέκτησα τον έλεγχο τής κατάστασης και κατάφερα να δω τη Μαρία όπως ήτανε κάποτε, όπως την είχα αφήσει τριάντα χρονών κοπελούδα και τα κατάφερα. Έλπιζα η ψευδαίσθηση, αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση και όχι για διαμόρφωση των άλλων κατά τη βούληση του καθενός, να διαρκέσει, την έσφιξα στη αγκαλιά μου, ένιωσα τα στητά βυζιά της στα στήθη μου και, μισή αμαρτία δική μου, μισή δική σας, μου σηκώθηκε! Σκέφτηκα το λοιπόν, κάτσε πρώτα να κάνουμε τη δουλειά μας και μετά της εξηγώ τι είναι το «εδώ! Έτσι κι έγινε.
Φυσικά μόλις ολοκληρώσαμε την πράξη που δεν ήταν, μα την Παναγία, διόλου σύντομη και ουδόλως δυσάρεστη, επιχείρησα να αποσαφηνίσω για πολλοστή φορά τα καθέκαστα αλλά δεν πρόλαβα γιατί.…δε θυμάμαι γιατί δεν πρόλαβα... Άξαφνα όλα χάθηκαν και δε θυμάμαι πού ήμουν και μετά που ξαναθυμόμουν ξανακοίταγα τη Μαρία που με θωρούσε σκιαγμένη. «Εξαφανίστηκες. Στα καλά του καθουμένου καλέ μου!» είπε.
'Άλλο πάλι και τούτο! Τελικά εξαφανιζόμουν και εγώ, που να πάρει και να σηκώσει. Δε μου άρεσε καθόλου αυτό παρότι δεν πίστευα ότι οι αποθαμένοι ξαναπεθαίνουν. Τι να υπήρχε μετά; Το επέκεινα;
Αν είχα γίνει φάντασμα και τρόμαζα τους ζωντανούς δεν το θυμόμουν καθόλου! Έπειτα ένιωσα τη Μαρία που με χάδευε και μου ξαναήρθαν ορέξεις και η Μαρία δεν έλεγε ποτέ όχι, από τότε που ήμασταν ακόμα ζωντανοί, σε ένα καλό γαμήσι! Πόσοι πέθαναν μέχρι να αποκάμουμε αυτά που κάμαμε ούτε ήθελα να ξέρω…
Την άφησα να αναπαυτεί στο κρεβάτι και πήρα και πάλι τους δρόμους. Τα βήματα μου με οδήγησαν στο γιουσουρούμ και από εκεί κίνησα προς Θησείο να πιω ένα καφεδάκι γλυκύ βραστό όπως μου άρεσε από παλαιόθεν.
Όπως όμως βάδισα σκυφτός και σκεφτικός παρατήρησα ότι η αρχαία αγορά ήταν κάπως διαφορετική από ό,τι τη θυμόμουν. Πολλοί άνθρωποι ήσαν συνωστισμένοι. Κάποιοι ρητόρευαν σα να ήταν τα αρχαία χρόνια που μας δίδασκαν στο εξατάξιο ότι ο Σωκράτης και ο μαθητής του ο Πλάτωνας ρητόρευαν και οι Αθηναίοι συναθροισμένοι στην αγορά τους άκουγαν. Αυτοί και πολλοί άλλοι σοφοί. Μα, δεν αποκλείεται να ζουν και τούτοι «εδώ»!, σκέφτηκα. Ανενδοίαστα, κίνησα προς την αγορά να παρακολουθήσω τους αρχαίους φιλοσόφους.
Πραγματικά, υπήρχαν πολλοί ντυμένοι με χλαμύδες και σανδάλια αλλά και με φουστανέλες και κοστούμια, ακόμα και στρατιώτες, σαν και του λόγου μου, άκουγαν τους ρήτορες. Στάθηκα στη γαλαρία και άκουσα ένα δυο από δαύτους αλλά -μα το Χριστό!-, (εν τη ρύμη του λόγου δηλαδή), δεν κατάλαβα ούτε τι λέγανε ούτε γιατί οι ακροατές άλλοτε άκουγαν έκθαμβοι, άλλοτε γιούχαραν, άλλοτε ποδοκροτούσαν και άλλοτε φωνασκούσαν καλύπτοντας τους ρήτορες.
Ρώτησα ένα γέροντα με ψαρά μαλλιά και αφύσικα πλατύ μέτωπο που παρακολουθούσε σιωπηλός τις λογομαχίες. «Για πες μου γέροντα, τι λένε τούτοι δω οι ρήτορες και για τι πράγμα μιλούνε ρώτησα;»
Ο ψαρομάλλης γέρος με κοίταξε με συμπάθεια. Έστρεψε το ροζιασμένο χέρι του προς τον έναν από τους ομιλητές.
«Αυτός», είπε, «είναι ο Σωκράτης και διδάσκει ότι υπάρχει αντικειμενικός κόσμος, υπάρχει ορθότητα, υπάρχει σωστό και λάθος».
Τον θυμόμουν τον Σωκράτη από το σχολείο! Αυτός που είχε πιει το κώνειο για να μην προδώσει τις ιδέες του. «Και ο άλλος;» ρώτησα.
«Αυτό το ξόανο είναι ο Πρωταγόρας, είναι αναρχικός, δεν πιστεύει σε τίποτα ιερό και όσιο, είναι Θερσίτης, κνώδαλον, βλαμμένος και διαόλι. Τζιζ, κακό! Κατάλαβες;»
«Πώς, κατάλαβα! Ήταν να μη καταλάβω γέροντα. Αλλά για πες μου εσύ που ξέρεις τόσα και μπορεί και να ξέρεις άλλα τόσα! Τι είμαστε τάχα όλοι εμείς «εδώ»; Είμαστε έτσι όπως νομίζουμε πως είμαστε για είμαστε όπως νομίζουνε κάποιοι άλλοι πως είμαστε; Είμαστε όντως μεταβλητοί για οι άλλοι δε βλέπουνε δίχως γυαλιά και πρέπει να τρέξουν στο ΙΚΑ να τους γράψει μια συνταγή ο οφθαλμίατρος;»
«Να μια καλή ερώτηση!» είπε ο γέρο Πλάτωνας. «Εδώ», είμαστε εμείς, αποστασιοποιημένοι ακόμα και από τις δικές μας απόψεις για εμάς, είμαστε καθαρά εμείς χωρίς σε αυτό να υπεισέρχεται η υποκειμενικότητά μας. Έτσι…», γκάζωσε ο γέροντας, «είμαστε αυτό που είμαστε, είμαστε αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε και είμαστε αυτό που πιστεύουν οι άλλοι ότι είμαστε! Όλα αυτά μαζί, το σημαίνον, το σημαινόμενο και το σύμβολο μαζί, Ορφικοί και Ελευσίνιοι!»
«Δηλαδή γέροντα είμαστε όλες οι διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας; Ακόμα και η δική μας εκδοχή δεν είναι παρά μία ακόμα εκδοχή, δεν είμαστε αυτό που νοίωθουμε ότι είμαστε;»
«Μολονότι κωθώνι της μετανεωτερικότητας, αντελήφθης άριστα το συλλογισμό! Εύγε!» είπε ο Πλάτωνας και έστρεψε αλλού την προσοχή του.
«Δάσκαλε!» φώναξα αλλά ο όχλος με έσπρωξε μακριά του.
Δεν ήθελα να συμφυρθώ με άσχετους και παρατρεχάμενους έτσι εντόπισα τον Σωκράτη περικυκλωμένο από θαυμαστές της παλαιάς και της νεότερης εποχής. Αν είχε κατατροπώσει τον Πρωταγόρα δεν το γνώριζα γιατί δεν παρακολούθησα τη συζήτηση, όχι πως αν τη παρακολουθούσα θα καταλάβαινα. Μετά βίας έβγαζα από τα συμφραζόμενα τα νοήματα όσων ήθελε να μου πει ο Πλάτωνας. Στάθηκε αδύνατον να πλησιάσω τον Σωκράτη. Με απώθησαν βίαια και δέχτηκα και μία ξεγυρισμένη σφαλιάρα από κάποιον. Απογοητευμένος σκέφτηκα να συνεχίσω το περίπατο μου όταν εντόπισα τον Πρωταγόρα που είχε λουφάξει πίσω από έναν κύωνα ο οποίος, όλως παραδόξως, στήριζε ένα αέτωμα!.
Ο Πρωταγόρας ήταν ωραίο παλικάρι και νεαρός, περίπου στη ηλικία μου, δηλαδή… τότε που πέθανα… η μέρα με τη νύχτα συγκρινόμενος με τον Σωκράτη που ήταν γέρος, εξαιρετικά άσχημος και η μύτη του συγκρινόταν αβασάνιστα με μελιτζάνα: σε μέγεθος και σε χρώμα!
Πλησίασα το παλικάρι που μπορεί να ήταν νεότερος του Πλάτωνα και του Σωκράτη αλλά είχε ζήσει «εδώ» τουλάχιστον διόμισυ χιλιετίες. Αμφέβαλα αν η σωφροσύνη εξαρτιόταν από τα σαράντα ή πενήντα παραπάνω χρόνια που είχε ζήσει στο «εκεί» ο Σωκράτης. Άγγιξα τον ώμο του φιλικά και εκείνος στράφηκε προς το μέρος μου. Περιεργάστηκε τη στολή μου και μετά χωρίς να προλάβω να πω τίποτα είπε: «Για ποιον πολέμησες και γιατί;»
«Πολέμησα για την πατρίδα μου, τη Ελλάδα!» αποκρίθηκα περήφανος.
«Εύγε», είπε ο Πρωταγόρας, που μπορεί να ήταν υποκειμενιστής ήταν και φιλόπατρις, π’ ανάθεμα τον! «Θαύμασες το λόγο μου λοιπόν;»
Πήρα όσο πιο κακομοίρικο ύφος μπορούσα. «Να με συγχωρά η χάρη σου, τώρα δα ήρθα στα μέρη σας αλλά έχω ακούσει ότι βάζεις κάτω και πέντε Σωκράτηδες και είκοσι Πλάτωνες!»
«Έτσι λένε στα μέρη σου σύντροφε;!», έλαμψε το πρόσωπό του, «Και πού βρίσκονται τα μέρη σου;»
«Να... Πετράλωνα, Θησείο, ολίγον από Ταύρο και Καλλιθέα μέγιστε» είπα.
«Μπα; Δεν τα ξέρω αυτά τα μέρη!... Μα, πες μου, θες να σου επαναλάβω τον λόγο μου μιας και τον έχασες;»
«Θα ήμουν ευγνώμων», είπα, «μα τώρα είμαι κάπως βιαστικός γιατί… έχω ξεχάσει ανοικτό το θερμοσίφωνο και ήθελα κάτι επείγον να σε ρωτήσω…»
«Έχεις μία ερώτηση δυσνόητε φίλε μου! Εμπρός λοιπόν, πες μου, προκάλεσέ με» πρόσταξε.
«Να, παρατήρησα πάνσοφε, ότι εδώ οι άνθρωποι εξαφανίζονται στα καλά καθούμενα, εκεί που είναι εδώ, πουφ, δεν είναι πια! Μπας και ξέρεις γιατί εξαφανίζονται και κατά πού τραβάνε;»
«Αχ, αυτό ήταν! Και εγώ που νόμιζα ότι θα κάνεις καμία σημαντική ερώτηση! Μπας σε καλό σου. Είμαστε «εδώ» αθώε μου άνθρωπε γιατί κάποιος «εκεί» μας σκέπτεται, είμαστε «εδώ» επειδή μας θυμούνται, εξαφανιζόμαστε επειδή μας ξεχνούν, παύουμε να υπάρχουμε χωρίς όμως να χανόμαστε, πάντα είμαστε έτοιμοι να ανακληθούμε, ενωνόμαστε με το σύνολο υπερκεράτουμε την ύλη και γινόμαστε πνεύμα και ενωνόμαστε με όλα τα άλλα πνεύματα και είμαστε παντού και πάντα, είμαστε ο αέρας που αναπνέουν είμαστε η σκέψη η δράση και τα πάθη τους είμαστε τα πάντα!»
«Τι μου λες, πάνσοφε», τον κολάκευσα λίγο ακόμα. «Θες να πεις πως εσύ ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας είστε εδώ επειδή σας θυμούνται ενώ εμείς, οι λαϊκοί άνθρωποι, είμαστε εδώ επειδή μας θυμάται μόνο η οικογένειά μας και όλοι όσοι μας ήξεραν στη ζωή μας «εκεί»;»
«Ορθόν!» είπε.
«Και δε μου λες πάνσοφε, όταν χανόμαστε και είμαστε όλοι μαζί... τα πνεύματα εννοώ, σκεφτόμαστε; Υπάρχουμε; Αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας;»
«Ζαμέ!» είπε ο φιλόσοφος.
Ευτυχώς είχα μάθει πέντε Γαλλικά του λιμανιού και κατάλαβα «Σε ευχαριστώ πάνσοφε», είπα αλλά μέσα σκεφτόμουν ότι την είχα πατήσει. Δηλαδή την είχα πατήσει άσχημα. Πρώτον δεν είχα αποχαιρετίσει τους γονείς μου και δεν ήμουν διόλου σίγουρος ότι είχε απομείνει κανένας πια να τους θυμάται. Δεύτερον, δεύτερον, θεέ μου, πόσος χρόνος μού απέμενε; Μπορεί μεν να με θυμόνταν τα εγγόνια μου αλλά πόσο διάστημα θα συνέβαινε αυτό. Μετά τι θα γινόμουν, ένα με το όλον; Ανεμομαζέματα, διαβολοσκορπίσματα!
Δε μου άρεσε καθόλου η ιδέα της ανυπαρξίας. «Μα πεθαίνουν οι αποθαμένοι;», απορούσα αλλά φαίνεται ότι οι αποθαμένοι όντως πέθαιναν! Μήπως μετά από το «εδώ» και το «εκεί» υπήρχε και τρίτη πραγματικότητα, μία άλλη ζωή σε ένα άλλο μέρος όπου δεν είχε βρεθεί κανείς για να επιβεβαιώσει ή και να περιγράψει. Μήπως υπήρχε ζωή μετά τη ζωή του θανάτου; Κι αν όχι, τι θα συνέβαινε στον δύσμοιρο Ηλία. Σε εμένα!
Άξαφνα το περιβάλλον άλλαξε σα σκηνικό θεάτρου και ήμουν στα πατρογονικά μου, στη Νάξο. Το γνώριμο χωριό, με τις εκατοντάδες σκάλες. Μετά κάποιος με συλλογίστηκε σε ένα διπλανό χωριό και εκεί ήταν και ένας άλλος, ξερακιανός άντρας, ένας μαυριδερός και κοτσονάτος βρακάς! Καθόταν στη ξερολιθιά και έστριβε τη μουστάκα του. Κάτι μου θύμιζε το μούτρο του.
«Ποιος είσαι και πούθε έρχεσαι φίλε;» τον ρώτησα.
«Με λένε Χατζηγεωργάκη», είπε αυτός, «από την Κρήτη έρχομαι και πιο παλιά τη Σμύρνη».
Αποδείχτηκε ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ο προπάτορας, ο πρώ τος Νάξιος της οικογένειάς μου! Εκείνος που είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος της ύπαρξης του στο επέκεινα έπρεπε να ξέρει.
«Μα, πώς είναι στο πουθενά;» τον ρώτησα.
«Δε θυμάμαι τίποτα παλικάρι μου» είπε, εντείνοντας τις ανησυχίες μου.
Έπειτα προστέθηκαν κι άλλοι στη συντροφιά μας. Πρόγονοί μου κι αυτοί, το δίχως άλλο!
«Κάποιος μελετάει το πατρογραμμικό γενεαλογικό μας δέντρο!» είπα.
«Ίντα ’ναι ευτό;» ρώτησε ένας αλλά πριν προφτάσω να απαντήσω βρέθηκα αίφνης στην Αθήνα.
Εκεί με περίμεναν νέες εκπλήξεις, η αγαπημένη μου κόρη, η Βάσω και εγγόνια, ακόμα και δισεγγόνα είχαν υποστεί τη μετάβαση. Ήταν «εδώ», όντες, οιονεί απόντες.
Ποιοι απέμεναν; Ένας γιος, εγγόνια, δισέγγονα; Πόσος χρόνος μου απέμενε; Η λήθη ήταν κοντά. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να επικοινωνήσω με τους συγγενείς μου να τους εξορκίσω να μη με ξεχάσουνε, να τους πείσω να με θυμούνται αλλά πώς;
Αποφάσισα να συμβουλευτώ έναν παλαιότερο.
Ο Ιησούς απόρησε. «Και γιατί να θέλεις να μείνεις για πάντα «εδώ», γνωρίζεις πόσο βαρετά είναι;»
«Το λες εσύ, του ανταπάντησα, που θα υπάρχεις για πάντα «εδώ»».
«Έχεις δίκιο, μπορεί να είναι διαφορετικά για σένα» παραδέχτηκε. «Το σημαντικότερο είναι να μεταφέρεις αυτό που θα γράψεις στο «εκεί» και εκείνοι να παραδεχτούν ότι το κείμενο γράφτηκε «εδώ». Αν γίνει αυτό, αν οι άνθρωποι συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχει το «εδώ» θα σε θυμούνται εσαεί! Εσύ θα είσαι που θα τους καλωσορίζεις και όχι εγώ, πιθανά θα σχηματιστεί μία νέα θρησκεία τής οποίας θα γίνεις ο προφήτης». Γέλασε... «Ή μπορεί και να γίνεις θεάνθρωπος!»
Δε μου φαινόταν καθόλου αστεία όλα αυτά. «Και δε μου λες βρε Ιησού, πώς θα περάσω την ιστορία μου από το «εδώ» στο «εκεί»;»
«Αυτό, φίλε Ιλάι, προϋποθέτει Μεταμαθηματική υπέρβαση και δεν έχει γίνει ποτέ! Εξ’ όσων γνωρίζω δηλαδή. Εξ’ ου και η δυσκολία του εγχειρήματος».
«Δώρον άδωρον» μουρμούρισα και απομακρύνθηκα κακοδιάθετος.
«Καλή σου τύχη Ιλάι» είπε ο Ιησούς.
Εκείνο που χρειαζόμουν ήταν διαβολεμένη τύχη, όχι απλώς τύχη. Μεταμαθηματικά! Δεν τα θυμόμουν από το εξατάξιο! Δεν ήξερα πώς να αρχίσω και έτσι άρχισα να ρωτάω τους περαστικούς μπας και ήξεραν κάναν τύπο να ασχολείται με τα Μεταμαθηματικά.
Προσέκρουσα σε διάφορες αρνήσεις, ανοησίες και υπεκφυγές ώσπου έπεσα πάνω σε έναν ύποπτο υποκείμενο που τον έλεγαν Πλήνειο.
«Ξέρω», είπε, «ένα ξαδελφάκι μου που ασχολείται με τα μαθηματικά του «εδώ»! Τον λένε Ζόχα».
«Ζάχο;» προσπάθησα να διευκρινίσω το όνομα.
