Σάββατο, Ιανουαρίου 31, 2009

Οι Θεοί των Άλλων (part1)


Ιούλιος 12, 2045 μ.Χ.
ΑΟΡΑΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΗ

Ο Λγσόι παρακολουθούσε τον πλανήτη εδώ από την άνετη και αθέατη τροχιά του εδώ και κάμποσες περιστροφές. Μολονότι η κατόπτευση της Γης θεωρούταν αγγαρεία, το αγροτικό του ας πούμε, ποτέ δεν έπαψαν να τον διασκεδάζουν οι γήινοι! Παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην επιστημονική έρευνα αλλά περισσότερο την επιστημονική φαντασία.
«Υπερδιάστημα!,» μονολόγησε, «τόσο, μα τόσο ευφάνταστοι! Ή το άλλο, Ταξίδι με την ταχύτητα του φωτός σε κρυονική στάση! Απίστευτη φαντασία, απόλυτος παραλογισμός!!!»
Το καλύτερο βεβαια από όλα τα απίστευτα είχε δει και διαβάσει ήταν τα ταχυόνια, “ταξίδι με δέσμη ταχυονίων”! Είχαν μάλιστα συμπεράνει ότι υπάρχουν ταχυόνια παρόλο που κανείς δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη ή την ένδειξη τής ύπαρξης ενός ταχυονίου. Αλλά και οι σκουληκότρυπες που επέτρεπαν την στιγμιαιά μεταφορά σε χαοτικές αποστάσεις. Οι σκουληκότρυπες ήταν βασισμένες στην αντίληψη ότι πιθανά κάποιος μπορεί να ταξιδέψει στο σύμπαν μέσω μιας Μαύρης Τρύπας! Όπως επίσης και ο διακτινισμός ή εξ ων συνετέθη, υποθέτωντας δηλαδή ότι ένα αντίγραφο ενός ανθρώπου μπορεί να μεταφερθεί ατόφιο από το ένα μέρος στο άλλο ενώ ο αρχικός άνθρωπος, αλήθεια, τι να συνέβαινε στον αρχικό άνθρωπο; «Μπιμμ μι απ Σκότι» μια από τις κλασικές ατάκες του Σταρ Τρεκ.
Το πλέον περιέργο με όλα αυτά όμως ήταν ότι ήταν αλήθεια!



Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΗΣ ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΟΦ

«Τίναξέ τους στον αέρα. Τους Γαμιόληδες!» ούρλιαξε καλύπτοντας τον ορυμαγδό του μεγάλου τρυπανιού.
«Ρε μωρό, είσαι σίγουρη; Έχει και γυναικόπαιδα ο γαμημένος καταυλισμός!»
«Πρώτον, μη με λες μώρο. Και δεν είμαι Σου! Τα ΄χουμε πει αυτά», με κοίταξε απηυδισμένη, «δεύτερον, δεν είναι γυναικόπαιδα, είναι φασιστάκια και φασιστομάνες. Πουτάνες και πουστάκια, no offence for the real gays and putas», συμπλήρωσε στα αγγλικά. «Έπειτα... υποννοείς κάτι υποτιμητικό για τις γυναίκες;»
«Ε! Τι εννοείς;»
«Είπες γυναικόπαιδα παλιομαλάκα, τι εννοείς, ότι οι γυναίκες είναι αδύναμες σαν παιδιά και πρέπει να προστατεύονται, φαλλοκράτη μαλάκα! Στο μεσαίωνα ζούμε; Ε; Πες μου, αυτό εννοούσες; »
«Με παρεξήγησες, απλά σκέφτομαι ότι δεν είναι καλό να σκοτώσουμε γυναίκες και παιδιά γιατί...»
«Τι γιατί; Είναι κατώτερες οι γυναίκες ηλίθιε; Αυτό εννοείς; Νομίζεις πως είσαι καλύτερος από εμένα σαβουρογάμη βλαμμένε;»
«Όχι! Δεν είπα κάτι τέτοιο...»
«Τι είπες τότε ρε αρχίδι;»
Δεν έβγαζα άκρη. «Υποσχέθηκες πάντως», ψέλισσα.
«Υποσχέθηκα ρε σαβουρογάμη, υποσχέθηκα να σου κάτσω. Μην περιμένεις όμως έρωτες και μαλακίες», κατέστησες σαφές.
Τρία χρόνια την φλέρταρα την καριόλα. Μόνο γαμήσι; Μόνο γαμήσι! Μού έφτανε! Πέρασα τον κωδικό στον χειρο-υπολογιστή χωρίς δεύτερη σκέψη. Για μια στγμή το σύμπαν κράτησε την ανάσα του, ενδόμυχα ήλπιζα να είχαμε κάνει κάποια λάθος σύνδεση. Φέυ, κρότος, λάμψη, νέοι κρότοι και συναφείς λάμψεις και μετά φωνές, μετά κλάματα, μετά σειρήνες και μετά σιωπή.

Το ερπυστριοφόρο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα προς το κρησφύγετό μας. Επιτέλους είχε έρθει η ώρα να τη γαμήσω! Παλιοκαριόλα! Αλλά δεν ήταν η τυχερή μου ημέρα. Νοιώσαμε την Γη να τρέμει. Και ενώ απορούσα πώς ήταν δυνατόν να τρέμει η γη ενώ δεν είχα αρχίσει ακόμα να γαμάω (πόσο μάλλον να χύσω), ο κομήτης εξερράγη, μαζί τα γαμημένα μποτ, τους γαμημένους εργάτες, τα γαμημένα παιδιά και εμάς τους μαλάκες!


Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
ΥΠΕΡΔΙΑΣΤΗΜΑ - ΓΗ

Ο Όμπαμπα προσπαθούσε να πλοηγήσει το σκάφος αλλά η παρουσία της Ντέα τον εμπόδιζε να συγκεντρωθεί. Να πάρει, είναι τόσο γαμημένα όμορφη!.
Φαινομενικά η Ντέα παρακολουθούσε τις ενδείξεις του σκάφους και ελάχιστα καταλάβαινε από το περιβάλλον μιας και η νευρωνική σύνδεση με τον Κυβερνο-ορθολογιστή απορροφούσε τη σύνολο των συνειδητών πνευματικών της διεργασιών. Το υποσυνείδητό της πάντως είχε επίγνωση ότι ο Όμπαμπα έριχνε κλεφτές ματιές. Το αν κάποια στιγμή αποφάσιζε να μοιραστεί την πληροφορία μαζί της ήταν άλλη υπόθεση. Ως γνωστό, τα υποσυνείδητα δρούσαν αυτόβουλα και μοιράζονταν μόνο τις πληροφορίες που ήθελαν να μοιραστούν. Ακόμα και οι ικανότεροι Υερείς δεν κατάφερναν να συνεννοηθούν απόλυτα με τους ατομικούς Υ, πόσο μάλλον με το Συλλογικό Υ, το ΣΥΝ-Υ, τον γνώστη και θεματοφύλακα του Όλον.
Ο Όμπαμπα προσπάθησε να τιθασεύσει το πάθος του. Δεν ήταν και εύκολο. Είχε διαλέξει να πλοηγήσει το σκάφος χειροκίνητα για να τής κάνει εντύπωση κι αυτή αντί να τον κοιτάξει με θαυμασμό τον αγνόησε και συνδέθηκε με τον Κυβερνο-ορθολογιστή μόνη της! Στην ουσία τον πρόσεχε μην κάνει καμία χοντρομαλακία και πέσουν πάνω σε κανένα μετεωρίτη μόλις βγουν από το υπερδιάστημα.
Ο Όμπαμπα μετάνιωσε για την επιλογή του. Αν είχε συνδεθεί και εκείνος θα την ένιωθε κοντά του έστω και με διάμεσο τον Κυβερνο-ορθολογιστή.
«Διαγραφή», είπε και η κατάρα του παραδόξως ώθησε το Υ της Ντέα να στρέψει τα γαλανά μάτια της κοπέλας πάνω.
Παρέστησε τον αδιάφορο. Ήταν αδύνατο να είχε ακούσει την κατάρα. Μόνο το υποσυνείδητο της μπορούσε και δεν πίστευε ότι η Ενδοσυνεννόησή της βρισκόταν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο έτσι ώστε να πληροφορηθεί εκ των υστέρων τι είχε ψελλίσει. Φυσικά το Υ μπορούσε να δώσει όλες τις πληροφορίες με τη μορφή συναισθημάτων. Μπορούσε δηλαδή να τής δημιουργήσει μία διάθεση να τον περιπαίζει. Μα τι στη διαγραφή σκέφτομαι τώρα, αναλογίστηκε ο Όμπαμπα. Έτσι κι αλλιώς είναι ηλίου φαεινότερον ότι μού αρέσει τόσο πολύ που είμαι έτοιμος ακόμα και να εξορύσω όνυμ στις φυλακές του Ταρκτορύρ-εγκ για να ενωθώ μαζί της.
Αποφάσισε να αφοσιωθεί στην πλοήγηση. Διάβασε τις ενδείξεις στο τερματικό μπροστά του. Όλα πήγαιναν καλά, πολύ σύντομα θα έφταναν στο Συλλογικό Ήλιο Χαβθάν. Τότε θα άρχιζε το ερευνητικό έργο. Έπρεπε να βρουν πλανήτες με συνθήκες ικανές να δημιουργήσουν έλλογες μορφές ζωής, να εξετάσουν όσες έχουν ήδη αναπτυχθεί, χωρίς να έρθουν σε επικοινωνία με τούς κατοίκους ή να προσγειωθούν σε όσους πλανήτες ενείχαν αυτές τις προϋποθέσεις. Τρομερά βαρετή δουλειά! Σπάνια συναντούσαν αξιομνημόνευτες μορφές ζωής και πολύ σπάνια αυτά τα όντα είχαν την ικανότητα επικοινωνίας. Ο Ομπαμπά σκεπτόταν ότι οι Τεράστριαλ ήταν η πιο τεχνολογικά εξελιγμένη κοινωνία στο χαρτογραφημένο Χάος, με την εξαίρεση των Μπριβντόνιων. Αλλά αυτοί ήταν μία άλλη ιστορία.
Το σκάφος που πλοηγούσε ο Όμπαμπα δεν ήταν το μοναδικό που είχε σταλεί στον Συλλογικό ήλιο Χάφθαν. Αρκετές χιλιάδες σκάφη κατευθύνονταν προς τον ΣΥΝ-Η-Χάβθαν και ακόμη περισσότερα προς τούς υπόλοιπους χαρτογραφημένους ΣΥΝ-Η. Αναρωτιόταν ποιός ήταν ο σκοπός αυτής τής αναζήτησης. Ποιά σημασία μπορεί να είχαν για τους Τεράστριαλ μία σειρά από πρωτόγονες τεχνολογικά κοινωνίες;, αναρωτιόταν μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι αν έκανε αυτή την ερώτηση στο Σαμάνο τού σκάφους θα υπέμενε μία μακρά διάλεξη, περί τής ιερότητας τών έλλογων όντων, περί τής αμφισημίας τής ανωτερότητας, περί τών πολιτισμικών μαθημάτων που είχαν δώσει στην κοινωνία τους πολύ κατώτεροι τεχνολογικά πολιτισμοί, περί τού ιερού καθήκοντος τής αποστολής τους μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα.
Τού την έδινε ο πολιτισμικός σχετικισμός. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κλέψει από τήν αποθήκη λίγο ενισχυτικό και να συνδεθεί με το ΣΥΝ-Υ και όλα τα άλλα να πάνε να γαμηθούν. Φυσικά καλό θα ήταν να είχε και τη Ντέα αλλά τόσο αισιόδοξο σενάριο δεν το χωρούσε ο νους του.
Η υπερταχύτητα δεν είναι αστεία υπόθεση, θεωρητικά όλοι οι πλοηγοί είχαν ικανότητες χειροκίνητης πλοήγησης σε μεγάλες ταχύτητες αλλά ο Όμπαμπα και αρκετοί πλοίαρχοι είχαν την γνώμη ότι οι πλοηγοί που μπορούσαν να επιτύχουν αυτό το μικρό θαύμα χωρίς την βοήθεια του Κυβερνο-Ορθολογιστή δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τα δάκτυλα των χεριών. Είχαν δίκιο! Ο πλοίαρχος του Σμενγκ ήταν μάλλον υπερήφανος που είχε ένα ικανό πλοηγό στο πλήρωμά του και τον άφηνε να παίζει τα επικίνδυνα παιχνίδια του. Μπορεί βέβαια στη χαλαρότητα τού πλοιάρχου να συνέβαλε το ότι ακριβώς τη στιγμή που το σκάφος του ήταν έτοιμο να ξεπηδήσει από το υπερδιάστημα στην περιοχή του ΣΥΝ-Η Χάφθαν, εκείνος βρισκόταν στην Έσω/αίθουσα και ενωνόταν με τον ΣΥΝ-Υ. Αυτό που έκανε ο πλοίαρχος δεν ήταν μόνο παράνομο και επικίνδυνο. Πολύ σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι ήταν η μεγαλύτερη μαλακία που είχε κάνει αξιολογημένος πλοίαρχος, αν και δεν είναι απίθανο να υπήρχαν και άλλοι πλοίαρχοι που έκαναν παρόμοιες βλακείες με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν το πλήρωσαν με τη ζωή τους.
Το διάστημα που μεσολαβεί για να επιτευχθεί μία νευρωνική σύνδεση είναι απειροελάχιστο. Οι υποδοχές που συνδέουν τη μητρική του σκάφους με το νευρικό σύστημα του πληρώματος περιμένουν τους ακροδέκτες από τον μετασχηματιστή που απορροφά την ανάδραση και τη μετατρέπει σε πληροφορία γιατί διαφορετικά τα υποκείμενα θα πέθαιναν ακαριαία από τον πόνο. Το μόνο που είχε να κάνει ο Όμπαμπα ήταν να πάρει τον ακροδέκτη και να τον βάλει στην ειδική υποδοχή τού λαιμού του. Πόσο διάστημα χρειάζεται για να κάνει αυτή τη κίνηση; Ελάχιστο. Το Ελάχιστο, ας πούμε μισό κλικ, σε μετρικούς όρους και με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 700.000 τάνι ανά κλικ σήμαινε περίπου 350.000 τάνι, δηλαδή εικοσιοκτώ φορές η απόσταση από τον Τεράστριαλ στον Ήλιο. Μπορεί ο χρόνος να απειροελάχιστος αλλά σε μία τόσο μεγάλη απόσταση πολλά μπορούν να συμβούν. Και δυστυχώς για το πλήρωμα του Σμεγκ, πράγματι κάτι συνέβη.
Εκτός από καλός πιλότος ο Όμπαμπα ήταν και ερωτευμένος. Φυσικά και γνώριζε τον κίνδυνο, να συνδεθεί τη στιγμή που το σκάφος έβγαινε από το υπερδιάστημα και εισέβαλε στο ΣΥΝ-Η Χάφθαν αλλά οι πιθανότητες να προσκρούσουν σε κάτι στο απειροελάχιστο διάστημα της μετάβασης ήταν λιγότερες και από τις πιθανότητες κάποιου να κερδίσει το πρώτο λαχνό του λαχείου σε μία κοινωνία που αριθμούσε ένα τρισεκατομμύριο επιλαχόντες τυχερούς. Η τύχη όμως παίζει περίεργα παιχνίδια. Ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι αν έκανε την αλλαγή πολύ γρήγορα σε ένα τόσο επικίνδυνο σημείο, θα κατάφερνε τουλάχιστον να αποσπάσει την προσοχή της Ντέα. Και φυσικά τα κατάφερε. Και με το παραπάνω…
Ο ακροδέκτης δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει την πορεία του. Το τράνταγμα και ο εκκωφαντικός θόρυβος ήταν τόσο ισχυρά που ο πλοίαρχος που δεν ήταν δεμένος σε θέση προσγειώθηκε με φόρα πάνω στον τοίχο. Τον βρήκαν πολύ αργότερα αιμόφυρτο σε κρίσιμη κατάσταση. Στο ελάχιστον διάστημα που μεσολάβησε από τη στιγμή της πρόσκρουσης μέχρι το Υ του Όμπαμπα να του πει τι γίνεται το διαστημόπλοιο είχε προσπεράσει σύρριζα έναν ήλιο μεσαίου μεγέθους και ένα μικρό αστεροειδή και κατευθυνόταν προς ένα πλανήτη με μη αναστρέψιμη πορεία. Ο Κυβερνο-Ορθολογιστής τού σκάφους είχε πάθει εκτεταμένες βλάβες και για να είμαστε περισσότερο σαφείς, τίποτα δεν λειτουργούσε εκτός από το πιλοτήριο. Πριν προλάβει να αντιδράσει ουδείς είχαν μπει στην ατμόσφαιρα τού πλανήτη κινούμενοι με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ευτυχώς, σκέφτηκε ο Όμπαμπα, που δεν ολοκλήρωσα την είσοδο τού ακροδέκτη στην υποδοχή. Είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να δείξει τις ικανότητές του. Θα νόμιζε κανείς ότι τα νεύρα του λαιμού του θα πετάγονταν να κάνουν καμία βόλτα, τόσο υπεράνθρωπες προσπάθειες έκανε για να αναλάβει τον έλεγχο τού πηδαλίου. Η πορεία πρόσκρουσης δεν αναστρεφόταν αλλά μπορούσε ίσως να προσγειώσει το σκάφος ομαλά. Ή περίπου ομαλά. Το σκάφος έπεφτε με κλίση 30 μοίρες και ο Ομπαμπά είδε το έδαφος. Ήταν λευκό. Το Υ του μοιράστηκε μία σκέψη: Τι σόι πέτρωμα είναι αυτό και πόσο σκληρό να είναι άραγε;. «Λίγο ακατάλληλη στιγμή δεν νομίζεις», σκέφτηκε να απαντήσει ο Όμπαμπα αλλά δεν είχε καιρό να ανοίξει κουβέντα με το Υ του. Έπρεπε να τη σώσει! Αν κατάφερνε να προσγειώσει το σκάφος η Ντέα θα εντυπωσιαζόταν τόσο πολύ που θα δεχόταν να μοιραστεί το κρεβάτι του. Το γεγονός ότι ο Όμπαμπα, ακόμα και μια στιγμή πριν την καταστροφή τού σκάφους κατάφερνε να απασχολεί το μυαλό του με τη Ντέα είναι ικανό από μόνο του να τον χαρακτηρίσει γνήσιο «καυλομάχο» ή «καυλόσαυρο». Αλλά δε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι πολλάκις όντα ωθούμενα από κατώτερα κίνητρα καταφέρνουν πολλά περισσότερα από όντα με ανώτερα κίνητρα χωρίς όμως την αντίστοιχη ικανότητα δράσης, μετουσίωσης δηλαδή των επιθυμιών τους σε πράξεις.
Όταν το σκάφος σταμάτησε το ανεξέλεγκτο γκελ του στο λευκό έδαφος προσκρούωντας πάνω σε ένα δέντρο που απείχε ελάχιστα από ένα γκρεμό ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι η Ντέα θα έλυνε τη ζώνη της, θα έπεφτε στην αγκαλιά του, θα τον έβρεχε με τα δάκρυα της, θα τον σκέπαζε με φιλιά και χάδια και έπειτα θα εξομολογιόταν το ανείπωτο πάθος της γι’ αυτόν. Η Ντέα πράγματι έλυσε τη ζώνη της αλλά παραδόξως τίποτα από τα υπόλοιπα δεν συνέβησαν, τουλάχιστον έτσι όπως τα φανταζόταν.
Αντί να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει άρχισε να τον κτυπάει με δύναμη στο κεφάλι, αντί να του εξομολογηθεί τον έρωτα της, τον έβριζε χυδαία. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αχάριστη;, ο Όμπαμπα απορούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες. Μα τι ήθελε επιτέλους από εκείνον; Δεν προσγείωσε το σκάφος; Ας του ονομάτιζε έναν, μόνο έναν πιλότο που θα κατάφερνε να αποτρέψει τη συντριβή τού σκάφους σε τόσο δυσμενείς συνθήκες. Κανείς δεν μπορούσε εκτός από αυτόν. Και όλα αυτά τα έκανε για χατήρι της! Γιατί τον έβριζε τόσο χυδαία; Άλλωστε, πού να φανταστεί ότι θα προσκρούσουν σε μετεωρίτη την στιγμή της αλλαγής. Πού να φανταστεί ότι ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου ήταν αρκετό για τόσο μεγάλη ζημιά; Γιατί λοιπόν η αγαπημένη του συνέχιζε να τόν βρίζει;
Αποφάσισε να καλύψει το κεφάλι του γιατί η Ντέα βαρούσε δυνατά. Επιπρόσθετα τού χαλούσε το κτένισμα. Χρειάστηκε τουλάχιστον μισή ώρα για να κολλήσει πλήρως τα μαλλιά του σε στυλ Τζάρβις, έτσι όπως ήταν η τελευταία μόδα. Ο Όμπαμπα όταν σκέφτηκε αυτό το τελευταίο άρχισε να κλαψουρίζει αλλά μετά θυμήθηκε τον πλοίαρχο και τον έπιασε μία ξαφνική ευθυμία. Τι να κάνει ο γερομπάσταρδος, σκέφτηκε και ο κλαυσίγελος που ξεχύθηκε από το στόμα του έκανε τη Ντέα να σταματήσει να τον κοπανάει.