«Όχι, Ζόχα γιατί ζοχαδιάζεται πολύ εύκολα. Γι’ αυτό», με έδειξε με το δάχτυλό του, «πρόσεχε μην τον ζοχαδιάσεις!»
Αφού μου εξήγησε ότι ο Ζόχας έμενε στο Κεραμικό πήρα βιαστικά τους δρόμους και μετά από αρκετές θεαματικές εικόνες και πολλαπλές εξαφανίσεις μπροστά στα μάτια μου έφτασα έξω από το σπίτι του διαβόητου Ζόχα ο οποίος κατοικοέδρευε σε μία παλιά μονοκατοικία και εκείνη τη στιγμή πότιζε τις γλάστρες του. Μόλις με αντιλήφθηκε ξύνισε τα μούτρα του.
Του εξήγησα με λίγα λόγια τι ζητούσα, δεν του είπα βέβαια για ποιο λόγο ήθελα να «περάσω» ένα κείμενό μου από το «εδώ» στο «εκεί». Ήμουν πολύ επιφυλακτικός ως προς αυτό και ο Ζόχας δε με ρώτησε γιατί ήθελα να επιτύχω κάτι τέτοιο. Αρκέστηκε στα μαθηματικά.
«Αχά!», ξεφώνησε αλλάζοντας στάση, «Να ένα ενδιαφέρον ζήτημα!»
«Δε θέλω να περιαυτολογήσω αλλά ήρθες στον κατάλληλο άνθρωπο. Άκου λοιπόν.
»Ο Χρόνος «εκεί» σε σχέση με το χρόνο «εδώ» κινείται σαφώς ταχύτερα. Ο χρόνος «εδώ» όμως δεν κινείται σταθερά ούτε με την ίδια ταχύτητα. Συνεπώς ο χρόνος «εδώ» είναι σχετικός. Μάλιστα, σε κοινωνίες ανιμιστών ο χρόνος του «εδώ» και του «εκεί» συμπίπτει γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι πρόγονοι να φροντίζουν τους ζωντανούς. Καταλαβαίνεις;»
«Δεν καταλαβαίνω γρι Πάνσοφε!» παραδέχτηκα.
«Μάλιστα! Κνώδαλον!» είπε διφορούμενα. «Τέλος πάντων ανιμισμός είναι η λατρεία των ψυχών των προγόνων είναι ένα θρησκευτικό σύστημα βρε παιδί μου όπως εμείς είμαστε δωδεκαθειστές εσείς Χριστιανοί-τι-διάολο-είστε(;), αυτοί είναι ανιμιστές. Κατάλαβες;»
Έγνεψα πως καταλαβαίνω μπας και ακούσω και κάτι κατανοητό.
«Εντάξει», είπε κάπως ανακουφισμένος, «Πρόσεξε τώρα! Για να μεταφέρεις κάτι από μία χρονική συνέχεια σε μία άλλη δε διαφέρει σχεδόν καθόλου από το να μεταφέρεις κάτι από έναν τόπο σε έναν άλλο τόπο. μη βλέπεις που φαινομενικά βρισκόμαστε στον ίδιο τόπο με εκείνους. Απέχουμε χωρικά. Η χρονική υστέρηση ισούται με χωρική διαφοροποίηση. Το ερώτημα που εγκύπτει είναι ποια είναι η απόσταση ανάμεσα στο «εδώ» και το «εκεί» και πώς γίνεται να διανυθεί; Σωστά;»
«Σωστά…» είπα μουδιασμένα.
«Ωραία, δε φαντάζομαι να έχεις υπόψη σου τη μαθηματική θεωρία του Αριστόβουλου;... Ξαδελφάκι μου!» επεσήμανε.
«Όχι», επιβεβαίωσα τις αρχικές του εκτιμήσεις.
«Λοιπόν σύμφωνα με τον Αριστόβουλο στο «εκεί» αν Α=Β και Β=Γ τότε Α=Γ.
Στο «εδώ» όμως, αν Α=Β και Β=Γ τότε Α είναι διάφορο του Γ … μάλλον…».
«Μάλιστα!», είπα για να τον ενθαρρύνω.
«Ωραία, συνεπώς είναι απίθανο να προβλέψουμε πώς μπορείς να μετακινήσεις κάτι ή να μετακινηθείς εσύ ο ίδιος από το σημείο Α στο σημείο Γ διότι μόλις το επιχειρήσουμε η θέση μας αλλάζει!
«Δηλαδή;», ρώτησα τρομαγμένος.
«Δηλαδή δεν μπορείς να μεταφέρεις τίποτα από το «εδώ» στο «εκεί»!»
«Μνησθητί μου κύριε όταν έλθεις εκ της βασιλείας σου, είπα ασυναίσθητα. Και αυτό Χριστιανέ μου έκανες τόσην ώρα με τις μπερδεψοδουλειές σου να μου πεις;»
«Πρώτον», είπε ο Αριστόβουλος, «δεν είμαι Χριστιανός, είμαι εθνικός, δεύτερον αυτό που σου είπα ήταν πολύ σημαντικό αλλά είναι σαφές ότι εσύ είσαι κωθώνι και εγώ πάω να ποτίσω τις γλάστρες μου που έχουν πολύ μεγαλύτερη διανοητική ικανότητα και ευστροφία από εσένα».
«Το αυτό επιθυμώ και διά εσέ», αποκρίθηκα.
Κάθισα σε ένα παγκάκι που είχε ξεφυτρώσει ξαφνικά και προσπάθησα να συλλογιστώ όσα μου είπε ο αφιλότιμος μαθηματικός της συφοράς. Δεν έβγαζα άκρη. Καταλάβαινα ότι το «εκεί» ήταν σταθερό… Όχι! Σταθερά μεταβαλλόμενο. Αλλά το «εδώ» ήταν μεταβλητά μεταβαλλόμενο! Γιατί όμως δεν μπορούσαμε να στείλουμε ένα μήνυμα «εκεί» αφού ήταν γνωστή η οιονεί πορεία του; Και τότε μου ήρθε. Θυμήθηκα την μπαλαρίνα τού Λούνα-Παρκ και τις απότομες κινήσεις που έκανε τραντάζοντας εμένα και τη μαρία. Αν ήθελα να πυροβολήσω έναν άνθρωπο από τη μπαλαρίνα δε θα τον πετύχαινα ακόμα και αν ήμουν ο καλύτερος σκοπευτής του κόσμου γιατί ενώ θα είχα σημαδεύσει από μία θέση σωστά, τη στιγμή που θα πυροβολούσα θα βρισκόμουν σε άλλη θέση. Είχε δίκιο. Το μήνυμά μου δε θα έφτανε ποτέ «εκεί» γιατί το «εκεί» θα είχε μετακινηθεί σε σχέση με το «εδώ» και δεν υπήρχε ούτε πρόβλεψη ούτε ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο θα μετακινούνταν.
Έκλεισα το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου.
Σε αυτή τη στάση με βρήκε ο Πρωταγόρας. «Τι συμβαίνει; Γιατί μηρυκάζεις φίλε μου;»
«Πάνσοφε», βαυκάλισα τα αφτιά του, «πες μου σε παρακαλώ, πώς θα μπορούσα να στείλω ένα μήνυμα στο «εκεί» ώστε οι άνθρωποι να μη με ξεχάσουν ώστε να μην εξαφανιστώ από το «εδώ» για το μη-τόπο, τη χώρα τού πότε-ποτέ;»
Με έπιασε τρυφερά από τον ώμο. «Καλέ μου φίλε», είπε ο Πρωταγόρας, «φαντάσου αν ήσουν εσύ «εκεί» και κάποιος σου έλεγε ότι υπάρχει το «εδώ», ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν τις ζωές τους άλλυδις, σε άλλους τόπους, ότι συνεχίζουμε να ζούμε μέσα στις σκέψεις των άλλων και μόλις λησμονηθούμε εξαφανιζόμαστε, πες μου λοιπόν, τι θα έλεγες αν κάποιος σου εξιστορούσε μια τόσο ευφάνταστη ιστορία;»
«Θα έλεγα ότι είναι ντιπ για ντιπ μουρλός, Πάνσοφε! Αλλά τι μπορώ να κάνω;»
«Σημασία δεν έχει τι....» πήγε να πει ο Πρωταγόρας αλλά δεν άκουσα τη συνέχεια της φράσης.
Εξαφανίστηκα! Μετά υπήρχε κενό και μετά ήμουν σπίτι. Με περίμενε ο Κώστας, ο τρίτος μου γιος, άρτι αφιχθείς από το «εκεί». Θυμήθηκα ότι τα εγγόνια μου, τα παιδιά του Βασίλη, της Χρυσούλας και του Κώστα δε με γνώρισαν ποτέ. Πέθανα, όχι μετέβηκα προτού γεννηθούν. Πώς διάολο θα με ανακαλούσαν σαν ανάμνηση; Το τέταρτο παιδί μου, η Χρυσούλα ήταν το αποκούμπι μου, η μοναδική αιτία ύπαρξής μου στο «εδώ». Άξαφνα ο χρόνος άρχισε να κυλά γρηγορότερα. Δεν είχα καθόλου καιρό στη διάθεση μου για να πραγματοποιήσω τα σχέδια μου. Ό,τι και αν υπονοούσε ο Πρωταγόρας ο διαθέσιμος χρόνος εξέλιπε. Έπρεπε, κατεπειγόντως, να βρω έναν τρόπο να μεταφέρω το μήνυμά μου «εκεί». Βγήκα από το σπίτι και άρχισα να τρέχω δεξιά-αριστερά να ρωτώ άσχετες ερωτήσεις τον κόσμο στην αγορά και βέβαια σε ανόητες ερωτήσεις αντιστοιχούν βλακώδεις απαντήσεις.
Έχοντας φτάσει στα όρια της απόγνωσης παρατήρησα έναν τύπο που με είχε πάρει στο κατόπι! Έφερνε σε ζωγραφιές του Οδυσσέα Ανδρούτσου που θυμόμουνα απ’ το δημοτικό. Αλλά δε φορούσε φουστανέλα! Δε συστήθηκε. Με πλησίασε αποφασιστικά και με γράπωσε από τον ώμο. Μαύροι κύκλοι σκίαζαν τα μάτια του και η πρώτη σκέψη μου ήταν πως ήταν ρεμπέτης αλλά τούτος εδώ είχε μακριά, ατημέλητα μαλλιά και μουστάκα σα ρωμιός κλέφτης της Τουρκοκρατίας!
«Έμαθα.ότι θες να στείλεις ένα πακέτο στο «εκεί»» είπε.
«Όχι πακέτο καλέ, ένα γραπτό μου θέλω να στείλω!»
Με έπιασε σφιχτά από τον ώμο και με ύφος τρελού είπε «Εγώ! Είμαι ο άνθρωπός σου! Μπορεί να μπορώ… μπορεί και να μη μπορώ… αλλά αν μπορεί κάποιος… τότε εγώ μπορώ!»
«Θα πιάσει καμία μπόρα παλικάρι μου» είπα.
Γέλασε. «Καλό, μάστορα. Αλλά κοίτα, ξέρεις τι είναι το διαδίκτυο».
«Δεν ξέρω παλικάρι μου», παραδέχτηκα, «είναι κάτι για ψάρεμα;»
«Ψάρεμα!» είπε διατηρώντας το ύφος τρελού. «Καλό!» (αλλά δε γέλασε αυτή τη φορά) «Όχι! Όχι ψάρεμα, διαδίκτυο είναι ένας τόπος έξω από το «εδώ» και το «εκεί», ένας τόπος που περιέχει πληροφορίες».
«Και πώς με εξυπηρετεί αυτό γιόκα μου;»
Κοίτα, Μπάρμπα… ελπίζω όχι Βάνα Μπάρμπα (με κοίταξε)… όχι, όχι Βάνα μπάρμπα, σκέτο μπάρμπα…
Ούτε ήξερε τι έλεγε ετούτος!
«Λοιπόν Μπάρμπα», συνέχισε ακάθεκτος, «μπορούμε να ρίξουμε το γραπτό σου στο διαδίκτυο και να ελπίσουμε ότι…. Όχι όχι όχι, είναι σα να ρίχνουμε μία πέτρα στον ωκεανό τυχαία και να περιμένουμε να προσγειωθεί στον Τιτανικό!»
«Μη σώσει και προσγειωθεί πάνω στον Τιτανικό!» ξόρκισα το κακό.
Γέλασε. «Τελικά Μπάρμπα έχεις φάση!»
Αυτή τη λέξη κάπου την είχα ξανακούσει αλλά για κάποιον άλλο λόγο. Δεν έβγαζα νόημα από όσα έλεγε αλλά δεν είχα και τι άλλο να κάνω.
«Επειδή σε συμπαθώ και επειδή διαβλέπω ότι είσαι κωθώνι…
Εντάξει, εδώ ησύχασα κάπως, είχε αρχίσει να ακούγεται κάπως πιο λογικός, δεν ήξερα τι σήμαινε αλλά όσοι μου είχαν δώσει σωστές πληροφορίες κωθώνι με ανέβαζαν κωθώνι με κατέβαζαν. Ήμασταν σε σωστό δρόμο.
»θα σου εξηγήσω αναλυτικά. Τήρα! Το διαδίκτυο είναι σαν τον πλανήτη Γη με τη διαφορά ότι μόνο ελάχιστο μέρος του είναι στεριά, σχεδόν το σύνολο του είναι ωκεανός. Στις στεριές, που είναι σα νησιά και συνδέονται αναμεταξύ τους με αεροπλάνα και βαπόρια, υπάρχουν πληροφορίες που είναι γραπτά σαν και αυτό που θέλεις να βάλεις ή άλλα γραπτά ή φωτογραφίες ή βίντεο ή μουσική κ.λπ.»
«Κατάλαβα!» είπα, «είναι σαν το Λούνα Παρκ».
«Μπράβο»
«Έχει και γυναίκες με γένια;» ρώτησα
«Standard!»
«Έχει και αρκούδες που χορεύουν;»
«Απ’ όλα! Εμείς όμως και επειδή το διαδίκτυο διακινείται, δηλαδή χειραγωγείται από το «εκεί» και το περιεχόμενο του αλλάζει διαρκώς σε μορφή και μέγεθος δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα συμβεί όταν στείλουμε το γραπτό σου. Δηλαδή αν τώρα στοχεύσουμε ένα «νησί» μία τοποθεσία στο διαδίκτυο για να ρίξουμε την πέτρα, το κείμενό σου, αυτή η πέτρα δε θα φτάσει εκεί που πρέπει γιατί μέχρι να προσγειωθεί στον προορισμό της το διαδίκτυο θα έχει μεταβληθεί, και μπορεί, το πιθανότερο δηλαδή, η πέτρα μας να πέσει στο νερό, δηλαδή στο κενό. Με λίγα λόγια, μπορούμε να κάνουμε μία προσπάθεια αλλά δε γνωρίζουμε αν και πότε θα έχει αποτέλεσμα ούτε καν αν θα έχει, μολονότι το πιθανότερο είναι να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Με προσέχεις;»
……
»Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η πέτρα σου πέφτει σε στεριά, πράγμα που όπως σου είπα έχει απειροελάχιστες πιθανότητες, ακόμα και τότε δεν μπορούμε να ξέρουμε σε ποια ιστοσελίδα θα αναρτηθεί με τι αναγνωσιμότητα. Πρέπει να έχεις τύχη βουνό για να φτάσει η πέτρα μας στον προορισμό της!» κατέληξε. «Κατάλαβες ή θέλεις να ρωτήσεις κάτι;» με ρώτησε πολύ σοβαρά.
Επωφελούμενος από τη σοβαρότητά του, επιτέλους αποφάσισα να σοβαρευτώ κι εγώ. «Κοίτα, παλικάρι μου, εγώ να ξέρεις, είμαι από νησί! Από τη Νάξο αν την έχεις ακουστά!»
Σε αυτό το σημείο και χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος ο συνομιλητής μου ξέσπασε σε δυνατά γέλια έπεσε στο πάτωμα κρατώντας την κοιλιά του.
Αποφάσισα ότι είχα ελάχιστο χρόνο για να τον σπαταλώ σε συζητήσεις με σύγχρονους τρελούς και μάλιστα πεθαμένους και έκανα να φύγω.
«Περίμενε, περίμενε Μπάρμπα», είπε και έτρεξε προς το μέρος μου. «Μπορούμε να δοκιμάσουμε να αναρτήσουμε το κείμενό σου στο δίκτυο αλλά δε σου υπόσχομαι ότι θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς σου. Σύμφωνοι;»
«Πόσο πιθανό είναι;» ρώτησα. «Όσο να κερδίσουν τον πόλεμο οι σύμμαχοι;»
«Μα, τον πόλεμο τον κέρδισαν οι σύμμαχοι!» είπε.
Δεν τον πίστευα. Αλλά γιατί,. Τι συφέρο είχε να μου πει ψέματα. Βέβαια εμείς τότε δεν πιστεύαμε με τίποτα ότι θα μπορούσε να χάσει ο Άξονας. Θα μου πεις γιατί πολεμήσαμε; Πολεμήσαμε γιατί έπρεπε να πολεμήσουμε. Καμιά φορά πρέπει να πολεμάς ακόμα και αν ξέρεις ότι θα χάσεις.
«Εντάξει», είπα, «ας το κάνουμε. Δε χάνουμε τίποτε, έτσι δεν είναι;»
«Έχεις δίκιο, δε χάνουμε τίποτε και αυτό πρέπει να γίνει προτού εξαφανιστείς εγώ ή εσύ, σωστά;»
«Θα εξαφανιστείς και εσύ;» τον συμπόνεσα.
«Ίσως» είπε αινιγματικά.
Αμφέβαλα αν θα εξαφανιζόταν, ήταν πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και έτοιμος να κάνει πειραματισμούς βοηθώντας εμένα. Αν πίστευε ότι θα εξαφανιζόταν ίσως και να φρόντιζε πρώτα το τομάρι του. Με ρώτησε αν είχα έτοιμο το κείμενο και εγώ φυσικά δεν είχα ετοιμάσει ούτε την επικεφαλίδα και έτσι στρωθήκαμε στη δουλειά, αυτός έγραφε πάνω σε ένα παραλληλόγραμμο, κοπανώντας με τα δάχτυλα κάτι τετραγωνάκια και εγώ υπαγόρευα αυτά που διαβάζετε τώρα αλλά δεν είχα αλλάξει δύο παραγράφους όταν εξαφανίστηκα.
Την επόμενη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν στο σπίτι μου. Δεν κοντοστάθηκα στιγμή!
Ευτυχώς με περίμενε στην αγορά. Συνέχισα την υπαγόρευση και εκείνος τη δαχτυλογράφηση (μου εξήγησε ότι χρησιμοποιούσε κάποιου είδους γραφομηχανή για να μεταφέρει το κείμενό μου) και μετά εξαφανίστηκα πάλι και όταν επέστρεψα εκείνος είχε φύγει ή μπορεί και να είχε χαθεί για πάντα. Η άμμος της κλεψύδρας μου είχε σωθεί. Έβαλα τα κλάματα.
…………….