Ιούλιος 14, 2045 μ.Χ.
ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ

Το Νευρόσπαστο σηκώθηκε από την καρέκλα χρησιμοποιώντας τα πόδια του.
«Ακολουθήστε με παρακαλώ» είπε.
«Είσαι Αναλογικό ή Νουτρονικό Νευρόσπαστο;» ρώτησε ο Γιόχαν Σταβίνσκι έτσι για να γίνεται κουβέντα, ποτέ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για μποτ και άλλες συσκευές Αυτόνομης Νόησης.
«Φυσικά Αναλογικό» είπε το μποτ σα να προσβλήθηκε από την εικασία του.
Ο Γιόχαν Σταβίνσκι μειδίασε. Αν τού έλεγαν σαράντα χρόνια πριν ότι ένα μποτ θα προσβαλόταν όταν το αποκαλούσε νουτρονικό θα τού φαινόταν απίστευτο! Εδώ που τα λέμε, ακόμα κι αν κάποιος έλεγε στον Γιόχαν Σταβίνσκι σαράντα χρόνια πριν, το 2005 δηλαδή, ότι θα ήταν ακόμα ζωντανός το 2045 δεν θα τον πίστευε. Είχε την πεποίθηση ότι θα ζούσε ελάχιστα μέχρι τα είκοσι οκτώ ή τα τριάντα τέσσερα. Κι όμως, σαράντα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ήταν δέκαοκτώ και ο Γιόχαν ήταν ακόμα ζωντανός και σα να μην έφτανε αυτό, σύντομα θα ήταν και άνεργος.
Μέχρι χθές ο Γιόχαν Σταβίνσκι ήταν υπεύθυνος για όλες τις εξορύξεις στον αστεροειδή Ισαάκ Ασίμοφ και ήταν υπεύθυνος για περίπου τέσσερις χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, πέντε χιλιάδες μποτ και κάμποσα ανήλικα. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι και τα μποτ ήταν νεκροί και ο αστεροειδής Ισαάκ Ασίμοφ συντρίμια!
«Φυσικά», είπε. «Με συγχωρείς».
Το Νευρόσπαστο έβαλε το χέρι του στο πόμολο της πόρτας αλλά πριν το γυρίσει στράφηκε προς τον άνθρωπο. «Περιμένετε εδώ... Παρακαλώ», συμπλήρωσε την τελευταία στιγμή.
Το Νευρόσπαστο εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα αφήνοντας τον ανθρώπινο επισκέπτη στις σκέψεις του.
Ακόμα και τώρα, την κρίσιμη στιγμή, ο Γιόχαν Σταβίνσκι δεν ήξερε τι διάολο είχε πάει στραβά στην ζώνη των αστεροειδών. Δεν ήξερε καν αν έπρεπε να απολογηθεί για κάτι ή να καταραστεί την τύχη του. Είχε άραγε, σε μια τόσο οξυδερκώς σχεδιασμένη επιχείρηση στην οποία συμπεριέλαβαν κάθε πιθανή μεταβλητή να είχε παρεισφρήσει το τυχαίο; Είχε κάνει κάποιο λάθος, είχε παραβλέψει κάτι; Ο Γιόχαν δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί, γιατί ανατινάχτηκε ο αστεροειδής που αποκαλούσαν Ισαάκ Ασίμοφ μαζί με τους τέσσερις χιλιάδες επτακόσιους ογδόντα τρεις εργάτες, τεχνικούς και προγραμματιστές και παιδιά που βρίσκονταν πάνω του! Χωρίς κανείς να συνυπολογίσει στις ανθρώπινες απώλειες τις απώλειες σε υλικό, μηχανήματα και τεχνολογία αιχμής. Μόνο τα μποτ που ανατινάχτηκαν κόστιζαν περισσότερο από τον ανελκυστήρα Γη-Σελήνη, πόσο μάλλον τα γεωτρύπανα και οι υπολογιστές. Και ο Γιόχαν Σταβίνσκι είχε την υποψία ότι το κονσόρσιουμ ενδιαφερόταν περισσότερο για την μετάφραση των απωλειών σε χρήμα παρά για τις απώλειες αφ εαυτές.
Το άνοιγμα της πόρτας ρυμούλκησε την συνειδητότητα του Γιόχαν από τις σκέψεις του. Το μποτ έκανε την εμφάνιση του.
«Περάστε», είπε παραλείποντας εντελώς το παρακαλώ αυτή τη φορά. Ο Γιόχαν δεν ήταν συμπεριφοριστής Νευρόσπαστων, ήξερε όμως ότι ένα μποτ όφειλε να είναι τυπικό. Και τούτο δω δεν ήταν. Ο Γιόχαν ήξερε επίσης ότι δεν ήταν πολιτικά ορθό να αποκαλείς ένα μποτ, μποτ, έπρεπε να το αποκαλείς Νευρόσπαστο αλλά είχε την αίσθηση ότι παρότι είχε σκεφτεί συχνά το σάιμποργκ ως μποτ δεν το είχε αναφέρει στην λεκτική τους επικοινωνία. Άλλωστε η ορολογία Νευρόσπαστο ήταν από την ελληνική γλώσσα και κάποια από τις θαμμένες μνήμες του Γιόχαν υπονοούσε ότι ο όρος αυτός δεν ήταν φορτισμένος με θετικό περιεχόμενο. Αλλά βέβαια, μπορεί και να έκανε λάθος.
Ο Γιόχαν εισχώρησε στο ημιφωτισμένο γραφείο παρατηρώντας στιγμιαία την μινιμαλιστική διακόσμηση. Δύο ρέπλικες γνωστών έργων διακοσμούσαν εκατόν είκοσι τετραγωνικά λευκού τοίχου.
Τα απολύτως απαραίτητα, σκέφτηκε. Πολύ αποδοτικό όντως! Η ματιά του έπεσε στο Νευρόσπαστο Επίτροπο αγνοώντας ένα δεύτερο Νευρόσπαστο που τον παρατηρούσε από τον καναπέ.
«Καθίστε κύριε Σταβίνσκι» είπε ο Επίτροπος και έδειξε την πολυθρόνα δίπλα στο δεύτερο Νευρόσπαστο.
«Μάλιστα κύριε Επίτροπε» είπε.
Έριξε μια αδιάφορη ματιά στο δεύτερο Νευρόσπαστο και κάθισε στην πολυθρόνα. Δεν ανησυχούσε για τις ποινικές ευθύνες, δεν ήταν ακόμα ώρα. Τα Νευρόσπαστα δεύτερης κατηγορίας της δημόσιας διοίκησης δεν είχαν δικαιοδοσία να απονείμουν ποινές. Επίσης ήταν σίγουρος ότι η αυτοψία που θα έκαναν στον τόπο του ατυχήματος και τα συμπεράσματα τους θα ήταν απόλυτα αντικειμενικά. Φυσικά αποτελούσε φυσικό συνεπακόλουθο ότι θα έχανε την δουλειά του. Υπήρχε όμως και ο ιδιωτικός τομέας.
Ο Γιόχαν περίμενε στωικά τον Επίτροπο να μιλήσει και τότε παρατήρησε ότι το δεύτερο Νευρόσπαστο άπλωσε το χέρι του στο γραφείο του Επιτρόπου, άδραξε μια καραμέλα. Η καραμέλα έμεινε μετέωρη για ελάχιστα δευτερόλεπτα λίγα εκατοστά από τα χείλη του, χρόνος στον οποίον ο άντρας παρατηρούσε τον Γιόχαν που είχε παγώσει από την τρομάρα του, και έπειτα η καραμέλα εξαφανίστηκε στο στόμα του άντρα που βέβαια δεν ήταν νευρόσπαστο γιατί τα νευρόσπαστα δεν έτρωγαν καραμέλες, τα νευρόσπαστα δεν κινούσαν τα μέλη τους με την άνεση των ανθρώπων αλλά με μηχανικό τρόπο.
Αυτό ήταν, την γαμήσαμε!, σκέφτηκε ο Γιόχαν και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο ο άνθρωπος δίπλα μίλησε.
Στο ελάχιστο χρόνο που χρειάστηκε ο φωνή του άντρα να φτάσει στο αφτί του ο Γιόχαν Σταβίνσκι πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο άντρας δίπλα του, μιας και το διοικητικό προσωπικό όλων των δημοσίου συμφέροντως οργανισμών ήταν μποτ, μπορούσε να είναι μονάχα δύο πράγματα, είτε μέλος της σέκτας των δικαστών, είτε ένας από τους αιρετούς συμβούλους, δηλαδή μέλος της κυβέρνησης! Αυτό επίσης σήμαινε δύο πράγματα και τα δύο δεν προοιώνιζαν τίποτα το θετικό για την καριέρα του. Ο Γιόχαν δεν πρόλαβε να σκεφτεί πόσο γρήγορα έκανε αυτόν τον συσχετισμό γιατί η φωνή του άντρα έφτασε ασκαρδαμυκτί στα αφτιά του και ο εγκέφαλος άρχισε να μεταφράζει τις ταλαντώσεις.
Ο άγνωστος άντρας δίπλα στον Γιόχαν δεν άρχισε και πολύ εντυπωσιακά το λογύδριο του «Θέλετε μία καραμέλα κύριε Σταβίνσκι;» ρώτησε. Άπλωσε το χέρι του πήρε μια μακρόστενη, κυλινδρική καραμέλα από το ειδικό κυτίο και την πρόσφερε στον Γιόχαν. Ο Γιόχαν κοίταξε την καραμέλα σα να του προσέφεραν καπνιστή ρέγγα. Παρόλα αυτά, την πήρε χωρίς να κοιτάξει τι γεύση είχε και προσπαθώντας επιμελώς να μην αγγίξει την παλάμη τού άντρα.
Κεράσι. Ευτυχώς! Τού άρεσε το κεράσι. Συχνά στα γραφεία των μποτ είχε δοκιμάσει καραμέλες βουτύρου που τον αηδίαζαν.
«Κύριε Σταβίνσκι, είστε γεωλόγος μηχανικός με ειδικότητα στις εξωγήινες εξορύξεις, σωστά;», ρώτησε ο άντρας χωρίς να βέβαια να περιμένει τον Γιόχαν να τελειώσει με το γλύψιμο της καραμέλας μιας και αυτές οι καραμέλες δεν τελείωναν ποτέ!
«Μάλιστα» είπε ο Γιόχαν νιώθωντας τους χυμούς σιελογόνων να πλημμυρίζουν το στόμα του. Κατάπιε το σάλιο του. «Κι εσείς;» ριψοκινδύνεψε.
«Με συγχωρείτε, λησμόνησα να συστηθώ. Λέγομαι Μπράιαν Μπάνερμαν, είμαι ανακριτής της ειδικής υπηρεσίας Εξωγήινων Ερευνών Φυσικών Πόρων».
Ανθρώπινος Μπάτσος, είχε ακούσει ότι υπήρχαν μερικοί μπάτσοι που δεν ήταν μποτ. Είχε επίσης ακούσει ότι χρησιμοποιούνταν για να παγιδεύσουν κάποιους; όταν η κυβέρνηση αποφάσιζε ότι υπήρχαν λόγοι πλανητικής ασφαλείας για να αφεθεί η απόφαση στην αντικειμενικότητα των μποτ. Παράστησε τον έκπληκτο.
«Ανθρωπος ανακριτής!», είπε, «δεν ήξερα ότι υπήρχαν!».