TheJemmHadar
«Μπάρμπα, δεν ξέρω αν η προσπάθειά μας θα αποδώσει καρπούς, δεν ξέρω καν αν το κείμενό σου θα αναρτήθει τελικά σε κάποια ιστοσελίδα. Ο χρόνος μου είναι λιγοστός: δεν έχω παιδιά, δεν είμαι διάσημος, δεν έχω τίποτα και κανέναν «εκεί». Ίσως συναντηθούμε στο επέκεινα, στην χώρα του πότε-ποτέ, ίσως πάλι δε συναντηθούμε ποτέ, ίσως το επέκεινα να είναι απλά το τέλος. Όπως και να ’χει προλαβαίνω να πατήσω το κουμπί».
…Enter
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
Κυριακή, Μαρτίου 21, 2010
Χρήστος Σιδερής - Άλλυδις (Διογένης ο Κύων)
0 σχόλια Καταχωρήθηκε από τον/την Count_Zero στις 4:48 μ.μ.ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ
Το 1940 και κατά την διάρκεια του 2 ΠΠ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης, ένας ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, εκ Βοτανικού Αθηνών, πεθαίνει όταν μία χειροβομβίδα σκάει στο πρόσωπό του. Επανανακτώντας την συνειδητότητά του, έκπληκτος, διακριβώνει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο (άλλυδις)ο οποίος μοιάζει καταπληκτικά με τον κόσμο που ζούσε πριν το πόλεμο με τη διαφορά ότι σε αυτόν τον κόσμο ζούσαν οι νεκροί.
Οι πλειονότητα των εν λόγω αποθανώντων, τα ζόμπις τρόπο τίνι, ήταν διάσημοι και αποκαλούσαν αυτόν το μετά-κόσμο "εδώ" ενώ αναφέρονται στον κόσμο από τον οποίο προέρχονταν ως "εκεί". Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης παρατηρεί ότι στο "εδώ" οι θανώντες συχνά εξαφανίζονταν και συνομιλώντας με ειδήμονες και μη ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι του "εδώ" υπήρχαν γιατί κάποιος τους σκεφτόταν στο "εκεί". Συνειδητοποιεί ότι όταν πεθάνουν τα παιδιά του και ίσως τα εγγόνια του δεν θα υπάρχει κανείς να τον θυμάται και έτσι θα περάσει στην ανυπαρξία ή αλλιώς στο επέκεινα όπως αποκαλούσαν την μετά-μετά-κατάσταση οι κάτοικοι του "εδώ". Για να αποφύγει αυτή την τραγική κατάληξη, ο Ηλίας προσπαθεί να βρει τρόπο να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί" έτσι κάποιοι να τον θυμούνται και να συνεχίσει υπάρχει, ένα πράγμα σαν το άσμα του Καζαντζίδη (Υπάρχεειιιιςς, και όσο υπάρχεις θα υπάρχω!).
Επεισόδιο 2
Η αγορά ή, πιό ορθά, το τμήμα της αρχαίας αγοράς που τώρα ήταν διάσπαρτο από μάρμαρα αποτελούσε μόνιμο πόλο έλξης για μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, συνήθως νεοφερμένους αλλά και παλαιότερους κατοίκους του "εδώ" που επιθυμούσαν να ακροαστούν τους αρχαίους φιλοσόφους. Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ένιωθε ότι ελκόταν από την αγορά,όχι μόνο ένεκα της ανάγκης του να ανακαλύψει κάποιον που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο να στείλει να μήνυμά του στο "εκεί".
Βάδιζε σκυφτός παρλαλληλα της σιδηροκατασκευής που προστάτευε περιμετρικά την αγορά μασουλώντας ένα σουβλάκι που είχε προμηθευτεί από ένα ταχυφαγείο. Το σουβλάκι ήταν κομμάτια κρέας τυλιγμένα σε λιγδιασμένη πίτα με τζατζίκι, ντομάτα και κρομύδια και δεν θυμόταν να είχε ξαναγευτεί κάτι τέτοιο. Πάντως το έβρισκε νόστιμο και καταβρόχθιζε με βουλιμία. Έφτασε στην κύρια είσοδο και αφού έριξε μια ματιά στο συνωστισμένο πλήθος κίνησε προς το μέρος τους. Κι ενώ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κοίταζε με λάγνο βλέμμα το μισοφαγωμένο σουβλάκι και ένα ρυάκι τζατζικιού άρχισε να κυλά από την άκρη του στόματός του, μια ομάδα καραφλών κρετίνων με τιράντες αποσπάστηκε από το πλήθος, τον περικύκλωσε και φωνασκώντας "κύνας, κύνας" άρχισαν να τον ραβδοκοπούν. Το σουβλάκι του έφυγε από το χέρι. Καίτοι κινήθηκε ενστικτωδώς να το ανακτήσει πολύ σύντομα εξαναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τα άνω άκρα για να καλύψει το πρόσωπό του για να προστατευτεί από τους ραβδισμούς και έπεσε κατάχαμα δίπλα σε ένα μεγάλο πιθάρι. Με την άκρη του ματιού του είδε έναν λερό γέροντα με αεικίνητα μάτια να ξεπροβάλει από το πιθάρι. Ο γέροντας κοίταξε τον Ηλία αμφίθυμα και έπειτα έστρεψε τη ματιά του στους επιτιθέμενους που κοντοστάθηκαν.
"ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!"
"Τι;" ρώτησε
"ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!" επανέλαβε και βλέποντας ότι ο Ηλίας απομείνει ενεός ξετρύπωσε από το πιθάρι με ασυνήθιστη ενεργητικότητα, σήκωσε το χιτώνιό του και άρχισε να τρέχει πίσω από τους μελανοχιτώνες κατουρώντας τους!
Οι επιτιθέμενοι σκόρπισαν τρομαγμένοι και ο λιπόσαρκος γέροντας επέστρεψε δίπλα του φανερά ικανοποιημένος.
"ΚΥΩΝ ΚΥΝΑΝ ΠΡΟΜΑΧΕΙ", είπε και κάθισε ανακούρκουδα.
"Ευχαριστώ γέροντα" είπε ο Ηλίας αλλά ο σωτήρας του δεν απάντησε.
Τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του, είχε σφαλίσει τα μάτια. Δεν του έδινε καμία σημασία. Κοίταξε το πιθάρι που ήταν τεράστιο και αδειανό. Χωρίς να μπει στον κόπο να τον κοιτάξει είπε:
"ΜΕΙΡΑΚΕΙΟΝ, ΒΛΕΠΕ ΜΗ ΕΜΠΕΣΗΣ"
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν ήξερε τι σήμαινε "ΜΕΙΡΑΚΙΟΝ" αλλά κατάλαβε από τα συφραζόμενα ότι ο γέροντας τον προειδοποιούσε να μην πέσει μέσα στο πιθάρι.
Πώς μπορούσε να πέσει στο πιθάρι; Κατά πως έβλεπε το πιθάρι ήταν μεν μεγάλο αλλά δεν μπορούσε κανείς να πέσει μέσα!
Αλλά τι έκανε ο γέροντας στο πιθάρι;
"ΤΟΥΣ ΜΕΝ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΣΑΙΝΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΥΛΑΚΤΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΠΟΝΗΡΟΥΣ ΔΑΚΝΩΝ" είπε ο γέροντας
"Να με συγχωρεί η χάρη σου γέροντα μα δεν καταλαβαίνω τίποτα!" παραδέχτηκε ο Ηλίας.
"ΚΝΩΔΑΛΟΝ;"
"Κνώδαλον!" επανέλαβε ευχαριστημένος και άπλωσε το χέρι του αποφασισμένος ότι αυτό θα ήταν το όνομα του στο "εδώ". Δεν ήξερε τι σήμαινε κνώδαλον αλλά όποιον είχε συναπαντήσει τον αποκαλούσε έτσι.
ΤΑΣ ΧΕΙΡΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΕΚΤΕΙΝΕΙΝ ΜΗ ΣΥΓΚΕΚΑΜΜΕΝΟΙΣ ΤΟΙΣ ΔΑΚΤΥΛΟΙΣ" είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του με ανοικτά τα δάχτυλα και αδράχνωντας τον ώμο του Ηλία. Το χέρι του Ηλία έμεινε μετέωρο σε θέση χειραψίας, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι και η χειραψία ήταν ένα σχετικά πρόσφατο πολιτισμικό ιδίωμα.
Καίτοι κνώδαλον, κατά γενική ομολογία, ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε ήδη καταλάβει ότι ο γέροντας ομιλούσε κάποια διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής και πιθανά ήταν ένας από τους φιλοσόφους που τους μάθαιναν στο σχολείο. Και κάτι του θύμιζε το πιθάρι του αλλά δεν μπορούσε να το συγκεκριμενοποιήσει.
Μάζεψε το χέρι του από την θέση χειραψίας, και έδειξε με το δάκτυλο τον σαρκίο του ηλπίζοντας ότι ο ουνιβερσαλικός τρόπος επικοινωνίας θα έκανε δουλειά.
"Ηλίας" είπε.
"ΔΙΟΓΕΝΗΣ ο ΚΥΩΝ" είπε ο γέροντας.
Διογένης ο Κύων! Βέβαια! Τον θυμήθηκε! Ο Διογένης ο κυνικός έμενε σε ένα πιθάρι στην Αθήνα, ήταν αυτός για τον οποίο έλεγαν ότι είχε ανάψει ένα φανάρι ενώ ο ήλιος σκόρπιζε το φώς του και όταν το είχαν ρωτήσει γιατί το έκανε είχε απαντήσει ότι έψαχνε για ανθρώπους. Επίσης θυμόταν άλλο ένα περιστατικό με τον Αλέξανδρο που είχε σταθεί μπροστά του στο πιθάρι και τον είχε ρωτήσει τι ήθελε να του δώσει και ο Διογένης του είχε ζητήσει να απομακρυνθεί γιατί του έκρυβε τον ήλιο. Αυτά ήταν όλα κι όλα που θυμόταν γι αυτόν τον παράξενο άνθρωπο!
Αλλά μπορούσε ο Διογένης να συνδράμει στην προσπάθεια του να περάσει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Τον κοίταξε με ελπίδα αλλά δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη.
"ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΡΑΝΙΖΕ ΑΠΟ ΔΕ ΕΚΤΟΡΟΣ ΙΣΧΕΟ ΧΕΙΡΑΣ" είπε ο Διογένης χωρίς να ανοίξει τα μάτια
Παρότι τα μικρά φαιά κύτταρα του Ηλία Χατζηγεωργάκη δούλευαν υπερωρίες δεν κατάλαβε τίποτα! Τι δουλειά είχε ο Έκτωρας; Μήπως παρομοίαζε τον εαυτό του με τον νεκρό Έκτωρα; Μήπως τον προειδοποιούσε να μην ζητήσει τίποτα από εκείνον; Ίσως.
"Δύνασαι ίνα ρητορεύσεις εις την νέαν ελληνικήν δάσκαλε" είπε, "ίνα... δεν καταλαβαίνω τίποτα" έκανε μία προσπάθεια να μιλήσει σε όσο πιο αρχαία διάλεκτο μπορούσε.
Αυτή τη φορά άνοιξε τα μάτια του, τον κοίταξε, έδειξε τα δόντια του και μετά άρχισε να περπατάει με τα τέσσερα και να.... γαβγίζει... μάλλον χαρωπά! Ο Ηλίας ήταν απόλυτα βέβαιος ότι αν διέθετε ουρά θα την κουνούσε! Ηταν φανερό ότι τον διασκέδαζε αφάνταστα ο νεαρός ελαιοχρωματιστής!
Αυτή η παράξενη συμπεριφορά σύντομα προκάλεσε το ενδιαφέρον του Πλάτωνα, του Πρωταγόρα και έτερων φιλοσόφων, περίεργων και περαστικών.
Ο Διογένης βλέποντας τους φιλοσόφους να κινούνται προς την μεριά του απέδειξε ότι όσοι έλεγαν ότι φορούσε μόνο έναν χιτώνα έσφαλαν. Φόρεσε το πιο περιφρονητικό ύφος που είχε στην γκαρνταρόμπα του!
Ο Πρωταγόρας κοίταξε έυθυμα τον νεαρό νεοέλληνα αλλά δεν είπε τίποτε. Ο Πλάτωνας έδειξε τον Ηλία. «ΙΔΟΥ», είπε, «ΦΥΣΙ ΚΑΙ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥΣ ΤΡΕΦΕΙ!»
Σιγά να μην άφηνε εκείνη την μύγα στο σπαθί του. «ΟΡΩΝ ΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΣΥΝΕΤΟΤΑΤΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΝΟΜΙΖΕΙΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ» είπε ο Διογένης και έφτυσε τον Πλάτωνα κατά πρόσωπο.
Αυτός παρότι δεν άνηκε στην σχολή των Στωικών, σκούπισε στωικά την ροχάλα.
"ΤΗ ΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝ ΠΟΝΗΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΟΙΚΟΝ ΤΗ ΠΑΡΡΗΣΙΑ" είπε υπονοώντας κάτι το οποίο ο Ηλίας αδυνατούσε να αντιληφθεί.
Ο Διογένης άρπαξε το ραβδί του και έκανε πως σηκωνόταν. Οι παριστάμενοι σκιαγμένοι σκόρπισαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Ξανακάθισε ικανοποιημένος και στράφηκε προς το μέρος του Ηλία.
«Ηλίας λοιπόν».
«Μάλιστα πάνσοφε»
«Άσε τις μαλαγανιές μειράκιον», είπε, «ξέρεις τι λέει ο Αντισθένης για τους κόλακες;» και φυσικά επειδή ο Ηλίας δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ο Αντισθένης πόσω μάλλον τι έλεγε απάντησε μόνος του «ΕΙΣ ΚΟΡΑΚΑΣ Η ΕΙΣ ΚΟΛΑΚΑΣ ΕΜΠΕΣΕΙΝ, ΟΙ ΜΕΝ ΓΑΡ ΝΕΚΡΟΥΣ ΟΙ ΔΕ ΖΩΝΤΑΣ ΕΣΘΙΟΥΣΙΝ».
Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα. «Κατάλαβα δάσκαλε» είπε.
«Κόπρανα κατάλαβες!»
Σιώπησε και έκλεισε τα βλέφαρα δίνοντας την ευκαιρία στον Ηλία να τον παρατηρήσει προσεκτικά. Τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει στην κεφαλή του, ήταν σγουρά και ξανθά. Φορούσε έναν ριχτό χιτώνα και από τους ώμους του κρεμόταν παραγεμισμένο ασκί. Ήταν κοντοστούπης, μετά βίας έφτανε το ένα και εξήντα και ίσως έπασχε από λανθάνουσα οστεοπόρωση.
Ο Διογένης έχωσε το χέρι του στο ασκί και έβγαλε μια χούφτα ελιές και ένα ξεροκόματο. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια και δίχως να του προσφέρει φαγητό άρχισε να μασουλάει απολαμβάνοντας το λιτό κολατσό, φτύνωντας τα κουκούτσια στους περαστικούς που δεν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν.
Αφού απόφαγε με την ησυχία του, ρεύτηκε σαν αμερικάνικη διαφήμιση της Κόκα Κόλα, σκούπισε τα χέρια του στον ήδη λιγδωμένο χιτώνα, ήνοιξε τους οφθαλμούς και κοίταξε τον Ηλία με τα γαλάζια, φωτεινά μάτια του.
«Πριν μου ζητήσεις οτιδήποτε θέλω να ικετεύσεις τον αδριάντα του Περικλέους. Προετοιμάσου για το χειρότερο!»
«Ποιον αδριάντα δάσκαλε;» ρώτησε ο Ηλίας.
Του έδειξε το άγαλμα του Περικλή.
Ο Ηλίας είχε έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Περικλή αλλά το άγαλμα δεν απεικόνιζε αυτόν. Γιατί τού ζητούσε να προσευχηθεί στον αδριάντα του Περικλέουςμ όποιος κι αν ήταν αυτός, ο Διογένης; Μήπως τον προετοίμαζε για την άρνησή του; Ίσως πάλι δοκίμαζε την καρτερία του ζητώντας του να απαιτήσει το αδιανόητο, ένα άγαλμα να του αποκριθεί και να λύσει το πρόβλημά του; Αποφάσισε να κάνει αυτό του ζήτησε και κίνησε προς τον ανδριάντα του Περικλή όπου παρέστησε ότι μιλούσε και ότι ζητούσε να του πει όσα ήθελε να μάθει και μετά, κάτω από το προσηνές βλέμμα του Διογένη και υπό τους γέλωτες αργόσχολων που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, επέστρεψε και κάθισα δίπλα του.
«Είσαι επίμονος μειράκιον!» είπε ο Διογένης.
«Μάλιστα δάσκαλε» επιβεβαίωσε ο Ηλίας.
«Ας βαδίσουμε λοιπόν» είπε ο Διογένης και σηκώθηκε με τη βοήθεια του ραβδιού του. Όπως σηκωνόταν άφησε να του ξεφύγει μία βροντερή κλανιά. Τέσσερα πιτσιρίκια που τους χλέβαζαν από ασφαλή απόσταση άρχισαν να συλλέγουν πέτρες και να τις πετούν. Προσπάθησαν να καλυφθούν.
«Θαίδη, πρόσεχε, μην πετύχεις τον πατέρα σου!» είπε απευθυνόμενος σε ένα από τα πιτσιρίκια. Και ενώ τα τρία από τα παιδιά παράτησαν τις πέτρες και έσκασαν στα γέλια ο Θαίδης κατακόκκινος από την προσβολή μάζεψε τις μεγαλύτερες πέτρες που μπορούσε να βρει και ετοιμάστηκε να τις εκσφεντονίσει. Ο Διογένης, με ταχύτητα Ολυμπιονίκη κινήθηκε προς το μέρος τους με το ραβδί του υψωμένο απειλητικά.
Τα πιτσιρίκια, συμπεριλαμβανομένου του Θαίδη, έγιναν καπνός.
«Ο Θαίδης. Καλό παιδί. Η μητέρα του είναι εταίρα!» είπε.
Προχωρούσαν αργά, οι τρεις τους, ο Ηλίας, ο Διογένης και το πιθάρι του.
«Φοβάσαι μην σου κλέψουν το πιθάρι;» απόρησε ο Ηλίας
«Φοβάμαι μη νυστάξω!» είπε ο γέρων.
«Και γιατί μένεις σε πιθάρι δάσκαλε;»
«Χαρακτηριστικό των θεών είναι ότι δεν χρειάζονται τίποτε! Γι αυτό, και όσοι τους μοιάζουν αρκούνται στα αναγκαία», είπε χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. «Από ποια Ολυμπιάδα μας έρχεσαι;»
«Ολυμπιάδά ;», απόρησε ο Ηλίας. Μήπως εννοούσε τις αθλητικές Ολυμπιάδες; Η τελευταία Ολυμπιάδα που θυμόταν είχε γίνει το 1936 στο Βερολίνο λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος!
«Αποχώρησα από το "εκεί"» είπε, «το 1940 δάσκαλε».
«Τό σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
"Ε! Όχι το 1940!"
«Αυτό είπα και εγώ μειράκιον! Ολυμπιάδες;!!!»
«Ε; Όχι δάσκαλε! Έτη».
«Από πότε;»
«Από πότε;»
«Ναι μειράκιον, από πότε σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
«Από την γέννηση του Χριστού δάσκαλε;»
«Ποιος είναι πάλι αυτός ο κύων;»
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αναγκάστηκε να στρώσει και πάλι στην δουλειά τα μικρά φαιά του κύτταρα και όλως παραδόξως θυμήθηκε ότι ο Διογένης ο κυνικός έζησε την κλασική περίοδο, ήταν σύγχρονος του Πλάτωνα, του Σωκράτη στην Αθήνα του Περικλέους! Α, ο Περικλής! Συνειδητοποίησε.
«Περίπου 2.400 έτη από την εποχή σου Δάσκαλε!»
«Τετρακόσια και μύρια; Δηλαδή, μα τον Μολλοσικό κύων, εξακόσιες και βάλε Ολυμπιάδες στο μέλλον! Και πώς πέθανες;»
«Στον πόλεμο, στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο».
«Και πέθανες στην μάχη. Εύγε! Μα τον Ηρακλή, δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος! Πολεμήσατε με τους βαρβάρους λοιπόν ή τους Μακεδόνες;»
«Οι Μακεδόνες αποτελούν τμήμα της Ελλάδας δάσκαλε», εξήγησε ο Ηλίας, «πολεμήσαμε με τους Ιταλούς και έπειτα τους Γερμανούς. Σύμμαχοί μας ήταν οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι και οι Αμερικάνοι. Μερικοί λέγαν πως στον πόλεμο θα έμπαινε και η Ρωσία μας δεν τους πίστεψα».
«Μα την Αθηνά! Ποιες είναι αυτές οι βαρβαρικές φυλές; Καλά είπα στον στον Ξενιάδη να με θάψει με το πρόσωπο προς τα κάτω γιατί σύντομα τα κάτω θα έρθουν πάνω!».
«Ποιος είναι ο Ξενιάδης δάσκαλε;»
«Ο δούλος μου! Τον διέταξα να με αγοράσει στο σκλαβοπάζαρο της Κρήτης όπου με είχαν πάει πειρατές μετά από ένα τρισκατάρατο ταξίδι στην Αίγινα!»
«Μα, πώς είναι δυνατόν να σε αγοράσει ο δούλος σου;» απόρησε ο Ηλίας.
«Πώς μπορεί αυτός που αγοράζει ένα λιοντάρι να είναι ο αφέντης του λιονταριού; Με ρώτησαν τι ήξερα να κάνω και τους είπα ότι αυτό που ήξερα καλύτερα ήταν να διατάζω και έπειτα υπέδειξα στον Ξενίδη να με αγοράσει γιατί κατάλαβα ότι χρειαζόταν κάποιον να του δίνει εντολές! Χρειαζόταν κάποιον να δείξει στα παιδιά του πως να γίνουν ανώτερα από εκείνον. Τουλάχιστον του αναγνωρίζω αυτό: ήταν ανδράποδο μα είχε γνώση της ασημαντότητάς του. Έτσι που λες...Αχά!». Μου έδειξε έναν ξερκιανό μελαχροινό άνθρωπο που ερχόταν προς το μέρος μας «Η Αιγυπτιακή κληματόβεργα!»
«Ποιος είναι αυτός δάσκαλε;»
«Ο Ζήνων ο Κιτιεύς μειράκιον. Γαβγίζει μα δεν δαγκώνει!»
«ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων.
«Γρουμβ» απάντησε ο Διογένης αποσπώντας το μειδίαμα του Ζήνων.
«ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων και απομακρύνθηκε με ελαφρά πηδηματάκια.
«Σπιτικός σκύλος!» παρατήρησε. «Διδάσκει ότι πρέπει να κυκλοφορούμε γυμνοί αλλά πάντα είναι ντυμένος, μένει σε σπίτι, συχνάζει σε όλα τα συμπόσια και κλέβει τις ερωμένες των φίλων του! Σπουδαίο παλικάρι! Μπάφιασα με τους θεωρητικούς, μειράκιον!»
Ο Ηλίας βέβαια, ποσώς ενδιαφερόταν για όσα του αράδιαζε ο Διογένης για τους άσπονδους φίλους του φιλοσόφους και μη. Μπορούσε να τον βοηθήσει να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Δεν ήξερε. Τι ήταν ο Διογένης, ένας κυνικός φιλόσοφος που από ό,τι είχε καταλάβει πρέσβευε την άποψη ότι ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν τίποτα παρά μόνο τα αναγκαία για να ζήσει, λιτό φαγητό, ένα χιτώνα, και ένα... πιθάρι.
«Δάσκαλε...» είπε
«Όχι τώρα μειράκιον, η φύσις με καλεί» είπε ο Διογένης.
Ντυμένη με αραχνούφαντο φόρεμα η νέα γυναίκα πέρασε από μπροστά τους. Ήταν εκθαμβωτικά όμορφη, με καστανούς βόστρυχους, μεγάλα μάτια λυγερή κορμοστασιά. Περπατούσε με ανάλαφρα βήματα, σα νεαρό ελαφάκι. Ο Διογένης γούρλωσε τα μάτια, παράτησε το ραβδί και το πιθάρι, κάθισε ανακούρκουδα, έπιασε το εργαλείο του, που είχε κάνει έγερση, και άρχισε να αυνανίζεται. Το σπέρμα πετάχτηκε σε μια μεγάλη απόσταση και προσγειώθηκε λευκό και παχύ σε έναν θάμνο. Δύο κυρίες του μεσοπολέμου που περνούσαν από το μονοπάτι έκλεισαν τα μάτια τους επιδεικτικά και άρχισαν να τρέχουν και να κρυφογελάνε ρίχνοντας ταυτόχρονα κλεφτές ματιές στον ξεδιάντροπο γέρων!
«Δεν ντρέπεσαι καθόλου δάσκαλε;» απόρησε ο Ηλίας. που είχε κοκκινίσει για λογαριασμό του γέροντα, όταν ο Διογένης ολοκλήρωσε το έργο του και κάλυψε με τον χιτώνα τα γεννητικά του όργανα.
«Άρτεμις!», μονολόγησε ο γέρων. «Είθε να με άφηνε να ψήσω την φρατζόλα μου στον φούρνο της!» και απευθυνόμενος στον Ηλία παρατήρησε «Μακάρι και η πείνα μου να ικανοποιούνταν τόσο εύκολα».
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης άρχισε να συλλογιέται την κατάσταση. Οι νεκροί ξαναζούσαν. Ένα το κρατούμενο. Ο τόπος που ζούσαν έμοιαζε με την Αθήνα όπως την θυμόταν εκείνος,,, περίπου όπως την θυμόταν. Δύο τα κρατούμενα. Ο τόπος που βρισκόταν το "εδώ" ζωοδοτούνταν, όχι ζωοδοτούνταν, εκπορεύονταν από το "εκεί". Αυτό του θύμισε κάποιες δογματικές διαμάχες μεταξύ καθολικής και ορθόδοξης εκκλησίας. Θυμόταν αμυδρά ότι κάποιο από τα δύο δόγματα υποστήριζε ότι ο πατήρ εκπορεύει αλλά δεν εκπορεύεται του Αγίου Πνεύματος ή μήπως από τον Υιό; Ποια πρακτική διαφορά έφερε αυτό στην πίστη αδυνατούσε να καταλάβει; Μολοντούτο το ζήτημα είχε εφαρμογή στην παρούσα κατάσταση, διότι ήταν βέβαιο, με βάση τα όσα είχε πληροφορηθεί, ότι οι άνθρωποι στο "εδώ" ζούσαν επειδή κάποιοι στο "εκεί" τους σκέπτονταν, συνεπώς το "εδώ" εκπορευόταν από το "εκεί". Ίσχυε άραγε και το αντίθετο; Υπήρχε κάτι το οποίο το "εδώ" προσέφερε στο "εκεί" με τη μία ή την άλλη μορφή και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό; Η εξακρίβωση αυτής της υπόθεσης θα συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόθεση του να στείλει ένα μήνυμα στο εκεί, διότι αν η επικοινωνία ήταν αμφίδρομη, τότε θα μπορούσε να περάσει και το μήνυμα του. Κάπου γιατί εκεί μπερδεύτηκε λίγο γιατί θυμήθηκε ότι είχε επιχειρήσει να εκλογικεύσει τον συλλογισμό του με κρατούμενα και δεν θυμόταν πόσα είχε ήδη κρατημένα; Ένα το κρατούμενο; Δύο τα κρατούμενα; Τρία τα κρατούμενα;...
Αφού συσκέφτηκε διεξοδικά το ζήτημα αποφάσισε ότι η μαθηματική προσέγγιση του ζητήματος τον μπέρδευε χειρότερα!
Πραγματικά για τον Ηλία όλοι αυτοί οι συλλογισμοί και τα προβλήματα κατανόησης και εμπέδωσης μεταφυσικών και φυσικών θεμάτων ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ποτέ δεν φημιζόταν, στο "εκεί" για την πνευματική του διαύγεια. Είχε βέβαια πάει στο σχολείο, δεν ήταν και κάνας χαζός αλλά τέτοια ζητήματα όπως αυτά που αντιμετώπιζε στο "εκεί" δεν είχαν ανακύψει ποτέ στην κανονική ζωή του.
Κάποια στιγμή και λίγο πριν απελπιστεί ολοκληρωτικά θυμήθηκε ότι είχε καταλήξει στο ότι οι σκέψεις των ζωντανών κρατούσαν εν ζωή τους αποθαμμένους. Οι σκέψεις! Τί είναι όμως οι σκέψεις;, αναρωτήθηκε εύλογα.
Πνεύμα; Τι είναι το πνεύμα; Και πώς γίνεται το πνεύμα να έχει τέτοια αποτελέσματα. Ασυναίσθητα έπιασε το χέρι του και έπειτα ζούληξε το πρόσωπό του μέχρι που πόνεσε για να βεβαιωθεί ότι έφερε σαρκίο. Αλλόκοτο, σκέφτηκε, έχω σώμα, είμαι ύλη αλλά πώς γίνεται το πνεύμα του "εκεί", οι σκέψεις τους, να γεννά ύλη στο "εδώ"; Εμάς!, κατέληξε.
Ο Ηλιάς Χατζηγεωργάκης ένιωθε πολύ αλλόκοτα από τότε που είχε αναστήθει. Ποτέ άλλοτε δεν είχε χρειαστεί να κάνει τόσους συσχετισμούς. Ένιωθε κουρασμένος, μπερδεμένος και κυρίως, απογοητευμένος. Και ενώ ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την "μάχη"...
«Κάτι ήθελες να με ρωτήσεις μειράκιον;» είπε αναπάντεχα ο Διογένης ο Κύνας.
Ο Ηλίας, ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να αποκτήσει επαφή με την τρέχουσα πραγματικότητα στην οποία συμπεριλαμβανόταν ένας ρακένδυτος γέρος φιλόσοφος με έκθετο πέος.
«Δάσκαλε, μού καταμαρτύρησαν ότι εδώ είναι ένα μέρος που πάνε οι άνθρωποι σαν πεθαίνουν, πως βρισκόμαστε εδώ γιατί κάποιοι “εκεί” μας σκέπτονται. Πώς γίνεται όμως να μας σκέπτονται κάποιοι και να ανασταινόμαστε ενώ μόλις παύουν να μας συλλογιόνται να διαβαίνουμε το επέκεινα;»
«Να ανασταινόμαστε μειράκιον; Και τί είμαστε τάχα, αναστενάρηδες; Άκου να ανασταινόμαστε! Δεν έχεις προσέξει ότι “εδώ”, όπως το ονοματίζεις του λόγου σου, βρίσκονται και κάποιοι που δεν υπήρχαν ποτέ “εκεί”; Πώς ανασταίνεται η αφεντιά τους μειράκιον;»
Πράγματι! Και ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε παρατηρήσει αυτή την παραμέτρο αλλά είχε προτιμήσει να την αγνοήσει. Ήταν βέβαια ήδη αρκετά μπερδεμένος και η τροπή αυτή σίγουρα θα τού προσέφερε επιπλέον πονοκεφάλους μα δεν μπορούσε να παραβλέψει τα γεγονότα και τα γεγονότα υποδήλωναν ότι έπρεπε να συμπεριλάβει στην εξίσωση την ύπαρξη μυθολογικών χαρακτήρων στο “εδώ”. Κοντολογίς, πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν απλοί άνθρωποι, διάσημότητες και θεοί της ελληνικής μυθολογίας και άλλων μυθολογιών, θρησκευτικών και μη όπως και ορισμένοι χαρακτήρες για τους οποίους είχε την υπόνοια ή την εντύπωση ότι αποτελούσαν μυθοστορηματικούς χαρακτήρες. Τί σήμαινε αυτό; Αν οι σκέψεις του "εκεί" δημιουργούσαν υλικές υποστάσεις στο "εδώ" εκ του μη-όντως τότε πόσο μετέβαλλε αυτό την θεωρία που είχε αρχίσει να σχηματοποιεί με την αμείλιτκη εκμετάλλευση των μικρών φαιών κυττάρων του; Βεβαίως, αν το καλοσκεφτόταν κανείς, ένας νεκρός του οποίου η υλική υπόσταση καταναλώνεται από τα σκουλήκια δεν είχε και μεγάλη διαφορά από κάποιον ο οποίος υπήρξε μόνο στην φαντασία κάποιου συγγραφέα ή θεολόγου ή ότι άλλο. Η συλλογιστική αυτή απείχε παρασσάγγες από τις νοητικές ικανότητες του Ηλία Χατζηκυριακάκη και τον οδηγούσε σε νοητικές σφαίρες τις οποίες πέραν της αντιλήψεώς του.
«Βλέπω μειράκιον ότι δυσκολεύεσαι να εμπεδώσεις όλες τις συνιστώσες. Θα προσπαθήσω να στο απλοποιήσω. πάρε χαρτί και μολύβο από το κιόσκι. Τι με κοιτάς μειράκιον; Αμόλα!»
Υπάκοα ο Ηλίας πήρε χαρτί και μολύβι από ένα περίπτερο και τα έδωσε στο γέροντα.
«Φοβερή εφέυρεση το χαρτί» θαύμασε ο Διογένης και σημείωσε
ΕΚΕΙ - Σκέψεις (πνεύμα) -(μετατρέπονται στο) ΕΔΩ (ως) Ύλη (όντα που υπήρχαν στο "Εκεί" ως υλικές υποστάσεις και όντα που υπήρχαν στο Εκεί ως σκέψεις)
«Μέχρι εδώ καλά;» ρώτησε τον Ηλία αλλά δεν πήρε απάντηση. «Το ερώτημα είναι αν σκέψεις ή, ακόμα καλύτερα, οι υλικές υποστάσεις του "εδώ" μπορούν να επαναπατριστούν στο "εκεί" με κάποιο τρόπο δηλαδή αν η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων είναι αμφίδρομη. Απλούστερα, αν η σύνδεση μεταξύ των περιοχών του διαγράμματος γίνεται με μονή η διπλή συνεπαγωγή;»
»Και τι συμβαίνει όταν οι σκέψεις περί τινός διακόπτονταν στο "εκεί", όταν μία περσόνα του "εδώ" εξαφανίζεται παντελώς είτε για να διαβεί οριστικά το επέκεινα είτε μέχρι να επανυλοποιηθεί ζωοδοτούμενη από τις σκέψεις των “άλλων”; Τούτο δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι συγκεκριμένες σκέψεις συγκεκριμένων ατόμων στο "εκεί συντηρούν τις περσόνες του εδώ, δεν πρόκειται δηλαδή για μια συνολική, κοινοτική ανταλλαγή, όπου το πνεύμα του "εκεί" συντηρεί συνολικά το "εδώ" αλλά για μια πιο ιδιαίτερη συσχέτιση μεταξύ σκέψεων του "εκεί" και ατόμων στο "εδώ".. Μας σκέπτονται, άρα υπάρχουμε! Και ανακύπτει το εξής ερώτημα. Οι κάτοικοι του "εκεί" υπάρχουν αφ' εαυτού;».
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κουδούνισε το κεφάλι του αλλά τούτο δεν συνεπικούρησε διόλου στην διαδικασία ανάλυσης των λεγομένων του Διογένη. Πασχίζοντας με όλο το πνευματικό του οπλοστάσιο και εξαναγκάζοντας τα μικρά φαιά του κύτταρα να δώσουν τις τελευταίες ικμάδες των δυνάμεων τους συνέχισε να ακούει τον συλλογισμό του Διογένη.
» Ας υποθέσουμε, μειράκιον, ότι κάποιος που διαδραματίζει ζωτικό η επουσιώδη ρόλο στην ζωή άλλων ανθρώπων, οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ένας απομονωμένο και αυτάρκες υποκείμενο! Αυτός ο άνθρωπος είναι άραγε υπαρκτός, εφόσον δεν μπαίνει σε διαντίδραση με έτερα υποκείμενα και είναι λησμονημένος ακόμα κι από αυτούς που τον δημιούργησαν; Αν όχι», κατέληξε, «οι άνθρωποι δεν υπάρχουν τεκμαρτά».
Ήταν πλέον απόλυτα σαφές ότι ο λογισμός του Διογένη του Κύων οδηγούσε τον Ηλία Χατζηκυριακάκη σε ατραπούς σκέψης που βρίσκονταν σε αναντιστοιχία με το πνευματικό του βεληνεκές!
Απτόητος ο αρχαίος φιλόσοφος συνέχισε. «Για παράδειγμα, αν κάτι υπάρχει μόνο όταν εξανθρωπίζεται το μη εξανθρωπισμένο υπάρχει η στερείται νοήματος και άρα υπάρξεως; Μήπως τελικά ο άνθρωπος κατασκευάζει με το μυαλό του τον κόσμο, είναι δηλαδή, ο κόσμος, αποκύημα της σκέψεως και άρα της φαντασίας του ανθρώπου; Και αν τούτα ισχύουν και ο κόσμος τούτος, το "εδώ" εκπηγάζει της φαντασίας των ανθρώπων και ομοίως το "εκεί" εκπηγάζει εξίσου της φαντασίας των ανθρώπων ποια είναι η διαφορά μεταξύ του “εδώ” και του “εκεί”; Γιατί το "εκεί" υπήρξε γεννεσιουργό του "εδώ" και ουχί το αντίθετο. Τι εξέλιπε από το "εδώ" για να καταστεί ισοδύναμο ή και αυτοδύναμο του "εκεί";»
»Αυτό που, εν κατακλείδι, πρέπει να αναρωτηθείς μειράκιον είναι το εξής: είναι η ιδέα του ετερόφωτου που δημιουργεί υπαρξιακή εξάρτηση ή υπάρχει όντως φυσική υπεροχή του ενός κόσμου έναντι του άλλου;
Αυτή η διατύπωση δεν περιλαμβανόταν στο μενού του λεξιλόγιου του Ηλία Χατζηγεωργάκη αλλά θα μπορούσε, αν συνόψιζε και σύμπτυσε ορθά μία σειρά από δυσνόητες περιφράσεις που διέτρεχαν εγκαρσίως τον εγκέφαλο του. Πλην όμως, τα μικρά φαιά κύτταρα του ελαιοχρωματιστή από τον Βοτανικό είχαν πέσει για ύπνο. Επιπρόσθετα είχαν σβήσει και την τηλεόραση.