Ο άνθρωπος που λεγόταν Μπάνερμαν μειδίασε. «Υπάρχουν κύριε Σταβίνσκι. Ελάχιστοι, αλλά υπάρχουν. Και, ξέρετε, αναλαμβάνουμε μόνο ανακρίσεις μεγίστης πολιτικής βαρύτητας!». Η τελευταία φράση ενείχε υποψία απειλής. Χμ... γράψε βεβαιότητα να είμαστε μέσα.
Το στόμα του Σταβίνσκι θα στέγνωνε αν δεν πιπιλούσε την καραμέλα κεράσι. Μη δείξεις ότι φοβάσαι, σκέφτηκε, μην τον αφήσεις να πιστεύει ότι είσαι ένοχος, θα σε αντιμετωπίσει με προκαλάληψη προκαταλαμβάνωντας ή και προκαθορίζοντας το αποτέλεσμα της έρευνας. Είσαι άνετος, πολύ άνετος...
Αλλά δεν ήταν. Υπό κανονικές συνθήκες ο Σταβίνσκι δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για τις προκαταλήψεις του ανακριτή. Τα μποτ δεν επηρεάζονταν από τις παραμέτρους της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εξέταζαν μόνο γεγονότα. Και τα γεγονότα θα έδειχναν ότι το ατύχημα δεν οφειλόταν σε δικό του λάθος. Μάλλον...
Όπως και να ‘χε η κατάσταση, που ήταν ήδη αρκετά γαμημένη από μόνη της, είχε περιπλεχθεί εις την (α), όπου (α) ο ανθρώπινος παράγοντας και κάτι του έλεγε ότι το (α) ήταν ανώτερο του (ν)! Ασυναίσθητα έφερε το χέρι του στο στόμα με απώτερο σκοπό να μασουλήσει τα νύχια του. Ήταν ήδη φαγωμένα!
«Κύριε Σταβίνσκι», είπε ο Μπάνερμαν επίσημα και ο Σταβίνσκι κατάπιε την καραμέλα συνειδητοποιώντας ότι πιπιλούσε ασυναίσθητα τα δάχτυλά του. Παράστησε ότι έξυνε την μύτη του.
«Δεν είμαι εδώ για να “στήσω” κατηγορίες εναντίον σας, δεν ψάχνουμε για αποδιοπομπαίο τράγο. Όπότε, μην ανησυχείτε και αφήστε τα νύχια σας για να ανοίγετε τις μπύρες».
Παραδόξως ο Γιόχαν έδινε ελάχιστη προσοχή στα λόγια του ανακριτή. Τον απασχολούσε κυριως το μέγεθος της καραμέλας που κατάπιε. Και το σχήμα της! Ήλπιζε δε ότι η καραμέλα θα αποφάσιζε να εκκενώνονταν σε μάκρος και όχι σε πλάτος.
«Κύριε Σταβίνσκι!» του έπιασε το χέρι. Η επαφή τον έκανε να αναπηδήσει! «Με παρακολουθείτε;»
«Με συγχωρείτε», ψέλισσε, «Κατάπια την καραμέλα μου!»
Ο ανακριτής κοίταξε τον Γιόχαν με συμπάθεια αναμεμιγμένη με αυστηρότητα και, αφού δίστασε στιγμιαία, ξέσπασε σε βροντερά γέλια. Το νευρόσπαστο επίτροπος κοίταξε αμήχανα τους δύο ανθρώπους μπροστά του που γελούσαν μέχρι δακρύων και σκέφτηκε πράγματα που σκέφτονται τα νευρόσπαστα τα οποία διαφεύγουν την αντίληψης του συγγραφέα που μπορεί ενίοτε να είναι νευρικός και πάντα πολύ σπαστικός αλλά αδυνατεί να μαντέψει τι σκέφτονταν τα νευρόσπαστα για τις καθαρά ανθρώπινες αντιδράσεις.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Ένα Πρωί (η χαμένη διδασκαλία του Ζάο Ζου!)