«Γέροντα», είπε, «μήπως είσαι κομμουνιστής;»
«Αισθάνομαι ότι μπορώ να γαβγίσω τώρα, μειράκιον» είπε ο Διογένης ο Κύνας και δίχως να περιμένει την άδεια του Ηλία Χατζηγεωργάκη έπεσε στα τέσσερα και πήρε στο κατόπι δύο τρομοκρατημένα παιδιά αλυχτώντας τρομακτικά.
Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αφού δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα όσα τραγελαφικά έλεγε ο γέρων, έβαλε τα γέλια με όσα τραγελαφικά έκανε ο Διογένης. Και συνέχισε να γελάει ακόμα και όταν χάθηκε από τα μάτια του κυνηγώντας τα πιτσιρίκια. Σύντομα τα φωνές του Διογένη ακούστηκαν και πάλι. αυτή τη φορά έτρεχε στα δύο πόδια και δεν κυνηγούσε παιδιά. Ο λιτός χιτώνας του ήταν ανασηκωμένος και φαλλός του διογκωμένος, και κόκκινος. Έμπροσθεν αυτού έτρεχαν δύο μαύρες φιγούρες με στρατιωτικές αρβύλες, πανταλόνια και βυζιά! «Γερμανίδες σουφραζέτες στην Αθήνα!» αναφώνησε έκπληκτος ο Ηλίας.
Ο γέροντας οδήγησε τις κοπέλες προς τον Ηλία και εκείνες μην έχοντας πως να διαφύγουν του καυλοπυρρέσων γέροντα κρύφτηκαν πίσω από τον νεαρό ελαιοχρωματιστή.
«Είναι τρελός ο κωλόγερος!» είπε η μία και τον έδειξε. Το χέρι της ήταν γεμάτο δακτυλίδια και βραχιόλια λογιώ λογιώ!
Α! Δεν είναι Γερμανίδες!
«Σώσε μας!» είπε η άλλη και βρήκε καταφύγιο πίσω από την πλάτη του Ηλία.
«Είναι καλλικατζάρισσες!» είπε ο Διογένης.
«Μείνε μακρύα κωλόγερε γιατί θα σου καρφώσω την παραμάνα στο μάτι!» είπε η πρώτη και έβγαλε μια παραμάνα από το μάγουλο της!
ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης πρόσεξε ότι κοπέλα που απειλούσε τον γέροντα είχε ακόμα δύο παραμάνες περασμένες στο στόμα και σκουλαρίκια σε σημεία που δεν φανταζόταν ότι θα έβλεπε ποτέ. Και ο συγγραφέας τολμά να παρατηρήσει ότι ο δύστυχος Ηλίας δεν είχε την πλήρη εικόνα! «Bitch!» αγρίεψε ο Διογένης και η δεύτερη κοπέλα κόλησε τα στήθη της στην πλάτη του Ηλία.
Το άγγιγμά της έκανε τον νεαρό ελαιοχρωματιστή να αισθάνεται παράξενα.
«Δάσκαλε! Σε παρακαλώ!» είπε ο παρακλητικά.
Ο Διογένης έβαλε τα γέλια. «Εντάξει μειράκιον, αστείζομαι, δεν είναι καλλικατζάρισσες» είπε και σωριάστηκε στο χώμα. «Τι είναι όμως;» αναρωτήθηκε ρητορικά ενόσω προσπαθούσε να ανακτήσει την ανάσα του.
Ο Ηλίας ένιωσε ότι η δεύτερη κοπέλα είχε ξεκολήσει το σώμα της από πάνω του. Είχε την παρόρμηση να ζητήσει από τον Διογένη να τους ξαναορμήσει για να την έχει κολημένη πάνω του αλλά ήρθε στα συγκαλά του.
«Λέγομαι Ηλίας» είπε. «Απεβίωσα το 1940».
«Ρε, μια χαρά φαίνεται για την ηλικία του!» είπε η κοπέλα με τα σκουλαρίκια απευθυνόμενη στην δεύτερη κοπέλα. Ο Ηλίας τής έριξε μια κλεφτή ματιά και η καρδιά του πετάρισε.
«Μαρία» είπε με βαριά φωνή η κοπέλα με τα σκουλαρίκια και άπλωσε το χέρι της και ο Ηλίας έκανε μια κίνηση να το φιλήσει. «Να λείπει το βύσσινο!" είπε η Μαρία. «1940 ε; Μπλιαχ!»
«Ορίστε; Ποιο βύσσινο;» απόρησε ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης.
«Άστο μεγάλε...»
«Να σου πω καλέ», είπε η δεύτερη κοπέλα, «πώς το είπες αυτό; Απεβίωσες το 1940;»
«Ψααααααρούκλες μειράκιον», αναφώνησε ο Διογένης ο Κύων.
«Το ονοματάκι σας δεσποινίς;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ηλίας. όχι χωρίς να κοκκινίσει από έξαψη.
«Μαρίνα καλέ».
«Χάρηκα ανυπερθέτως! Ηλίας» είπε ο Ηλίας και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίνα τον άφησε.
«Είχα μια σόμπα που την έλεγαν Μαρίνα» είπε ο Διογένης.
«Είναι τρελός ο πορνόγερος;» ρώτησε ρητορικά η Μαρία.
Τι εννοούσατ... εννοούσες λοιπόν Ηλία;» επέμεινε ο Μαρίνα
«Ψαρούκλεεεεεεςςςς!!!!»
«Να, ξέρετε βέβαια πως είμαστε νεκροί...»
«Νεκροί; Τι λες καλέ;»
«Νεκρή να πεις τη μάνα σου παλιόπουστα! Αδελφάρα του κερατά! Κωλόμπατσε!!!» πρόσθεσε η Μαρία
«ΤΗΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝΠΟΝΗΡΟΝΕΙΝΑΙΣΥΝΟΙΚΟΝΤΗΠΑΡΡΗΣΙΑ» είπε ο Διογένης ο Κύνας
«Τί είπε ο πορνόγερος;»
«Καλέ Μαρία. Πλάκα μας κάνουν, δεν βλέπεις πως είναι ντυμένοι! Ορίστε, το μαντέψαμε, πες μου τώρα, ποιος σας έβαλε να μας κάνετε πλάκα; Ο Σάκης; Όχι; Ο Κώστας; Ο Ανάργυρος; Έλα καλέ, πες μου...»
«Τι είναι η πλάκα;» ψέλισσε ο Ηλίας.
«Ορίστε! Στο είπα καλέ, αστείο ήταν» είπε η Μαρίνα στην Μαρία
Επιτέλους ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κατάλαβε. «Φοβούμαι ότι δεν αστείζομαι! Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάστε;»
«Ε! Ήμασταν στα Εξάρχεια...»
«Ναι ρε! Και βρίζαμε εκείνον τον μπάτσο!»
«Και μετά το καρακόλι τράβηξε κουμπούρι και αρχίσαμε να τρέχουμε προς την Ακαδημίας...»
«Ωχ! Μαρία!» αναφώνησε η Μαρίνα.
«Τί είναι ρε μαλάκα;»
«Μετά σε πυροβόλησε. Σε είδα να πέφτεις και έτρεξα προς το μέρος σου... Και μετά... δεν θυμάμαι τίποτα! Είμαστε νεκρές!»
«Γαμώ τη καταδίκη μου! Και εδώ είναι η κόλαση!» συμπλήρωσε η Μαρία
«Όχι! Όχι!» είπε ο Ηλίας. «Εδώ είναι το “εδώ”».
Σημειώσεις:
Οι αρχαίοι έλληνες γνώριζαν ότι ένα έτος διαρκεί 365 και ¼ ημέρες. Μέτραγαν τον χρόνο διαφορετικά από πόλη σε πόλη αλλά γενικά χώριζαν ένα έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες (στην Αττική οι μήνες αυτοί ήταν: Εκατομβαιών 30, Μεταγειτνιών 29, Βοηδρομιών 30, Πυανεψιών 29 Μαιμακτηριών 30, Ποσειδαιών 29, Γαμηλιών 30, Ανθεστηριών 29, Ελαφηβολιών 30, Μουνυχιών 29, Θαργηλιών 30, Σκιροφοριών 29) οποίοι διαρκούσαν 30 και 29 ημέρες διαδοχικά ακολουθώντας την σεληνιακή ακολουθία με εκκίνηση την 16η Ιουλίου. Κάθε τρίτο, πέμπτο και όγδοο έτος προσέθεταν έναν επιπλέον μήνα για να αντιπαρέλθουν το έλλειμα των 90 ημερών που προέκυπτε από τους σεληνιακούς μήνες ανά οκταετία συμπληρώνοντας μία πλήρη οκτωχρονιά (εννεαετηρίς). Ο εμβόλιμος μήν ονομαζόταν Ποσειδαιών ύστερος (30) και τοποτετούνταν μετά τον Ποσειδαιών.
Η γενική χρονολόγηση με βάση τους Ολυμπιακούς έγινε αρχικά στην Ηλεία και επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα. Ως γνωστό οι Ολυμπιακοί αγώνες ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή αλλά η πρώτη γνωστή καταχώρηση τους, από τον σοφιστή Ιππία τον Ήλειο, έγινε μόλις τον πέμπτο αιώνα π.Χ. και αφορούσε την Ολυμπιάδα του 776π.Χ. Από εκείνη, την πρώτη καταγεγραμμένη Ολυμπιάδα άρχισε η πιο γνωστή χρονομετρική μέθοδος της αρχαίας Ελλάδας.
«Μετά σε πυροβόλησε. Σε είδα να πέφτεις και έτρεξα προς το μέρος σου... Και μετά... δεν θυμάμαι τίποτα! Είμαστε νεκρές!»
«Γαμώ τη καταδίκη μου! Και εδώ είναι η κόλαση!» συμπλήρωσε η Μαρία
«Όχι! Όχι!» είπε ο Ηλίας. «Εδώ είναι το “εδώ”».
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010
XΡΗΣΤΟΥΜΕΝΝΑ (Θεατρικό σε πέντε πράξεις) - πραξη Α + Β
1 σχόλια Καταχωρήθηκε από τον/την Count_Zero στις 3:12 μ.μ.ΣΚΗΝΙΚΟ: Μαύρο φόντο στο βάθος της σκηνής αναβοσβήνουν φωτιές και συχνά καπνοί πλημμυρίζουν την σκηνή. Στο κέντρο της σκηνής ένα τεράστιο δέντρο του οποίου η κορυφή χάνεται πάνω από το οπτικό πεδίο. Οι θεατές μπορούν να δουν τον τεράστιο κορμό και κάμποσα παράξενα λιπόσαρκα πλάσματα γύρω από το δέντρο, σκαρφαλωμένα το ένα πάνω στο άλλο να προσπαθούν απεγνωσμένα να πελεκήσουν τον τεράστιο κορμό με λογιώ λογιώ εργαλεία: άλλος με τσεκούρι, άλλος με μαχαίρι, άλλος με σφυρί, άλλος με δρεπάνι, άλλος με τα γυμνά του χέρια! Παρά τα παράξενα εργαλεία που χρησιμοποιούν τα γκροτέσκα πλάσματα, ο κορμός του, ασύλληπτου σε μέγεθος, δέντρου έχει υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Καίτοι οι επίδοξοι ξυλοκόποι δεν συστηματοποιούν την εργασία τους με αποτέλεσμα ο κορμός να έχει υποστεί θεαματικές ζημιές σε διάφορα ύψη, μία από τις εργασίες τους φαίνεται να έχει αποδώσει τα μάλα και οι θεατές σχηματίζουν την εντύπωση ότι από ώρα σε ώρα το δέντρο θα καταρρεύσει. Σε αυτό συνεπικουρούν και οι χαρακτηριστικοί ήχου, τα τριξίματα του ετοιμόρροπου δέντρου! Πίσω από τον πελώριο κορμό και στα δεξιά της σκηνής οι θεατές μπορούν να αναγνωρίσουν μία σιδερένια πόρτα ανελκυστήρα πάνω από την οποία αναγράφεται ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ ενώ ένα τόξο δείχνει προς τα πάνω συμπληρώνοντας σημειολογικά την εικόνα.
Ο ιδρώτας στάζει από το πρόσωπο του μαυριδερού πλάσματος που πελεκά με μανία τον τεράστιο κορμό με ένα τσεκούρι. Είναι ντυμένο με κοντό παντελόνι και ένα ξεσκισμένο φανελάκι. Τα αφτιά του είναι τεράστια και τα μάτια του γαλανά και σε μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο. Το πλάσμα είναι σκαρφαλωμένο σε ένα παρόμοιο πλάσμα μικρότερων διαστάσεων πάνω στους ώμους του οποίου, εκτός από τον σύντροφο του, στηρίζεται και ένα δυσαρμονικά μεγάλο κεφάλι. Ο καπνός από τις πυρές της κολάσεως κάνει τα πλάσματα να δακρύζουν.
Το πλάσμα με τα μεγάλα αφτιά κλείνει τα μάτια, τα σφουγγίζει με το χέρι που βαστά το τσεκούρι και κοιτάει κάτω. «Γαμώ την αγανάκτησή μου!» λέει απευθυνόμενο στο κενό και συνεχίζει να πελεκάει με μανία τον τεράστιο κορμό. Στην προσπάθεια του να σταθεροποιηθεί πατάει άτσαλα την κεφάλα του συντρόφου του.
Αυτός εκνευρίζεται δικαιολογημένα. « Μπορείς να πατήσεις λίγο Κάτω Κόσμο; …. (κοιτάει πάνω σκεπάζοντας τα μάτια του με το χέρι) Και μπορείς να μην κάνεις γρέζια? Μου μπαίνουν στα μάτια!»
Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ με πρόσωπο κόκκινο από εκνευρισμό και κόπωση κοπανάει με την αμβλεία μεριά του τσεκουριού τον ΚΕΦΑΛΑ
«ΩΧ!!! Τι κάνεις ρε πανηλίθιε;» διαμαρτύρεται ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
«Πανηλίθιος είσαι και φαίνεσαι!»
«Έτσι ε; Είμαι ηλίθιος; Ε, γκρεμοτσακίσου λοιπόν να δεις ποιος είναι ηλίθιος!» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ και τραβιέται από κάτω του.
Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ αιωρείται για λίγο, προσπαθώντας να γαντζωθεί από το δέντρο. Δεν τα καταφέρνει. Ενστικτωδώς γραπώνει τον διπλανό πελεκητή κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του. Αυτός με τη σειρά του προσπαθεί να στηριχτεί στον επόμενο και εντός ολίγου το συνολικό σύμπλεγμα άνω και κάτω πελεκητών γίνεται ένα τουρλουμπούκι στο έδαφος μέσα σε ακατονόμαστες βρισιές και κατάρες που εξαπολύουν τα λιπόσαρκα, μαυριδερά πλάσματα προς κάθε κατεύθυνση.
«Φτου σας ρε!»
«Γαμώτο»
«Τα παΐδια μου άθλιοι!»
«Τι κάνετε ρε ούφα;» φωνάζει ένας καλικάτζαρος από τον σωρό.
«Ποιον είπες μούφα ρε βλαμμένε;» αναρωτιέται ένας άλλος.
«Ποιον είπες βλαμμένο ρε;» είπε ένας ψηλός καλικάτζαρος που τον φώναζαν ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ και σηκώθηκε έτοιμος για καβγά.
«Τι είναι η μούφα» απόρησε ένας τέταρτος καλικάτζαρος
«ΑειΣτοΓεροΔιάολο!»
«Με φώναξες ρε για με έβρισες;»
«Σε έβρισα ρε!»
«Καλά το κατάλαβα!»
«Ναι ρε, ποιον είπες βλαμμένο;» είπε ένας άλλος.
«Εσένα ρε!» είπε ένας τρίτος από τον σωρό
«Εμένα ρε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»
«Ποιος είσαι ρε;»
«Αυτός που θα σε πλακώσει ρε!»
«Σοβαρά; Για τόλμα»
«Κάτσε να σηκωθώ ρε και θα δεις…»
«Για σήκω…»
Οι δύο καλικάτζαροι πέφτουν ο ένας στο άλλο κυλιούνται στο πάτωμα, ο ένας προσπαθεί να πιάσει κεφαλοκλείδωμα τον άλλο. Ο ΑΕΙΣΤΟ ΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ τα καταφέρνει.
«Ρε χαμένε. Κεφαλοκλείδωμα, δεν είναι δίκιο ρε»
«Παραδίνεσαι ρε;»
«Όχι ρε, δεν παραδίνομαι»
«Άστον ρε βλαμμένε! Μιας τσεκουριάς δουλειά απόμεινε. Μόνος μου το έριξα το δέντρο!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και έδειξε το ετοιμόρροπο δέντρο στους συντρόφους του που πλακώνονται.
«Είδες! Εσένα είπε βλαμμένο!»
«Εμένα ρε είπες βλαμμένο;» είπε ο ψηλός καλικάτζαρος που τον φώναζαν ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ και παράτησε το κεφαλοκλείδωμα. Σηκώθηκε. «Θα σε σκοτώσω ρε!» είπε στον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ
«Θα μου κλάσεις δύο μάντρες ρε μπουμπούνα!»
«Θα δώσω ρε τα αφτιά σου να τυλάνε σουβλάκια»
«Λίγα με τα αφτιά μου»
«Γιατί ρε, τι θα κάνεις;»
«Γιατί έχω καιρό να βατέψω…»
«Μπα;»
«Μπου!»
«Άσφαιρα ρε;»
«Για πρόκαμε και θα ιδείς!»
«Άντε ρε μαμούχαλε»
Τι λες ρε Κοσκινοφουσκίτσα»
«Σκατά στο κεφάλι σου ρε»
«Σκατά στα κοντοβράκια σου ρε»
«Άντε ρε… Άνθρωπε» προσέβαλε τον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ
«Τι είπες ρε; Εμένα είπες άνθρωπε; Για ξαναπέστο…»
«Ναι ρε, εσένα είπα. Άνθρωπε άνθρωπε άνθρωπε!»
«Ποιον είπε άνθρωπο ο ξευτίλας;» πετάχτηκε ο ΚΕΦΑΛΑΣ που παρακολουθούσε την λεκτική διαμάχη έτοιμος να πάρει το μέρος του ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ.
«Γαμώ τα αφτιά σου τα πέτσινα τα καλοκαιρινά!» είπε ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ
«Τι είπες ρε για τα αφτιά μου;»
Μέσα σε βρισιές και κατάρες οι καλικάτζαροι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο χωρίς να έχουν απόλυτη συνείδηση ποιον καταχερίζουν αν αυτός με τον οποίο πλακώνονται είναι αυτός με το οποίο είχαν διαφωνήσει ή ένας τρίτος καλικάτζαρος. Στην κλοτσοπατινάδα μπαίνουν όλοι ακόμα και αυτοί που δεν είχαν διαφωνήσει ή παρεξηγηθεί με κανένα.
«Θα σε σκοτώσω ρε!»
«Θα σου φάω την σπλήνα ρε!»
«Θα σου αφαιρέσω την σκουληκωειδή απόφυση ρε!»
«Θα σε βγάλω σε σύνταξη με κυβέρνηση Γιωργάκη Παπανδρέου ρε!»
«Θα σου βγάλω το μάτι ρε!»
«Αντίπιστε!»
«Τι είναι Αντίπιστε;»
«ΑειΣτοΓέροΔιάολο»
«Με φώναξες ρε για με έβρισες;»
«Σε έβρισα ρε!»
Και ενώ οι διόλου βαθυστόχαστοι διάλογοι διαμείβονται μεταξύ των καλικατζάρων ακούγεται μια φωνή από τα παρασκήνια. «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ». Οι καλικάτζαροι δεν δίνουν σημασία «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ» επαναλαμβάνει πλησιάζοντας η φωνή.
Ο ντελάλης, ένας μετρίου αναστήματος μεσήλικας με μουστάκι και κοιλιά μπαίνει στην σκηνή και αφού ρίχνει μια αδιάφορη ως περιφρονητική ματιά στους καλικάτζαρους και κοιτάει με ανησυχαστικό βλέμμα το τσεκουρεμένο δέντρο συνεχίζει «Ακούσατε, Ακούσατε»
Οι καλικάτζαροι σταματάνε τον καβγά τους αλλά δεν μπαίνουν στον κόπο να σηκωθούν.
«Ακούσαμε ρε, που να σου πάρει ο διάολος τον πατέρα, αλλά τι;» ρωτάει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
«Ναι ρε, τι;» συνδράμει ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ που βρίσκεται από κάτω του.
«ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΗΝ 25Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΕΓΩ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΕΝΝΗΘΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ….»
«Μα ξεκούφανες! Μπάσταρδε!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
«ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΗΝ 25Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΕΓΩ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΕΝΝΗΘΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ….»
Οι καλικάτζαροι σηκώνονται, καμώνονται πως ξεσκονίζονται και τόνοι σκόνες πετάγονται από τα ρούχα τους, ξεσκονίζουν ο ένας τον άλλο κάνουν τάχα πως δένουν τις γραβάτες και σιάχνουν την γραμμή του πανταλονιού τους, κάνουν τάχα πως κοιτιόνται σε αόρατους καθρέπτες.
«Μια χαρά σε βρίσκω! Εγώ πως είμαι;»
«Τέλειος!»
«Σίγουρα;»
«Βέβαια! Καλύτερα δεν γίνεται!»
Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙ ΑΦΤΙΑ κοιτάει τον ντελάλη που απομακρύνεται μαζί με τον ήχο της φωνής του και χάνεται από την άλλη μεριά της σκηνής
Ο ΚΕΦΑΛΑΣ τον περιμένει ενώ οι καλικάτζαροι συνωστίζονται μπροστά στην πόρτα του ανελκυστήρα, στην δεξιά μεριά της σκηνής. Πάνω από τον ανελκυστήρα γράφει με μεγάλα γράμματα ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ!
Και ενώ οι καλικάτζαροι μπαίνουν ανά ομάδες στο μεγάλο μαλώνοντας ποιος θα πρωτομπεί στον ανελκυστήρα οι δύο φίλοι απομένουν μονάχοι στην σκηνή. Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ κοιτάει ακόμα προς την κατεύθυνση που εξαφανίστηκε ο ντελάλης
«Πάμε και εμείς;» του λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ και τον πιάνει από τον ώμο.
«Πού πάμε;»
«Δεν άκουσες; Εγεννήθει ο Χριστός. Πάμε να δούμε»
«Γιατί;»
«Τι γιατί; Άκουσες; Δεν άκουσες;»
«Άκουσα βρε μπούφο (και απευθυνόμενος στους θεατές) και κάτι μέσα μου με υποκινεί να πάω να δω! Αλλά γιατί;»
«Επειδή!»
«Α! Εντάξει! ‘Άμα είναι επειδή…. Να πάμε… Αλλά, για το όνομα του Βελζεβούλη», δείχνει το πετσοκομμένο δέντρο, «μια τσεκουριά απόμεινε! Κοίτα μωρέ, μια τσεκουριά και θα ‘ρθουνε τα απάνω ακάτω!»
«Εγώ πάντως φεύγω» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ αδιάφορος για τις αιτιάσεις του φίλου του. Κατευθύνεται προς τον ανελκυστήρα και πατάει κλήση. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα. Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ αφού κοιτά λυπημένα για τελευταία φορά το δέντρο τρέχει ξωπίσω του.
«Ομπρός, για τον άνω κόσμο» λέει ενθουσιασμένος ο ΚΕΦΑΛΑΣ και η πόρτα του ανελκυστήρα κλείνει.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΑΞΗΣ ΠΡΩΤΗΣ
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΣΚΗΝΙΚΟ: Εξοχή, δέντρα θάμνοι ένα ρυάκι διασχίζει την σκηνή, πρόβατα και αγελάδες βόσκουν αμέριμνα ενώ στην αριστερή άκρη της σκηνής έξω από ένα μητάτο ένας χωριάτης μουστακαλής με ψαρά μαλλιά και ντυμένος με πατατούκα, χοντρά χειροποίητα παπούτσια και καβουράκι σουβλίζει ένα μικρό γουρουνόπουλο.
Οι καλικάτζαροι ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και ΚΕΦΑΛΑΣ λιπόσαρκοι, μαύροι και άραχλοι μπαίνουν από το δεξιό άκρο της σκηνής κάνοντας κωλοτούμπες, βαρώντας τα πόδια τους στον αγέρα, σπρώχνουν και πειράζουν ο ένας τον άλλο σαν χάρτινες φιγούρες που ο καραγκιοζοπαίχτης έχει χάσει τον έλεγχο.
«Γιούπι» λέει ο κεφάλας
«Ούρα»
«Μούρα;»
«Όχι Μούρα, ούρα»
«Α!»
«Κιούπι;»
«Όχι κιούπι βρε, γιούπι!»
«Α! Γιούπι. Ναι Γιούπιιιιι!» συναινεί ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
Ο ΚΕΦΑΛΑΣ σταματάει τα χοροπηδητά προτείνει την μύτη του σα λαγωνικό και την συστρέφει 180 μοίρες. «Ρε! Ωρε. Ρε συ. Κάτι μυρίζει εδώ. Κάτι μυρίζει θαυμαστά!»
«Ώχου η μυτόγκα μου, το μυρίζω και εγώ βρε. Κάτσε να δεις, την θυμάμαι αυτή την μυρουδιά. Γουρουνόπουλο!»
Πιάνονται αγκαλιά, χοροπηδούν και φωνάζουν ρυθμικά «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
Και πάλι «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
Ο χωριάτης στρέφεται προς το μέρος των ξωτικών, γουρλώνει τα μάτια του από την τρομάρα αλλά σύντομα ανακτά την ψυχραιμία του. Το χωριό απέχει περισσότερα από πέντε χιλιόμετρα από την στάνη, ακόμα και αν προσπαθούσε να διαφύγει δεν θα είχε καμία ελπίδα, γέρος άνθρωπος ενάντια δε δύο γοργοπόδαρους καλικατζάρους. Αποφασίζει να παραστήσει τον αδιάφορο, άλλωστε έχει κι εκείνος τα μυστικά του όπλα!
Οι καλικάτζαροι τον πλησιάζουν χοροπηδώντας και πάντα φωνάζοντας ρυθμικά «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
«Ε, μάστορα» τον φωνάζει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ μόλις σιμώνουν την φωθιά.
Ο χωρικός δεν δίνει σημασία σα να μην άκουσε τίποτα και συνεχίζει να γυρίζει την σούβλα
«Σε κουφάλογο πέσαμε!» λέει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ στον ΚΕΦΑΛΑ
Οι καλικάτζαροι στέκονται αλύγιστοι μπροστά στον χωρικό κάνοντας χειρονομίες μπροστά στο οπτικό του πεδίο. «ΜΑΣΤΟΡΑΑΑΑΑΑ!»
Ο χωρικός συνεχίζει να παρασταίνει τον ζαβό «Ποιος είναι ετού; Ήκουσα κάτι!»
Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ μιμείται κοροϊδευτικά την προφορά του «Εδώ καλέ. Μπρουστά σου. Δεν μας ηκούς που σε ηκούμε; Δε μας θωρείς που σε θωρούμε;»
Επιτέλους ο χωρικός σηκώνει τα μάτια του. «Μνησθητί μου Κύριε!», κάνει τον σταυρό του «Τι είστε εσείς; Διαβόλοι; Άμετε από κει που ρθατε! Μνήσθητί μου Κύριε!» επανέλαβε και συνέχισε να γυρίζει την σούβλα
Η επίκληση του Κυρίου από τον χωρικό προκαλεί ρίγη στους καλικατζάρους που κλείνουν τα αφτιά τους.
«Λες να αρχίσει τα πατερημά;» ρωτάει έντρομος ο ΚΕΦΑΛΑΣ
«Ε; Κι άμα αρχίσει; Σου φαίνεται για τραγόπαπας;»
«Πιο σιγά, θα μας ακούσει;»
«Σιγά μη μας ακούσει το κουφάλογο!». Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ κάνει τα χέρια του χωνί και φωνάζει στον χωρικό «Δεν είμαστε διαβόλοι στραβούλιακα! Δεν θωρείς;»
Ο ΚΕΦΑΛΑΣ τον μιμείται «Ούτε τριβόλοι είμαστε, ζωντόβολο!»
«Δεν είσαστε διαβόλοι το λοιπό… Και ίντα θέλετε τότενες;»
«Να κόψουμε μια βουκίτσα γουρουνόπουλο μπάρμπα. Μια βουκίτσα» ψευτοπαρακαλάει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
«Ναι, μια βουκίτσα Μπαρμπότσαλε! Μια βουκίτσα, να τόσο δα μικρούλα» λέει ο κεφάλας και δείχνει με τα χέρια ένα μέγεθος που ολοένα μεγαλώνει. «Σιχάθηκα τις Βαθράκοι!»
«Σκάσε ρε!» τον επαναφέρει στην τάξη ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
«Μια βουκίτσα μπάρμπα!»
«Μια βουκίτσα!»
«Να με συμπαθάει η χάρη σας μα το γουρουνόπουλο είναι για την φαμελιά μου! Εννέα νοματαίοι. Θα σας έδωνα μα δε φτάνει» λέει ο χωρικός συνεχίζοντας να γυρίζει τη σούβλα.
«Αυτή η μυρωδιά με έχει βαρέσει στη μύτη» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ. «θα βουτήξω»
«Δώσε μας λίγο γουρουνόπουλο μπάρμπα» παρακαλεί ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και έπειτα αλλάζοντας απότομα ύφος «Μη σε κλωτσήσω στον κώλο»
«Ε! Που να σας πάρει και να σας σηκώσει» αγριεύει ο χωρικός
«Μας πήρε και μας σήκωσε βλαμμένε. Τούρλωσε τον κώλο σου να σε κλωτσήσομε. Τι κάθεσαι;», απευθυνόμενος στον ΚΕΦΑΛΑ, «Δώστου μια στον κώλο!»
«Είναι καθιστός! Άμα δε μας δίνει να φάμε θα το μαγαρίσουμε. Θα βγάλω τώρα τη μαλαπέρδα μου και θα δεις μπαρμπότσαλε» λέει ο κεφάλας και κάνει να ξεκουμπώσει το κοντοβράκι του.
«Όχι ρε μπουμπουνοκέφαλε!»
«Ποιον είπες μπουμπουνοκέφαλε ρε;»
«Εσένα βρε μπουμπούνα! Άμα το μαγαρίσεις, πώς θα φάμε το λαχταριστό γουρουνόπουλο;»
«Αφού δε μας δίνει!»
«Θα μας δώσει! Κλώτσα τον στο καλάμι!»
«Κλώτσα τον εσύ»
«Εσύ κλώτσα τον»
«Γιατί εγώ;»
«Και γιατί όχι;»
«Και γιατί ναι;»
Εντωμεταξύ, και ενώ διαμειβόταν ο διάλογος μεταξύ των καλικατζάρων ο άνθρωπος που είχε παντελώς αγνοηθεί σηκώθηκε και αντικρίζοντας πλέον στα ίσα τους καλικατζάρους που μαλώνανε είπε
«Με συγχωρεί η αφεντιά σας κακομούτσουνοι κύριοι που δεν είστε διαβόλοι και τριβόλοι. Μπορώ να πηγαίνω εγώ;»
«Τι είπε το μορμολύκειο;» απευθύνθηκε στον ΚΕΦΑΛΑ ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
«Σε είπε κακομούτσουνο!»
«Όχι εμένα, εσένα είπε!»
«Θα του φάγω τον κόκκυγα!»
«Θα του χώσω την πατούσα μου στον κώλο!»
«Θα του δαγκώσω τη γάμπα!»
«Θα του κόψω το λαρύγγι!»
«Συμπαθάτε με διαόλοι μα προτού με κακοποιήσετε σάμπως τα λέτε αναμεταξύ σας έχω κατιτίς για σας!» είπε ο χωρικός διακόπτοντας τις απειλές.
«Βγάλε γρήγορα τα μανταλάκια», προέτρεψε τον ΚΕΦΑΛΑ ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ, «Πάλι σκόρδο! Πάλι σκόρδο…» παραπονέθηκε
Οι δύο καλικάτζαροι έβγαλαν δύο μανταλάκια από τα παντελονάκια τους και τα εφάρμοσαν στην μύτη.
«Άντε Κακοχυμένε, βγάλτα σκόρδα!» είπε ο ΚΕΦΑΛΑΣ
«Δεν έχω σκόρδα καλέ» είπε ο γέροντας γελώντας.
«Κι αμά! Τι έχεις μπάσταρδε, βρωμύλο;» ρώτησε άγρια ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
«Ναι ρε, τι έχεις;» ρώτησε και ο ΚΕΦΑΛΑΣ
«Να! Έχω τούτο δω για σένα», έβγαλε ένα μικρό κόσκινο από τον ντουρά του και το έδωσε στον ΚΕΦΑΛΑ, «και ετούτο εδώ για σένα!», ξετρύπωσε ένα μεγαλύτερο και το έδωσε στον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
«Όχι ρε πούστη! Πάλι κόσκινο!» σχολίασε απηυδισμένος ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
«Ω! Ένα κόσκινο!!» θαύμασε ο ΚΕΦΑΛΑΣ και έπειτα κοίταξε με φθόνο το κόσκινο του συντρόφου του. «Θέλω το μεγάλο» είπε.
«Αποκλείεται!»
«Θέλω τα μεγάλο είπα!»
«Αφού δε μετράς πάνω από το δύο βρε μαχλέπα!»
«Γιατί εσύ μετράς; Θέλω το μεγάλο είπα! Το μεγάλο, το μεγάλο, το μεγάλο!»
«Ε, πάρτο!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ και του το φόρεσε καπέλο.
«Γκρρ. Θα σε πλακώσω ρε!», έβγαλε το κόσκινο από το κεφάλι κοίταξε διαδοχικά το κόσκινο και τον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ. Και άρχισε να μετράει τα δύο πρώτα τετραγωνάκια στην πάνω αριστερή γωνία δείχνοντάς τα με το δάκτυλο «Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο….»
«Είσαι ντιπ χαζός!», παρατήρησε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ. «Πώς θα μετρήσει το κόσκινο άμα μετράς τα δύο πρώτα τετραγωνάκια συνέχεια;»
«Σκάσε! Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο…. Γιατί εσύ πώς θα το μετρήσεις;»
«Να ρε βλάκα, κοίτα: ένα-δύο-τέσσερα-πέντε-έξι-επτά-οκτώ-εννιά-δέκα-ένδεκα-δώδεκα-δεκατέσσερα»
«Σαν κάτι να ξεχνάς! Μετά το δυο και πριν το τέσσερα είναι κάτι»
«Άντε ρε! Μήπως είναι το δυόμισι ή το τεσσαρόπαρα ή μήπως το άλλο… το άλλο ντε, άντε πες το να πας στο κακό το κατευόδιο»
«Και πώς θα μετρήσεις σωστά δίχως το άλλο βρε μπακλαβοκάστανο;»
«Ωχ! Τι είναι πάλι τούτο; Μπακλαβοκάστανο! Ανάθεμα κι αν το χω ξαναματακούσει!»
Άξαφνα ο ΚΕΦΑΛΑΣ παρατηρεί ότι στο εντωμεταξύ ο γέρος χωρικός έχει πάρει διακριτικά το γουρουνόπουλο και έχει γίνει λαγός.
«Βρε συ», λέει, «Πού είναι ο βλαμμένος;»
«Ωχού! Μας την έκανε ο μπαγάσας!»
«Βρε τον τραγότσαλο!»
«Τον σαμιαμιδοβρωμυλοσκατουλογέρα!»
«Τον σαρδαναπαλοσκατουλοτσελιγκομέρμυγκα!»
«Ρε τον φουσκοσκουκηκομερμηγκότρυπα!»
«Ρε τον… Άμα πια, αυτή τη δουλειά θα κάνουμε; Σκάσε και μέτρα!» απηύδησε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ.
«Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο……»
«ένα-δύο-τέσσερα-πέντε-έξι-επτά-οκτώ-εννιά-δέκα-ένδεκα-δώδεκα-δεκατέσσερα……»
Τα φώτα της σκηνής σβήνουν και ξανανάβουν μετά από λίγο…..
Οι δύο καλικάτζαροι μετρούν ακόμα.
«Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» ρωτά ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ τον ΚΕΦΑΛΑ
«Ένα-δύο, ένα-δύο… Τετραγωνικά! Γιατί;»
«Γιατί τελείωσα το μέτρημα!»
«ΆστοΓέρο-Διάολο!»
«Πούντος;»
«Όχι σε έστειλα στον διάολο»
«Α! Εντάξει. Σοβαρά τελείωσα. Πέντε χιλιάδες εκατόν δέκα έξι. Κουκιά μετρημένα.»
«Άσε ρε. Κι αυτά που λείπουν;»
«Α ρε μπουμπούνα. Κάθε δεκάδα βγάνω ένα, εμέτρησα πεντακόσιες δώδεκα δεκάδες, πέντε χιλιάδες εκατόν δέκα έξι μείον πεντακόσα δώδεκα ισούται με τέσσαρες χιλιάδες οκτακόσα τέσσερα τετραγωνάκια! Άρπα τη! Εσύ που είσαι;»
«Στο δύο. Καλά πάω;» ρώτησε ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
«Μια χαρούλα. Τελειώνεις…. Τον παρεπόμενο αιώνα. Χέστα..» του πήρε το κόσκινο από τα χέρια.
«Μα;» διαμαρτυρήθηκε ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
«Δεν έχει μα! Δεν βλέπεις ό,τι βλέπω;»
«Πού πού πού;»
«Να εκεί» του έδειξε προς το ποταμάκι. «Εκείδα, μια προβατίνα, χάρμα ιδέσθαι! Με βλεφαριάζει!»
«Εκπάγλου καλλονής! Θα με συστήσεις στη φίλη της;»
«Εγγυημένα πράγματα.»