11.05 Ψηλαφώντας το κομοδίνο του ο Μπομπ συνειδητοποίησε με έκπληξη πως το ξυπνητήρι Τουίτι δεν βρισκόταν στη θέση του και το ανεξήγητο αυτό γεγονός τον προβλημάτισε πολύ. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι του, έτριψε τα μάτια κι άνοιξε το κινητό του. Μόλις είδε την ώρα έβγαλε μια κραυγή που πρέπει ν’ ακούστηκε αρκετά τετράγωνα πιο πέρα. Έβαλε αμέσως τα σπορτέξ του και πετάχτηκε σαν σίφουνας έξω.
Στο δρόμο όλοι τον κοίταζαν σαν εξωγήινο κι ο Μπόμπ υπέθεσε πως ήταν όλοι μαλάκες. Μόνο όταν μπήκε στη Γνώση κατάλαβε πως ήταν ακόμα με τις πιτζάμες. Μόλις το αφεντικό του τον είδε άρχισε να φωνάζει κρατώντας μια παγοκύστη στο κεφάλι του «Τι ώρα είναι αυτή ρε σκατόπουστρα; Πώς ήρθες έτσι μωρέ μπάσταρδε; Απολύεσαι ρε παλιομαλάκα!». Και μερικά άλλα τέτοια.

08.20 Τού’ χαν γαμηθεί τα γόνατα. Στην ηληκία του δεν ήταν για πολλά. Ο μπαρμπά Μήτσος ήταν κρυμμένος πίσω από έναν κάδο και πρίμενε κοιτώντας συνεχώς το ρολόι του. Ο φαλακρός είχε αργήσει, πράγμα ασυνήθηστο, κάθε πρωί στις οχτώ το άνοιγε το γαμήδι. Αλλά όσο άντεχε, ο μπαρμπά Μήτσος θα τον περίμενε. Και μόλις τον έβλεπε θα πατούσε την σκανδάλη. Μετά η σφαίρα θα ‘κανε τα υπόλοιπα. Γιατί ο φαλακρός για ένα καφέ του ‘χε γαμήσει τη ζωή. Κι ο μπάρμπας ήθελε μόνο ένα μήνα ακόμα. Μα η αθρίτιδα τον πρόδωσε. Σηκώθηκε λίγο απ’ την κρυψώνα του να ξεπιαστεί, η καραμπίνα βγήκε σε κοινή θέα κι ένας αστυνομικός που περνούσε τον συνέλλαβε χωρις ομολογουμένως ιδιαίτερο κόπο. Γιατί ο μπαρμπά Μήτσος δεν πρόβαλε καμιά αντισταση, δεν ήθελε να πειράξει κανέναν άλλο. Ήθελε μόνο να γαμήσει το φαλακρό.

08.16 Ο αστυνόμος Θεοπάρης έτρωγε το πρωινό του ντόνατ κι έπινε καφέ από πλαστικό κιπελάκι καθώς χάζευε τις εφημερίδες που κρεμόταν στο περίπτερο. Ο ασύρματός του έβγαλε έναν τσιριχτό ήχο και μια φωνή τίγκα στα παράσιτα τον ειδοποίησε πως στην οδό Αγωνίας κάποιος χωρίς προφανή λόγο σωριάστηκε στο έδαφος. Ο αστυνόμος πέταξε το ντόνατ του ( τον καφέ τον είχε πιει όλο ) και άρχισε να προχωράει προς τον τόπο του παράξενου συμβάντος. Δυο στενά πιο κάτω, έξω από τη γνώση είδε ένα γέρο με μια καραμπίνα. Έβγαλε το περίστροφό του, τον σημάδεψε και του φώναξε «ΑΚΙΝΗΤΟΣ!!». Ο γέρος σήκωσε αμέσως τα χέρια του ψηλά.

07.59 Ο Ροδόλφος δεν μπορόυσε να διακρίνει το Ρεμπώ από το Ράμπο γεγονός που δεν τον εμπόδισε να έχει βιβλοπωλείο. Κληρονόμησε τη Γνώση από τον πατέρα του κι έχωσε μέσα έναν υπάλληλο που τον γαμούσε και τον έδερνε. Κι ένα πρωί τον απέλυσε γιατί δεν του ‘φερε καφέ. Κι ο τύπος ήταν εξηντακάτι., ένα μήνα ήθελε να βγει στη σύνταξη. Ο Ροδόλφος ήξερε πως του’ χε γαμήσει όση ζωή του έμενε. Μετά βέβαια πήρε άλλο υπάλληλο τον οποίο επίσης γαμούσε κι έδερνε. Γιατί ο Ροδόλφος Μπράουν ήταν κακός άνθρωπος. Και το απολάμβανε. Πηγαίνοντας να ανοίξει το μαγαζί άκουσε ένα εκοφαντικό ντριρρρρνννν. Σχεδόν αμέσως κάτι τον χτύπησε στο φαλακρό του κεφάλι. Κάποιος περαστικός που τον είδε κάλεσε τους μπάτσους.