Οι δύο καλικάτζαροι κινούνται προς τις προβατίνες. Αυτές τρέχουν και συστρέφονται προσπαθώντας να τους αποφύγουν αλλά δεν την γλιτώνουν και οι δύο καλικάτζαροι τις καβαλάνε
«Ντέι ντέι» κάνουν οι καλικάτζαροι και ταυτόχρονα με την καβαλαρία τσιμπούν και μερικά από τα τσιμπούρια σα να ήταν ξηροί καρποί
«Μεεε» διαμαρτύρονται με τραγικές οιμωγές οι προβατίνες
«Ντέι ντέι» αλαλάζουν οι καλικάτζαροι «Νόστιμα τσιμπούρια ε;»
«Μα την αλήθεια!»
«Μεεε» διαμαρτύρονται πιο ξεψυχισμένα οι προβατίνες ώσπου πέφτουν κατάχαμα.
«Ψοφήσανε;» ρωτάει ο ΚΕΦΑΛΑΣ
«Μπα. Κοιμηθήκανε από την φχαρίστησή τους. Δες πως μας κοιτούν οι αγελάδες. Ζηλέψανε. Πάμε να τις βατέψουμε;»
«Βαριέμαι μωρέ!»
«Έλα βρε μπουμπούνα, ψυχικό θα κάνεις. Ξέρεις τι είναι να σε βατεύουν βόδια;»
«Μα δεν έχουν ωραίο τρίχωμα. Ούτε τσιμπούρια.»
«Ναι αλλά μουγκανίζουν υπέροχα. Κοίτα αυτά τα υπέροχα αγελαδινά μάτια. Αμόλα!»
ΤΕΛΟΣ Β ΠΡΑΞΗΣ
Από την κλειστή αυλαία ακούμε τα μουγκανητά διαμαρτυρίας των αγελάδων ώσπου παύουν οριστικά και ο γδούπος του σώματος των τεράστιων ζώων συμπληρώνει την εικόνα.
Ετικέτες: Θεατρικό, Χρήστος Σιδερής
Σάββατο, Ιανουαρίου 31, 2009

Ιούλιος 12, 2045 μ.Χ.
ΑΟΡΑΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΗ
Ο Λγσόι παρακολουθούσε τον πλανήτη εδώ από την άνετη και αθέατη τροχιά του εδώ και κάμποσες περιστροφές. Μολονότι η κατόπτευση της Γης θεωρούταν αγγαρεία, το αγροτικό του ας πούμε, ποτέ δεν έπαψαν να τον διασκεδάζουν οι γήινοι! Παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην επιστημονική έρευνα αλλά περισσότερο την επιστημονική φαντασία.
«Υπερδιάστημα!,» μονολόγησε, «τόσο, μα τόσο ευφάνταστοι! Ή το άλλο, Ταξίδι με την ταχύτητα του φωτός σε κρυονική στάση! Απίστευτη φαντασία, απόλυτος παραλογισμός!!!»
Το καλύτερο βεβαια από όλα τα απίστευτα είχε δει και διαβάσει ήταν τα ταχυόνια, “ταξίδι με δέσμη ταχυονίων”! Είχαν μάλιστα συμπεράνει ότι υπάρχουν ταχυόνια παρόλο που κανείς δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη ή την ένδειξη τής ύπαρξης ενός ταχυονίου. Αλλά και οι σκουληκότρυπες που επέτρεπαν την στιγμιαιά μεταφορά σε χαοτικές αποστάσεις. Οι σκουληκότρυπες ήταν βασισμένες στην αντίληψη ότι πιθανά κάποιος μπορεί να ταξιδέψει στο σύμπαν μέσω μιας Μαύρης Τρύπας! Όπως επίσης και ο διακτινισμός ή εξ ων συνετέθη, υποθέτωντας δηλαδή ότι ένα αντίγραφο ενός ανθρώπου μπορεί να μεταφερθεί ατόφιο από το ένα μέρος στο άλλο ενώ ο αρχικός άνθρωπος, αλήθεια, τι να συνέβαινε στον αρχικό άνθρωπο; «Μπιμμ μι απ Σκότι» μια από τις κλασικές ατάκες του Σταρ Τρεκ.
Το πλέον περιέργο με όλα αυτά όμως ήταν ότι ήταν αλήθεια!
Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΗΣ ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΟΦ
«Τίναξέ τους στον αέρα. Τους Γαμιόληδες!» ούρλιαξε καλύπτοντας τον ορυμαγδό του μεγάλου τρυπανιού.
«Ρε μωρό, είσαι σίγουρη; Έχει και γυναικόπαιδα ο γαμημένος καταυλισμός!»
«Πρώτον, μη με λες μώρο. Και δεν είμαι Σου! Τα ΄χουμε πει αυτά», με κοίταξε απηυδισμένη, «δεύτερον, δεν είναι γυναικόπαιδα, είναι φασιστάκια και φασιστομάνες. Πουτάνες και πουστάκια, no offence for the real gays and putas», συμπλήρωσε στα αγγλικά. «Έπειτα... υποννοείς κάτι υποτιμητικό για τις γυναίκες;»
«Ε! Τι εννοείς;»
«Είπες γυναικόπαιδα παλιομαλάκα, τι εννοείς, ότι οι γυναίκες είναι αδύναμες σαν παιδιά και πρέπει να προστατεύονται, φαλλοκράτη μαλάκα! Στο μεσαίωνα ζούμε; Ε; Πες μου, αυτό εννοούσες; »
«Με παρεξήγησες, απλά σκέφτομαι ότι δεν είναι καλό να σκοτώσουμε γυναίκες και παιδιά γιατί...»
«Τι γιατί; Είναι κατώτερες οι γυναίκες ηλίθιε; Αυτό εννοείς; Νομίζεις πως είσαι καλύτερος από εμένα σαβουρογάμη βλαμμένε;»
«Όχι! Δεν είπα κάτι τέτοιο...»
«Τι είπες τότε ρε αρχίδι;»
Δεν έβγαζα άκρη. «Υποσχέθηκες πάντως», ψέλισσα.
«Υποσχέθηκα ρε σαβουρογάμη, υποσχέθηκα να σου κάτσω. Μην περιμένεις όμως έρωτες και μαλακίες», κατέστησες σαφές.
Τρία χρόνια την φλέρταρα την καριόλα. Μόνο γαμήσι; Μόνο γαμήσι! Μού έφτανε! Πέρασα τον κωδικό στον χειρο-υπολογιστή χωρίς δεύτερη σκέψη. Για μια στγμή το σύμπαν κράτησε την ανάσα του, ενδόμυχα ήλπιζα να είχαμε κάνει κάποια λάθος σύνδεση. Φέυ, κρότος, λάμψη, νέοι κρότοι και συναφείς λάμψεις και μετά φωνές, μετά κλάματα, μετά σειρήνες και μετά σιωπή.
Το ερπυστριοφόρο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα προς το κρησφύγετό μας. Επιτέλους είχε έρθει η ώρα να τη γαμήσω! Παλιοκαριόλα! Αλλά δεν ήταν η τυχερή μου ημέρα. Νοιώσαμε την Γη να τρέμει. Και ενώ απορούσα πώς ήταν δυνατόν να τρέμει η γη ενώ δεν είχα αρχίσει ακόμα να γαμάω (πόσο μάλλον να χύσω), ο κομήτης εξερράγη, μαζί τα γαμημένα μποτ, τους γαμημένους εργάτες, τα γαμημένα παιδιά και εμάς τους μαλάκες!
Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
ΥΠΕΡΔΙΑΣΤΗΜΑ - ΓΗ
Ο Όμπαμπα προσπαθούσε να πλοηγήσει το σκάφος αλλά η παρουσία της Ντέα τον εμπόδιζε να συγκεντρωθεί. Να πάρει, είναι τόσο γαμημένα όμορφη!.
Φαινομενικά η Ντέα παρακολουθούσε τις ενδείξεις του σκάφους και ελάχιστα καταλάβαινε από το περιβάλλον μιας και η νευρωνική σύνδεση με τον Κυβερνο-ορθολογιστή απορροφούσε τη σύνολο των συνειδητών πνευματικών της διεργασιών. Το υποσυνείδητό της πάντως είχε επίγνωση ότι ο Όμπαμπα έριχνε κλεφτές ματιές. Το αν κάποια στιγμή αποφάσιζε να μοιραστεί την πληροφορία μαζί της ήταν άλλη υπόθεση. Ως γνωστό, τα υποσυνείδητα δρούσαν αυτόβουλα και μοιράζονταν μόνο τις πληροφορίες που ήθελαν να μοιραστούν. Ακόμα και οι ικανότεροι Υερείς δεν κατάφερναν να συνεννοηθούν απόλυτα με τους ατομικούς Υ, πόσο μάλλον με το Συλλογικό Υ, το ΣΥΝ-Υ, τον γνώστη και θεματοφύλακα του Όλον.
Ο Όμπαμπα προσπάθησε να τιθασεύσει το πάθος του. Δεν ήταν και εύκολο. Είχε διαλέξει να πλοηγήσει το σκάφος χειροκίνητα για να τής κάνει εντύπωση κι αυτή αντί να τον κοιτάξει με θαυμασμό τον αγνόησε και συνδέθηκε με τον Κυβερνο-ορθολογιστή μόνη της! Στην ουσία τον πρόσεχε μην κάνει καμία χοντρομαλακία και πέσουν πάνω σε κανένα μετεωρίτη μόλις βγουν από το υπερδιάστημα.
Ο Όμπαμπα μετάνιωσε για την επιλογή του. Αν είχε συνδεθεί και εκείνος θα την ένιωθε κοντά του έστω και με διάμεσο τον Κυβερνο-ορθολογιστή.
«Διαγραφή», είπε και η κατάρα του παραδόξως ώθησε το Υ της Ντέα να στρέψει τα γαλανά μάτια της κοπέλας πάνω.
Παρέστησε τον αδιάφορο. Ήταν αδύνατο να είχε ακούσει την κατάρα. Μόνο το υποσυνείδητο της μπορούσε και δεν πίστευε ότι η Ενδοσυνεννόησή της βρισκόταν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο έτσι ώστε να πληροφορηθεί εκ των υστέρων τι είχε ψελλίσει. Φυσικά το Υ μπορούσε να δώσει όλες τις πληροφορίες με τη μορφή συναισθημάτων. Μπορούσε δηλαδή να τής δημιουργήσει μία διάθεση να τον περιπαίζει. Μα τι στη διαγραφή σκέφτομαι τώρα, αναλογίστηκε ο Όμπαμπα. Έτσι κι αλλιώς είναι ηλίου φαεινότερον ότι μού αρέσει τόσο πολύ που είμαι έτοιμος ακόμα και να εξορύσω όνυμ στις φυλακές του Ταρκτορύρ-εγκ για να ενωθώ μαζί της.
Αποφάσισε να αφοσιωθεί στην πλοήγηση. Διάβασε τις ενδείξεις στο τερματικό μπροστά του. Όλα πήγαιναν καλά, πολύ σύντομα θα έφταναν στο Συλλογικό Ήλιο Χαβθάν. Τότε θα άρχιζε το ερευνητικό έργο. Έπρεπε να βρουν πλανήτες με συνθήκες ικανές να δημιουργήσουν έλλογες μορφές ζωής, να εξετάσουν όσες έχουν ήδη αναπτυχθεί, χωρίς να έρθουν σε επικοινωνία με τούς κατοίκους ή να προσγειωθούν σε όσους πλανήτες ενείχαν αυτές τις προϋποθέσεις. Τρομερά βαρετή δουλειά! Σπάνια συναντούσαν αξιομνημόνευτες μορφές ζωής και πολύ σπάνια αυτά τα όντα είχαν την ικανότητα επικοινωνίας. Ο Ομπαμπά σκεπτόταν ότι οι Τεράστριαλ ήταν η πιο τεχνολογικά εξελιγμένη κοινωνία στο χαρτογραφημένο Χάος, με την εξαίρεση των Μπριβντόνιων. Αλλά αυτοί ήταν μία άλλη ιστορία.
Το σκάφος που πλοηγούσε ο Όμπαμπα δεν ήταν το μοναδικό που είχε σταλεί στον Συλλογικό ήλιο Χάφθαν. Αρκετές χιλιάδες σκάφη κατευθύνονταν προς τον ΣΥΝ-Η-Χάβθαν και ακόμη περισσότερα προς τούς υπόλοιπους χαρτογραφημένους ΣΥΝ-Η. Αναρωτιόταν ποιός ήταν ο σκοπός αυτής τής αναζήτησης. Ποιά σημασία μπορεί να είχαν για τους Τεράστριαλ μία σειρά από πρωτόγονες τεχνολογικά κοινωνίες;, αναρωτιόταν μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι αν έκανε αυτή την ερώτηση στο Σαμάνο τού σκάφους θα υπέμενε μία μακρά διάλεξη, περί τής ιερότητας τών έλλογων όντων, περί τής αμφισημίας τής ανωτερότητας, περί τών πολιτισμικών μαθημάτων που είχαν δώσει στην κοινωνία τους πολύ κατώτεροι τεχνολογικά πολιτισμοί, περί τού ιερού καθήκοντος τής αποστολής τους μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα.
Τού την έδινε ο πολιτισμικός σχετικισμός. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κλέψει από τήν αποθήκη λίγο ενισχυτικό και να συνδεθεί με το ΣΥΝ-Υ και όλα τα άλλα να πάνε να γαμηθούν. Φυσικά καλό θα ήταν να είχε και τη Ντέα αλλά τόσο αισιόδοξο σενάριο δεν το χωρούσε ο νους του.
Η υπερταχύτητα δεν είναι αστεία υπόθεση, θεωρητικά όλοι οι πλοηγοί είχαν ικανότητες χειροκίνητης πλοήγησης σε μεγάλες ταχύτητες αλλά ο Όμπαμπα και αρκετοί πλοίαρχοι είχαν την γνώμη ότι οι πλοηγοί που μπορούσαν να επιτύχουν αυτό το μικρό θαύμα χωρίς την βοήθεια του Κυβερνο-Ορθολογιστή δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τα δάκτυλα των χεριών. Είχαν δίκιο! Ο πλοίαρχος του Σμενγκ ήταν μάλλον υπερήφανος που είχε ένα ικανό πλοηγό στο πλήρωμά του και τον άφηνε να παίζει τα επικίνδυνα παιχνίδια του. Μπορεί βέβαια στη χαλαρότητα τού πλοιάρχου να συνέβαλε το ότι ακριβώς τη στιγμή που το σκάφος του ήταν έτοιμο να ξεπηδήσει από το υπερδιάστημα στην περιοχή του ΣΥΝ-Η Χάφθαν, εκείνος βρισκόταν στην Έσω/αίθουσα και ενωνόταν με τον ΣΥΝ-Υ. Αυτό που έκανε ο πλοίαρχος δεν ήταν μόνο παράνομο και επικίνδυνο. Πολύ σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι ήταν η μεγαλύτερη μαλακία που είχε κάνει αξιολογημένος πλοίαρχος, αν και δεν είναι απίθανο να υπήρχαν και άλλοι πλοίαρχοι που έκαναν παρόμοιες βλακείες με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν το πλήρωσαν με τη ζωή τους.
Το διάστημα που μεσολαβεί για να επιτευχθεί μία νευρωνική σύνδεση είναι απειροελάχιστο. Οι υποδοχές που συνδέουν τη μητρική του σκάφους με το νευρικό σύστημα του πληρώματος περιμένουν τους ακροδέκτες από τον μετασχηματιστή που απορροφά την ανάδραση και τη μετατρέπει σε πληροφορία γιατί διαφορετικά τα υποκείμενα θα πέθαιναν ακαριαία από τον πόνο. Το μόνο που είχε να κάνει ο Όμπαμπα ήταν να πάρει τον ακροδέκτη και να τον βάλει στην ειδική υποδοχή τού λαιμού του. Πόσο διάστημα χρειάζεται για να κάνει αυτή τη κίνηση; Ελάχιστο. Το Ελάχιστο, ας πούμε μισό κλικ, σε μετρικούς όρους και με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 700.000 τάνι ανά κλικ σήμαινε περίπου 350.000 τάνι, δηλαδή εικοσιοκτώ φορές η απόσταση από τον Τεράστριαλ στον Ήλιο. Μπορεί ο χρόνος να απειροελάχιστος αλλά σε μία τόσο μεγάλη απόσταση πολλά μπορούν να συμβούν. Και δυστυχώς για το πλήρωμα του Σμεγκ, πράγματι κάτι συνέβη.
Εκτός από καλός πιλότος ο Όμπαμπα ήταν και ερωτευμένος. Φυσικά και γνώριζε τον κίνδυνο, να συνδεθεί τη στιγμή που το σκάφος έβγαινε από το υπερδιάστημα και εισέβαλε στο ΣΥΝ-Η Χάφθαν αλλά οι πιθανότητες να προσκρούσουν σε κάτι στο απειροελάχιστο διάστημα της μετάβασης ήταν λιγότερες και από τις πιθανότητες κάποιου να κερδίσει το πρώτο λαχνό του λαχείου σε μία κοινωνία που αριθμούσε ένα τρισεκατομμύριο επιλαχόντες τυχερούς. Η τύχη όμως παίζει περίεργα παιχνίδια. Ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι αν έκανε την αλλαγή πολύ γρήγορα σε ένα τόσο επικίνδυνο σημείο, θα κατάφερνε τουλάχιστον να αποσπάσει την προσοχή της Ντέα. Και φυσικά τα κατάφερε. Και με το παραπάνω…
Ο ακροδέκτης δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει την πορεία του. Το τράνταγμα και ο εκκωφαντικός θόρυβος ήταν τόσο ισχυρά που ο πλοίαρχος που δεν ήταν δεμένος σε θέση προσγειώθηκε με φόρα πάνω στον τοίχο. Τον βρήκαν πολύ αργότερα αιμόφυρτο σε κρίσιμη κατάσταση. Στο ελάχιστον διάστημα που μεσολάβησε από τη στιγμή της πρόσκρουσης μέχρι το Υ του Όμπαμπα να του πει τι γίνεται το διαστημόπλοιο είχε προσπεράσει σύρριζα έναν ήλιο μεσαίου μεγέθους και ένα μικρό αστεροειδή και κατευθυνόταν προς ένα πλανήτη με μη αναστρέψιμη πορεία. Ο Κυβερνο-Ορθολογιστής τού σκάφους είχε πάθει εκτεταμένες βλάβες και για να είμαστε περισσότερο σαφείς, τίποτα δεν λειτουργούσε εκτός από το πιλοτήριο. Πριν προλάβει να αντιδράσει ουδείς είχαν μπει στην ατμόσφαιρα τού πλανήτη κινούμενοι με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ευτυχώς, σκέφτηκε ο Όμπαμπα, που δεν ολοκλήρωσα την είσοδο τού ακροδέκτη στην υποδοχή. Είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να δείξει τις ικανότητές του. Θα νόμιζε κανείς ότι τα νεύρα του λαιμού του θα πετάγονταν να κάνουν καμία βόλτα, τόσο υπεράνθρωπες προσπάθειες έκανε για να αναλάβει τον έλεγχο τού πηδαλίου. Η πορεία πρόσκρουσης δεν αναστρεφόταν αλλά μπορούσε ίσως να προσγειώσει το σκάφος ομαλά. Ή περίπου ομαλά. Το σκάφος έπεφτε με κλίση 30 μοίρες και ο Ομπαμπά είδε το έδαφος. Ήταν λευκό. Το Υ του μοιράστηκε μία σκέψη: Τι σόι πέτρωμα είναι αυτό και πόσο σκληρό να είναι άραγε;. «Λίγο ακατάλληλη στιγμή δεν νομίζεις», σκέφτηκε να απαντήσει ο Όμπαμπα αλλά δεν είχε καιρό να ανοίξει κουβέντα με το Υ του. Έπρεπε να τη σώσει! Αν κατάφερνε να προσγειώσει το σκάφος η Ντέα θα εντυπωσιαζόταν τόσο πολύ που θα δεχόταν να μοιραστεί το κρεβάτι του. Το γεγονός ότι ο Όμπαμπα, ακόμα και μια στιγμή πριν την καταστροφή τού σκάφους κατάφερνε να απασχολεί το μυαλό του με τη Ντέα είναι ικανό από μόνο του να τον χαρακτηρίσει γνήσιο «καυλομάχο» ή «καυλόσαυρο». Αλλά δε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι πολλάκις όντα ωθούμενα από κατώτερα κίνητρα καταφέρνουν πολλά περισσότερα από όντα με ανώτερα κίνητρα χωρίς όμως την αντίστοιχη ικανότητα δράσης, μετουσίωσης δηλαδή των επιθυμιών τους σε πράξεις.
Όταν το σκάφος σταμάτησε το ανεξέλεγκτο γκελ του στο λευκό έδαφος προσκρούωντας πάνω σε ένα δέντρο που απείχε ελάχιστα από ένα γκρεμό ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι η Ντέα θα έλυνε τη ζώνη της, θα έπεφτε στην αγκαλιά του, θα τον έβρεχε με τα δάκρυα της, θα τον σκέπαζε με φιλιά και χάδια και έπειτα θα εξομολογιόταν το ανείπωτο πάθος της γι’ αυτόν. Η Ντέα πράγματι έλυσε τη ζώνη της αλλά παραδόξως τίποτα από τα υπόλοιπα δεν συνέβησαν, τουλάχιστον έτσι όπως τα φανταζόταν.
Αντί να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει άρχισε να τον κτυπάει με δύναμη στο κεφάλι, αντί να του εξομολογηθεί τον έρωτα της, τον έβριζε χυδαία. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αχάριστη;, ο Όμπαμπα απορούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες. Μα τι ήθελε επιτέλους από εκείνον; Δεν προσγείωσε το σκάφος; Ας του ονομάτιζε έναν, μόνο έναν πιλότο που θα κατάφερνε να αποτρέψει τη συντριβή τού σκάφους σε τόσο δυσμενείς συνθήκες. Κανείς δεν μπορούσε εκτός από αυτόν. Και όλα αυτά τα έκανε για χατήρι της! Γιατί τον έβριζε τόσο χυδαία; Άλλωστε, πού να φανταστεί ότι θα προσκρούσουν σε μετεωρίτη την στιγμή της αλλαγής. Πού να φανταστεί ότι ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου ήταν αρκετό για τόσο μεγάλη ζημιά; Γιατί λοιπόν η αγαπημένη του συνέχιζε να τόν βρίζει;
Αποφάσισε να καλύψει το κεφάλι του γιατί η Ντέα βαρούσε δυνατά. Επιπρόσθετα τού χαλούσε το κτένισμα. Χρειάστηκε τουλάχιστον μισή ώρα για να κολλήσει πλήρως τα μαλλιά του σε στυλ Τζάρβις, έτσι όπως ήταν η τελευταία μόδα. Ο Όμπαμπα όταν σκέφτηκε αυτό το τελευταίο άρχισε να κλαψουρίζει αλλά μετά θυμήθηκε τον πλοίαρχο και τον έπιασε μία ξαφνική ευθυμία. Τι να κάνει ο γερομπάσταρδος, σκέφτηκε και ο κλαυσίγελος που ξεχύθηκε από το στόμα του έκανε τη Ντέα να σταματήσει να τον κοπανάει.
Ιούλιος 14, 2045 μ.Χ.
ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ
Το Νευρόσπαστο σηκώθηκε από την καρέκλα χρησιμοποιώντας τα πόδια του.
«Ακολουθήστε με παρακαλώ» είπε.
«Είσαι Αναλογικό ή Νουτρονικό Νευρόσπαστο;» ρώτησε ο Γιόχαν Σταβίνσκι έτσι για να γίνεται κουβέντα, ποτέ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για μποτ και άλλες συσκευές Αυτόνομης Νόησης.
«Φυσικά Αναλογικό» είπε το μποτ σα να προσβλήθηκε από την εικασία του.
Ο Γιόχαν Σταβίνσκι μειδίασε. Αν τού έλεγαν σαράντα χρόνια πριν ότι ένα μποτ θα προσβαλόταν όταν το αποκαλούσε νουτρονικό θα τού φαινόταν απίστευτο! Εδώ που τα λέμε, ακόμα κι αν κάποιος έλεγε στον Γιόχαν Σταβίνσκι σαράντα χρόνια πριν, το 2005 δηλαδή, ότι θα ήταν ακόμα ζωντανός το 2045 δεν θα τον πίστευε. Είχε την πεποίθηση ότι θα ζούσε ελάχιστα μέχρι τα είκοσι οκτώ ή τα τριάντα τέσσερα. Κι όμως, σαράντα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ήταν δέκαοκτώ και ο Γιόχαν ήταν ακόμα ζωντανός και σα να μην έφτανε αυτό, σύντομα θα ήταν και άνεργος.
Μέχρι χθές ο Γιόχαν Σταβίνσκι ήταν υπεύθυνος για όλες τις εξορύξεις στον αστεροειδή Ισαάκ Ασίμοφ και ήταν υπεύθυνος για περίπου τέσσερις χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, πέντε χιλιάδες μποτ και κάμποσα ανήλικα. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι και τα μποτ ήταν νεκροί και ο αστεροειδής Ισαάκ Ασίμοφ συντρίμια!
«Φυσικά», είπε. «Με συγχωρείς».
Το Νευρόσπαστο έβαλε το χέρι του στο πόμολο της πόρτας αλλά πριν το γυρίσει στράφηκε προς τον άνθρωπο. «Περιμένετε εδώ... Παρακαλώ», συμπλήρωσε την τελευταία στιγμή.
Το Νευρόσπαστο εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα αφήνοντας τον ανθρώπινο επισκέπτη στις σκέψεις του.
Ακόμα και τώρα, την κρίσιμη στιγμή, ο Γιόχαν Σταβίνσκι δεν ήξερε τι διάολο είχε πάει στραβά στην ζώνη των αστεροειδών. Δεν ήξερε καν αν έπρεπε να απολογηθεί για κάτι ή να καταραστεί την τύχη του. Είχε άραγε, σε μια τόσο οξυδερκώς σχεδιασμένη επιχείρηση στην οποία συμπεριέλαβαν κάθε πιθανή μεταβλητή να είχε παρεισφρήσει το τυχαίο; Είχε κάνει κάποιο λάθος, είχε παραβλέψει κάτι; Ο Γιόχαν δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί, γιατί ανατινάχτηκε ο αστεροειδής που αποκαλούσαν Ισαάκ Ασίμοφ μαζί με τους τέσσερις χιλιάδες επτακόσιους ογδόντα τρεις εργάτες, τεχνικούς και προγραμματιστές και παιδιά που βρίσκονταν πάνω του! Χωρίς κανείς να συνυπολογίσει στις ανθρώπινες απώλειες τις απώλειες σε υλικό, μηχανήματα και τεχνολογία αιχμής. Μόνο τα μποτ που ανατινάχτηκαν κόστιζαν περισσότερο από τον ανελκυστήρα Γη-Σελήνη, πόσο μάλλον τα γεωτρύπανα και οι υπολογιστές. Και ο Γιόχαν Σταβίνσκι είχε την υποψία ότι το κονσόρσιουμ ενδιαφερόταν περισσότερο για την μετάφραση των απωλειών σε χρήμα παρά για τις απώλειες αφ εαυτές.
Το άνοιγμα της πόρτας ρυμούλκησε την συνειδητότητα του Γιόχαν από τις σκέψεις του. Το μποτ έκανε την εμφάνιση του.
«Περάστε», είπε παραλείποντας εντελώς το παρακαλώ αυτή τη φορά. Ο Γιόχαν δεν ήταν συμπεριφοριστής Νευρόσπαστων, ήξερε όμως ότι ένα μποτ όφειλε να είναι τυπικό. Και τούτο δω δεν ήταν. Ο Γιόχαν ήξερε επίσης ότι δεν ήταν πολιτικά ορθό να αποκαλείς ένα μποτ, μποτ, έπρεπε να το αποκαλείς Νευρόσπαστο αλλά είχε την αίσθηση ότι παρότι είχε σκεφτεί συχνά το σάιμποργκ ως μποτ δεν το είχε αναφέρει στην λεκτική τους επικοινωνία. Άλλωστε η ορολογία Νευρόσπαστο ήταν από την ελληνική γλώσσα και κάποια από τις θαμμένες μνήμες του Γιόχαν υπονοούσε ότι ο όρος αυτός δεν ήταν φορτισμένος με θετικό περιεχόμενο. Αλλά βέβαια, μπορεί και να έκανε λάθος.
Ο Γιόχαν εισχώρησε στο ημιφωτισμένο γραφείο παρατηρώντας στιγμιαία την μινιμαλιστική διακόσμηση. Δύο ρέπλικες γνωστών έργων διακοσμούσαν εκατόν είκοσι τετραγωνικά λευκού τοίχου.
Τα απολύτως απαραίτητα, σκέφτηκε. Πολύ αποδοτικό όντως! Η ματιά του έπεσε στο Νευρόσπαστο Επίτροπο αγνοώντας ένα δεύτερο Νευρόσπαστο που τον παρατηρούσε από τον καναπέ.
«Καθίστε κύριε Σταβίνσκι» είπε ο Επίτροπος και έδειξε την πολυθρόνα δίπλα στο δεύτερο Νευρόσπαστο.
«Μάλιστα κύριε Επίτροπε» είπε.
Έριξε μια αδιάφορη ματιά στο δεύτερο Νευρόσπαστο και κάθισε στην πολυθρόνα. Δεν ανησυχούσε για τις ποινικές ευθύνες, δεν ήταν ακόμα ώρα. Τα Νευρόσπαστα δεύτερης κατηγορίας της δημόσιας διοίκησης δεν είχαν δικαιοδοσία να απονείμουν ποινές. Επίσης ήταν σίγουρος ότι η αυτοψία που θα έκαναν στον τόπο του ατυχήματος και τα συμπεράσματα τους θα ήταν απόλυτα αντικειμενικά. Φυσικά αποτελούσε φυσικό συνεπακόλουθο ότι θα έχανε την δουλειά του. Υπήρχε όμως και ο ιδιωτικός τομέας.
Ο Γιόχαν περίμενε στωικά τον Επίτροπο να μιλήσει και τότε παρατήρησε ότι το δεύτερο Νευρόσπαστο άπλωσε το χέρι του στο γραφείο του Επιτρόπου, άδραξε μια καραμέλα. Η καραμέλα έμεινε μετέωρη για ελάχιστα δευτερόλεπτα λίγα εκατοστά από τα χείλη του, χρόνος στον οποίον ο άντρας παρατηρούσε τον Γιόχαν που είχε παγώσει από την τρομάρα του, και έπειτα η καραμέλα εξαφανίστηκε στο στόμα του άντρα που βέβαια δεν ήταν νευρόσπαστο γιατί τα νευρόσπαστα δεν έτρωγαν καραμέλες, τα νευρόσπαστα δεν κινούσαν τα μέλη τους με την άνεση των ανθρώπων αλλά με μηχανικό τρόπο.
Αυτό ήταν, την γαμήσαμε!, σκέφτηκε ο Γιόχαν και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο ο άνθρωπος δίπλα μίλησε.
Στο ελάχιστο χρόνο που χρειάστηκε ο φωνή του άντρα να φτάσει στο αφτί του ο Γιόχαν Σταβίνσκι πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο άντρας δίπλα του, μιας και το διοικητικό προσωπικό όλων των δημοσίου συμφέροντως οργανισμών ήταν μποτ, μπορούσε να είναι μονάχα δύο πράγματα, είτε μέλος της σέκτας των δικαστών, είτε ένας από τους αιρετούς συμβούλους, δηλαδή μέλος της κυβέρνησης! Αυτό επίσης σήμαινε δύο πράγματα και τα δύο δεν προοιώνιζαν τίποτα το θετικό για την καριέρα του. Ο Γιόχαν δεν πρόλαβε να σκεφτεί πόσο γρήγορα έκανε αυτόν τον συσχετισμό γιατί η φωνή του άντρα έφτασε ασκαρδαμυκτί στα αφτιά του και ο εγκέφαλος άρχισε να μεταφράζει τις ταλαντώσεις.
Ο άγνωστος άντρας δίπλα στον Γιόχαν δεν άρχισε και πολύ εντυπωσιακά το λογύδριο του «Θέλετε μία καραμέλα κύριε Σταβίνσκι;» ρώτησε. Άπλωσε το χέρι του πήρε μια μακρόστενη, κυλινδρική καραμέλα από το ειδικό κυτίο και την πρόσφερε στον Γιόχαν. Ο Γιόχαν κοίταξε την καραμέλα σα να του προσέφεραν καπνιστή ρέγγα. Παρόλα αυτά, την πήρε χωρίς να κοιτάξει τι γεύση είχε και προσπαθώντας επιμελώς να μην αγγίξει την παλάμη τού άντρα.
Κεράσι. Ευτυχώς! Τού άρεσε το κεράσι. Συχνά στα γραφεία των μποτ είχε δοκιμάσει καραμέλες βουτύρου που τον αηδίαζαν.
«Κύριε Σταβίνσκι, είστε γεωλόγος μηχανικός με ειδικότητα στις εξωγήινες εξορύξεις, σωστά;», ρώτησε ο άντρας χωρίς να βέβαια να περιμένει τον Γιόχαν να τελειώσει με το γλύψιμο της καραμέλας μιας και αυτές οι καραμέλες δεν τελείωναν ποτέ!
«Μάλιστα» είπε ο Γιόχαν νιώθωντας τους χυμούς σιελογόνων να πλημμυρίζουν το στόμα του. Κατάπιε το σάλιο του. «Κι εσείς;» ριψοκινδύνεψε.
«Με συγχωρείτε, λησμόνησα να συστηθώ. Λέγομαι Μπράιαν Μπάνερμαν, είμαι ανακριτής της ειδικής υπηρεσίας Εξωγήινων Ερευνών Φυσικών Πόρων».
Ανθρώπινος Μπάτσος, είχε ακούσει ότι υπήρχαν μερικοί μπάτσοι που δεν ήταν μποτ. Είχε επίσης ακούσει ότι χρησιμοποιούνταν για να παγιδεύσουν κάποιους; όταν η κυβέρνηση αποφάσιζε ότι υπήρχαν λόγοι πλανητικής ασφαλείας για να αφεθεί η απόφαση στην αντικειμενικότητα των μποτ. Παράστησε τον έκπληκτο.
«Ανθρωπος ανακριτής!», είπε, «δεν ήξερα ότι υπήρχαν!».
Ο άνθρωπος που λεγόταν Μπάνερμαν μειδίασε. «Υπάρχουν κύριε Σταβίνσκι. Ελάχιστοι, αλλά υπάρχουν. Και, ξέρετε, αναλαμβάνουμε μόνο ανακρίσεις μεγίστης πολιτικής βαρύτητας!». Η τελευταία φράση ενείχε υποψία απειλής. Χμ... γράψε βεβαιότητα να είμαστε μέσα.
Το στόμα του Σταβίνσκι θα στέγνωνε αν δεν πιπιλούσε την καραμέλα κεράσι. Μη δείξεις ότι φοβάσαι, σκέφτηκε, μην τον αφήσεις να πιστεύει ότι είσαι ένοχος, θα σε αντιμετωπίσει με προκαλάληψη προκαταλαμβάνωντας ή και προκαθορίζοντας το αποτέλεσμα της έρευνας. Είσαι άνετος, πολύ άνετος...
Αλλά δεν ήταν. Υπό κανονικές συνθήκες ο Σταβίνσκι δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για τις προκαταλήψεις του ανακριτή. Τα μποτ δεν επηρεάζονταν από τις παραμέτρους της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εξέταζαν μόνο γεγονότα. Και τα γεγονότα θα έδειχναν ότι το ατύχημα δεν οφειλόταν σε δικό του λάθος. Μάλλον...
Όπως και να ‘χε η κατάσταση, που ήταν ήδη αρκετά γαμημένη από μόνη της, είχε περιπλεχθεί εις την (α), όπου (α) ο ανθρώπινος παράγοντας και κάτι του έλεγε ότι το (α) ήταν ανώτερο του (ν)! Ασυναίσθητα έφερε το χέρι του στο στόμα με απώτερο σκοπό να μασουλήσει τα νύχια του. Ήταν ήδη φαγωμένα!
«Κύριε Σταβίνσκι», είπε ο Μπάνερμαν επίσημα και ο Σταβίνσκι κατάπιε την καραμέλα συνειδητοποιώντας ότι πιπιλούσε ασυναίσθητα τα δάχτυλά του. Παράστησε ότι έξυνε την μύτη του.
«Δεν είμαι εδώ για να “στήσω” κατηγορίες εναντίον σας, δεν ψάχνουμε για αποδιοπομπαίο τράγο. Όπότε, μην ανησυχείτε και αφήστε τα νύχια σας για να ανοίγετε τις μπύρες».
Παραδόξως ο Γιόχαν έδινε ελάχιστη προσοχή στα λόγια του ανακριτή. Τον απασχολούσε κυριως το μέγεθος της καραμέλας που κατάπιε. Και το σχήμα της! Ήλπιζε δε ότι η καραμέλα θα αποφάσιζε να εκκενώνονταν σε μάκρος και όχι σε πλάτος.
«Κύριε Σταβίνσκι!» του έπιασε το χέρι. Η επαφή τον έκανε να αναπηδήσει! «Με παρακολουθείτε;»
«Με συγχωρείτε», ψέλισσε, «Κατάπια την καραμέλα μου!»
Ο ανακριτής κοίταξε τον Γιόχαν με συμπάθεια αναμεμιγμένη με αυστηρότητα και, αφού δίστασε στιγμιαία, ξέσπασε σε βροντερά γέλια. Το νευρόσπαστο επίτροπος κοίταξε αμήχανα τους δύο ανθρώπους μπροστά του που γελούσαν μέχρι δακρύων και σκέφτηκε πράγματα που σκέφτονται τα νευρόσπαστα τα οποία διαφεύγουν την αντίληψης του συγγραφέα που μπορεί ενίοτε να είναι νευρικός και πάντα πολύ σπαστικός αλλά αδυνατεί να μαντέψει τι σκέφτονταν τα νευρόσπαστα για τις καθαρά ανθρώπινες αντιδράσεις.
Ετικέτες: Μυθιστόρημα, Χρήστος Σιδερής