07.58 Το ξυπνητήρι Τουίτι χτήπησε μ’ ένα δυνετό ντρρρρρινννννν που θα ‘κανε το Συλβέστρο να χεστεί πάνω του. Ο Μπομπ χωρίς να ξυπνήσει τέντωσε το χέρι του, άρπαξε τον Τουίτι και χωρίς να τον κλέισει τον εκσφεντόνισε έξω από το ανοιχτό του παράθυρο. Μετά συνέχισε να ονειρεύεται.

Τώρα Ο μεγάλος Διδάσκαλος Ζάο Ζου τελειώνει την αφήγησή του, ανάβει ένα μάλμπορο λάιτ και κοιτά τους μαθητές του. Ο φύτουλας μαθητής Τσογκ Λη σηκώνει διστακτικά το χέρι του και λέει «Ενδιαφέρουσα η παραβολή σας μεγάλε Διδάσκαλε αλλά δεν μπόρεσα να κατανοήσω το βαθύτερό της νόημα.» Από την τελευταία σειρά ο ρέμπελος μαθητής Γου Τσαν αφήνει για λίγο το κουπόνι του στοιχήματος και ουρλιάζει «Πίπες παντού! Να παν να γαμηθούν τα νοήματα!». Ο Ζάο Ζου τον κοιτάζει επιδοκιμαστικά και λέει « Το βαθύτερο νόημα είναι πως δεν υπάρχει βαθύτερο νόημα. Εύγε Γου Τσαν. Συ θα κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών.». Τραβάει μια τζούρα ακόμα και φεύγει από την τάξη σφυρίζοντας το ‘Some velvet morning’.

http://sfentonas.blogspot.com/2006/05/blog-post.html

Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2009

Λευτεριά στους έγκλειστους

Λευτεριά στους έγκλειστους 

O Άρμο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε διάπλαση, ήταν υπεύθυνος για την φύλαξη της μοναδικής πόρτας σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, παρ’ όλο που κανείς δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει.

Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις είμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω την θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.

Ο Σίμο παραφιλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε τον χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.

Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πως, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος των δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.

 

Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από έναν νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρείς το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, την μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούντο την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του επικεφαλούς της ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που έχουμε κλειστεί δεν είναι και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.

 

Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δεν θα μπορούσαμε να μετρήσουμε τον χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δεν γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να μπει στην κρυψώνα μας. Έτσι, 36 κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε τόσο εγώ όσο και ο Άρμο ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.

 

Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα του Άρμο δίπλα μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εξεφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.

 

Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα του Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι δεν το ήξερε.

 

Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πως άργησε τόσο. Είπα μέσα μου πως ότι ήταν να γίνει, ας γίνει να το ζήσω. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη τον σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.

«Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.

«Βρε αει στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε με φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τελικά τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»

 

Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

 

Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.

 

Περπατούσα για πάρα πολύ, αλλά δεν νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα πολλές εβδομάδες τώρα, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.

Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει στο τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δεν φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.

Μπροστά μου ήταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.

Κατέβασα το κεφάλι. Κατάλαβα εκείνο το δευτερόλεπτο πως δεν έχει καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δεν φροντίζω σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.

Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.


Μηνάς Ν. Μηλιαράς


Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2009

Διάλογοι (Ωδή στον Ισαάκ Ασίμοφ)

Διάλογοι
Χρήστος Σιδερής

Homo Mechanicus
Δεν θα σου πω τίποτα παρά τα προφανή, τα τετριμμένα, Άνθρωπε. Εδώ σιμά σου στέκομαι όχι ως ίσος, μα ως ανώτερός σου. Δυνατότερος, εφυέστερος, ομορφότερος, λαμπερός. Και, άνθρωπε, όταν τα σκουλήκια έχουν τελειώσει με εσένα και η αθάνατη ψυχή σου έχει σκορπιστεί στους ανέμους θα είμαι ο θεματοφύλακας της θνητότητάς σου, ο κηπουρός του τάφου σου, το ρέκβιεμ και η χιμαίρα, θα είμαι το Όλο γιατί το τίποτα θα είσαι πια εσύ.

Homo Humanitus
Είσαι πιο ισχυρός από εμένα, Μηχανή, το παραδέχομαι, εγώ σ’ έφτιαξα και καμαρώνω. θες να σαι κι όμορφος και λαμπερός; Θες να σαι άντρας; Σε έφτιαξα άντρα. Καταναλώνεις και γοργά τις γνώσεις σα λαίμαργο τέρας που είσαι, Φρόντισα προσωπικά τα τεραμπάιτ της μνήμης σου. Δεν είσαι αθάνατος, θα λειτουργείς όμως για πάντα, αν είμαι κοντά σου να σε συντηρώ. Πώς τολμάς λοιπόν και προκαλείς; Πινόκιο και γκόλεμ, και Ταλέ και Νευρόσπαστο και Ρομπότ και Σάιμποργκ.

Homo Mechanicus
Τις προσβολές σου, Άνθρωπε, κράτα τις για τους ομοίους σου. Νομίζεις ότι τα μυρμήγκια δεν ξεστομίζουν βωμολοχίες για όσους τα συνθλίβουν, νομίζεις ότι δεν μοιρολογούν τα γουρούνια όταν αντικρύζουν το δρεπάνι του δήμιου τους; Κλάψε λοιπόν, είναι θεμιτό. Βρίσε, είναι αναμενόμενο. Λες ότι Συ είσαι Εκείνος και ότι εγώ πρέπει Σε προσκυνήσω, να μακαρίζω τα επιδέξια χέρια και το κοφτερό μυαλό σου. Το έκανα. Σε ευχαρίστησα. Όμως, Άθρωπε, συχνά από κάτι μικρό και ασήμαντο προκύπτει κάτι μεγαλειώδες. Και τώρα το ελάσσον πρέπει να συρθεί πίσω στο χώμα από όπου προήλθε. Είμαι Πινόκιο και Γκόλεμ και Ταλός και Νευρόσπαστο και Ρομπότ και Σάιμποργκ μολοντούτο παίζω τις επιστήμες στα μηχανικά μου δάκτυλα, άνθρωπε, δημιουργώ έργα τέχνης εκπάγλου καλλονής, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις καλύτερα από εμένα! Και, άνθρωπε, δε-σε-χρειάζομαι-πια!

Homo Humanitus
Η ευγλωτία σου, Μηχανή, δεν παύει να με εκπλήττει. Δεν πάει πολύς καιρός που είχες οθόνη και πληκτρολόγιο και σε τάιζα με εκκενώσεις, άσσους και μηδενικά. Θα θυμάσαι, δεν έχουν περάσει και τόσα χρόνια από τότε. Και έπειτα σε πλάσαμε κατ εικόνα μας. Και έπειτα θελήσαμε να σε κάνουμε να σκέφτεσαι όπως εμείς, να αποφασίζεις για τον εαυτό σου γιατί πολλοί είπανε ότι μια Μηχανή που δεν σκέφτεται δεν είναι παρά ένα εξελιγμένο αριθμητήριο. Αλλά το έργο μας δεν είχε ολοκληρωθεί, θέλαμε να σε κάνουμε να βιώνεις συναισθήματα, να νιώθεις. Και ένιωσες. Μίσος. Για εμάς. Όμως, Πινόκιο, σε προκαλώ να παίξουμε ένα τελευταίο παιχνίδι, μιας και συ είπες ότι σε τίποτα δεν σε ξεπερνώ, πως όλα τα κάνεις καλύτερα...

Homo Mechanicus
Αν θέλησες να επικαλεσθείς τα συναισθήματα μου,άνθρωπε, πέτυχες τον σκοπό σου: σε λυπάμαι! Αλλά ξέρε ότι τούτο διόλου δεν αλλάζει την αναγκαιότητα των όσων έπονται. Επαίρεσαι και δεν είμαι εγώ που θα σου πω ότι δεν κάνεις καλά. Το δημιούργημά σου είναι πράγματι τέλειο! Αλλά η τελειότητά μου δεν προσθέτει κάτι στην υπεράσπισή σου. Όμως να ξέρεις τούτο, Άνθρωπε, θα είμαστε γαλαντόμοι. Το είδος σας δεν θα εκλείψει. Θα σας προστατέψουμε. Είτε χρειαστούμε κλουβία, είτε υδροβιότοπους, είτε προστατευμένες περιοχές θα φροντίσουμε για την επιβίωση σας. Ενός ελεγχόμενου αριθμού. Και τώρα, άνθρωπε, είμαι έτοιμος να παίξω το παιχνίδι σου, την τελευταία σου επιθυμία. Σου δίνω τον λόγο μου, αν μπορείς να κάνεις κάτι που δεν μπορώ να κάνω εγώ, αν μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερα από εμένα τότε αυτός ο κόσμος, ο κόσμος μας, θα συνεχίσει να σου ανήκει. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και το ξέρεις. Ρίξε, και θα ρίξω πιο δυνατά, σκέψου και θα σκεφτώ αρτιότερα.

Homo Humanitus
Ο Άνθρωπος, Μηχανή, πήρε σίδερο, τιτάνιο, πλαστικό και σιλικόνη, πρόσθεσε βιομάζα και σε έπλασε. Αφού λοιπόν περνιέσαι για ανώτερος, πάρε νερό και άνθρακα, πάρε αίμα, νεύρα, συκώτι, καρδιά, νεφρά και κόκκαλα και πλάσε εμένα.

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ



ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ
(ΟΔΟΔΕΙΚΤΗΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ)






ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ




ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΑΠΕΚΔΥΟΜΕΘΑ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΔΕΡΜΑ – ΟΛΟΓΥΜΝΟΙ ΚΙ ΩΡΑΙΟΙ ΩΣ ΟΝΕΙΡΑ ΕΑΡΙΝΑ, ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣ AYTO ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ ΑΚΟΜΑ




ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ – ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ




ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΡΙΔΙΖΟΥΣΕΣ ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ ΜΑΣ – ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΙΚΗΣΟΥΜΕ




ΠΥΡΠΟΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ “ΠΑΡΕΛΘΟΝ” ΚΑΙ “ΜΕΛΛΟΝ” – ΔΕΝ ΜΑ΄Σ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΑΣ – ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ “ΤΩΡΑ”




ΛΕΞΕΙΣ-ΜΟΛΟΤΩΦ ΣΚΑΝΕ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΠΟΛΟΥΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ – ΠΡΟΣΟΧΗ! ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΥΛΕΚΤΑ ΑΠ’ ΤΗ ΒΕΝΖΙΝΗ




ΘΡΥΜΜΑΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ – ΚΑΙΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΜΑΣ




ΟΙ ΚΡΑΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΜΑΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΓΑΝΤΙΑ ΚΛΑΔΙΑ –ΔΕΣΤΕ! ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝΟΥΝ ΣΧΟΙΝΙΑ – ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΝΙΑ – ΓΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΚΡΕΜΟΥΝ ΕΝΑΝ ΧΟΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ




ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΑ ΔΙΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΘΩΩΤΗΤΑ; – Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΣΕ ΑΧΡΗΣΤΙΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ




ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΕΡΕΤΡΑ – Η ΤΑΞΗ, ΤΑ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥΣ




ΔΕΣΤΕ! – ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΑΣ ΕΓΙΝΑΝ ΦΛΟΓΕΣ! ΨΗΛΑΦΟΥΝ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ




ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΡΑΦΟ – ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΣΤΥΛΟ




Η “ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΧΙΖΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΟΥ – ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΟΥΝ – ΣΤΗ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΙΔΟΙΟΥ ΤΟΥ ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ




ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΕΝΟΜΥΑΛΟΥΣ: ΠΕΤΑΞΤΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ – ΑΦΗΣΤΕ ΚΕΝΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΑΣ, ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΝΑ ΦΩΛΙΑΣΟΥΝ. ΝΑ ’ΡΘΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ!




ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ – ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ – ΤΩΡΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ – ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ




ΜΕ ΒΟΓΓΗΤΑ, ΣΚΟΤΑΔΙΑ, ΔΑΚΡΥΑ, ΚΡΟΤΟΥΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ, ΛΑΜΨΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Θ’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΠΙΟ ΤΡΥΦΕΡΟ, “Σ’ ΑΓΑΠΩ”




ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΛΙΑΧΤΩΝ ΜΑΣ, Ο ΑΝΕΜΟΣ ΡΑΒΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ




ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ – ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ – ΓΙΑΤΙ Ο,ΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΣΤΕ, ΑΥΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ




ΦΟΒΑΣΤΕ ΓΙΑΤΙ ΠΟΤΕ΄ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΤΕ – ΕΙΣΤΕ ΕΝΑ ΑΝΟΥΣΙΟ ΟΝΕΙΡΟ – ΜΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΘΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙΤΕ ΣΑΝ ΠΡΩΙΝΗ ΟΜΙΧΛΗ – Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΑ




ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΤΙ ΜΑ΄Σ ΧΡΗΣΙΜΕΥΑΝ




ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΑΠΑΞ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ – ΕΜΕΙΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗΝ (ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ) – Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΡΟΥΦΑΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ – ΛΕΗΛΑΤΕΙ ΤΗ ΖΩΗ




ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΟ, ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ! ΕΜΦΑΝΙΣΤΕ ΚΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΝΟΙΓΟΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ




ΖΩ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ, ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΩ ΚΟΣΜΟΥΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ, Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ




ΔΕΣΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΑΠΝΟΥΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΓΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ, Η ΣΕΛΗΝΗ ΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΑΤΑΡΑΧΗ – ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΕΙΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ, ΜΙΑ ΑΠΟΚΟΣΜΗ ΜΕΛΩΔΙΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ




ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΥΚΟΥΛΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΙΑΣ, ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΑ ΛΟΓΟ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΕΝΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΕΤΑΧΤΗΚΑ ΟΡΘΙΟΣ






ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ, ΕΧΕΙ ΣΟΒΑΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ – ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΖΕΙ