Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009
Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος της ομορφιάς τους και άλλοι μεταδίδουν την ομορφιά χωρίς καν να είναι παρόντες.
Αν υπάρχουν πράγματι όρια σε καταστάσεις, τότε θα έλεγε κανείς ότι μπορεί και να τα είχα ξεπεράσει. Υπάρχουν όμως όρια στη μεταφυσική;
Και οι ανησυχίες των ανθρώπων σε ποιον άξονα της ζωής τους ανήκουν;
Στον άξονα της λογικής ή της μεταφυσικής;
Και μιλάμε άραγε απλά για ανησυχία όταν κάτι σε καταβάλλει βίαια εξ απήνης;
Αυτή η βίαιη κατάληψη της ψυχής δεν μοιάζει πιο πολύ με μανία ή εμμονή;
Αν είναι έτσι, τότε πόσο έχει ευθύνη το άτομο γι αυτό που του συνέβη;
Και αν δεν αναφερθούμε στο θέμα της ευθύνης, τουλάχιστον μπορεί κανείς να εκφέρει άποψη για το που σταματά όλη αυτή η αναζήτηση;
Αν σταματά ποτέ;
Αν μου έλεγαν ότι μπορεί κάποιος να νιώσει έντονη ψυχική έλξη για κάποιον άγνωστο μέσω ενός blog θα γελούσα με καχυποψία. Φυσικά και δεν γίνεται, θα απαντούσα, αλλά ακόμα και αν γίνεται είναι εντελώς χαζό.
Η ζωή μας κάνει να βιώνουμε όλα εκείνα τα οποία αμφισβητούμε.
Ένα βράδυ, ενώ δεν συνήθιζα ποτέ να το κάνω, πληκτρολόγησα στο google χωρίς να το επιτάσσει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, αυθόρμητα, το όνομα ενός αγαπημένου μου συγγραφέα. Έπειτα πάτησα επάνω στο πρώτο link που έπεσε το μάτι μου.
Ήταν ένα blog.
Εντάξει σ’ ό,τι αφορά το πνεύμα. Αγαπούσαμε τους ίδιους συγγραφείς. Το ίδιο ίσχυε για τους συνθέτες , τη μουσική γενικά και τις ταινίες.
Είχαμε την ίδια αισθητική.
Ανήκαμε στο ίδιο ζώδιο. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν είχαμε γεννηθεί και την ίδια μέρα.
Μια σειρά κοινών. Συμβαίνει.
Από παρόρμηση και περιέργεια αποφάσισα να το «ψάξω» λίγο καλύτερα. Διάβασα αυτά που είχε γράψει στα αγγλικά. Έμοιαζαν με μικρά σημειώματα που απηύθυνε προφανώς σε άτομα που είχε γνωρίσει σε μιαν άλλη χώρα .
Έψαξα τις επαφές της όπως και τα μηνύματα που της είχαν αφήσει.
Είδα τις φωτογραφίες της. Δύο όλες κι όλες. Ασπρόμαυρες.
Από τα όσα είχε γράψει μπορούσα να βγάλω κάποια συμπεράσματα. Δεν ήταν ακριβώς απόρροια της λογικής μου ή προϊόντα της φαντασίας μου, αλλά προέκυψαν από το ότι ένιωθα τα όσα είχε γράψει βαθύτατα δικά μου. Το όλο θέμα ήταν ότι ένιωθα να τη γνωρίζω, κι όχι μόνο αυτό, αλλά την ένιωθα πολύ κοντά μου. Εκτός από αυτή την αίσθηση είχε μια μοναδική ικανότητα να γεμίζει τα κενά της φαντασίας μου. Λες και η φαντασία μου ήταν ένα τόξο που εκείνη μπορούσε να τεντώσει στο έπακρο. Το στιλ της ήταν αρκετά διαφορετικό από το δικό μου. Θα έλεγα πιο γυναικείο, πιο ρετρό, παρόλο που είχαμε την ίδια ηλικία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτά που είχε γράψει δεν έφευγαν από το μυαλό μου . Αναρωτιόμουν μέρες μετά τι εννοούσε με κείνες τις δύο λέξεις στ’ αγγλικά. Υπήρχε πράγματι κάποιου είδους απασχόληση με αυτό το όνομα ή επρόκειτο για μεταφορική περιγραφή του πως περνούσε τον καιρό της; Αν ήταν το δεύτερο ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Άνοιγε άπλετους δρόμους στη φαντασία μου.
Τι ήταν αυτό που με ώθησε να τη φαντάζομαι; Να προσπαθώ να οραματιστώ πώς περνάει τις μέρες της, τι ρούχα φοράει, τι αρώματα και τι παπούτσια;
Τι ήταν αυτό που με έκανε να τη σκέφτομαι οδηγώντας από τη δουλειά στο σπίτι; Με ανοιχτά τα παράθυρα του αυτοκινήτου και το cd. Player να πάλλεται από την αγαπημένη της μουσική;
Η απάντηση είναι μάλλον απλή όσο ίσως και σύνθετη…
Η αλήθεια είναι πάντα απλή όσο ίσως και ψεύτικη…
Θα θελα να καθόταν δίπλα μου και να ξεφεύγαμε μαζί απ’ τα Φαινόμενα. Προς έναν κόσμο γεμάτο γοητευτικές Αλήθειες και Αινίγματα. Διαισθανόμουν πως εκείνη η κοπέλα αντίκριζε την ίδια πλευρά του προσώπου της ζωής κι όμως άντεχε να πάει λίγο παραπέρα. Την ήθελα Συνοδοιπόρο σ’ αυτή τη μακριά γέφυρα που μόνη μου φοβόμουν να διασχίσω. Το Αlter Εgo μου, που έψαχνε το άλλο του τρίτο, βρισκόταν κάπου εκεί έξω, και στις στιγμές της μοναξιάς, αυτές που ξεπηδούν ακόμη κι όταν βρίσκεσαι με πολύ κόσμο, σκεφτόμασταν ακριβώς τους ίδιους ¨δρόμους¨, τις ίδιες ¨πόλεις¨ και τις ίδιες φυγές και ζωγραφίζαμε με τα ίδια χρώματα τις εμμονές και τις ταραχές της ταυτόσημης ψυχής μας που εξαιτίας της βίαιης απόσχισης της δεν θα ηρεμούσε πραγματικά, αν δεν έβρισκε τα χαμένα της κομμάτια.
Έτσι πέρασα αρκετές στιγμές έχοντας στο μυαλό μου την ερώτηση «Ποια είσαι;»
Επαναλάμβανα το όνομα της μέσα μου σε διάφορες φάσεις της ημέρας. Μου άρεσε πολύ.
Έβαφα τα μάτια μου όπως τα είχε βαμμένα και κείνη στη μια φωτογραφία. Ήταν ένα μυστικό που το ήξερα μόνο εγώ.
Όσο κι αν είναι περίεργο, η δύναμη που ένιωθα ήταν πολύ μεγάλη. Δεν ήμουν ποια μόνη μου, με τις φοβίες και τις ανασφάλειες μου, τώρα ήμασταν δύο.
Με απογείωνε η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε τα πάντα.
Και με λυπούσε το γεγονός ότι δεν γνώριζε την παρουσία μου, παρόλο που μπορεί και να τη διαισθανόταν.
Θα μπορούσε να νιώσει και αυτή την ομορφιά που εγώ βίωνα ήδη…
Και έπειτα ένιωσα ότι ήθελα να τη γνωρίσω από κοντά.
Της άφησα ένα σχόλιο σε κάτι που είχε γράψει. Στον διάλογο που ξεκίνησε μεταξύ μας δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη δική της ‘’φωνή’’. Στη συνομιλία που είχαμε αργότερα στο msn συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ταυτιζόμασταν σε κάποια θέματα απόλυτα. Κι όμως για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με τρόμαζε να αισθάνομαι τόσο κοντά σε κάποιον. Αυτή ήταν η μαγεία με τη Φαίη, ότι μου προκαλούσε απίστευτη ασφάλεια. Η επίδραση της ήταν σαφώς πιο θετική από την επίδραση του ίδιου μου του εαυτού πάνω μου.
Σε μια από τις συναντήσεις μας παραδέχτηκε ακριβώς αυτό. Ότι ένιωθε μιαν αστείρευτη ‘’καλοσύνη’’, αν ήταν αυτή η σωστή λέξη, να πηγάζει από μέσα της για μένα. «Νιώθω ότι δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να σου κάνει οποιοδήποτε κακό» μου είχε πει. Και ήταν αλήθεια, γιατί ένιωθα ακριβώς το ίδιο για κείνην.
Η φιλία μας είχε αρχίσει να ανθίζει. Επικοινωνούσαμε καθημερινά είτε τηλεφωνικώς, είτε μέσω mail και μηνυμάτων. Πολλές φορές και με τους τρεις τρόπους. Η επίδραση της στη ζωή μου ήταν πολύ μεγάλη. Κάθε στιγμή της μέρας ήταν συνυφασμένη με κείνη και τα κοινά μας. Είχα σχεδόν μεταμορφωθεί σε άλλον άνθρωπο. Γνωστοί και φίλοι παρατήρησαν μια θετική αλλαγή πάνω μου. Η απελπισία των δύσκολων φάσεων που άλλοτε περνούσα είχε εξαφανιστεί. Τα προβλήματα δεν με κατέβαλλαν πια στο βαθμό που κατάφερναν να το κάνουν στο παρελθόν. Δεν ένιωθα πια μόνη. Αντίθετα, ήμουν πλήρης και χαρούμενη. Απελευθερωμένη από άχρηστα βάρη. Σχεδόν ευτυχισμένη.
Ώσπου μια μέρα ξαφνικά, σε μια από τις τηλεφωνικές μας συνομιλίες, μου ανακοίνωσε ότι θα επέστρεφε στην Αγγλία για να συνεχίσει τις σπουδές της. Ήταν η πρώτη φορά που διαφωνήσαμε. Η πρώτη και η τελευταία.
Η Φαίη έβλεπε τη γνωριμία μας, όπως είχε πει, σαν ένα δώρο πολυτελείας, και με αυτό απ’ ότι κατάλαβα αργότερα, εννοούσε ότι δεν με χρειαζόταν πραγματικά, αλλά χαιρόταν με την παρουσία μου, σαν να ήμουν ένα επιπρόσθετο καλό στη ζωή της. Αντίθετα εγώ, είχα επενδύσει πολλά σ’ αυτήν πριν ακόμη τη γνωρίσω.
Ήταν η δύναμη μου, η απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να είναι μαγική, το άλλο μου μισό, η έμπνευση και το κουράγιο μου στις δύσκολες στιγμές. Όταν έμαθα ότι θα φύγει κλονίστηκα, την κατηγόρησα για εγωισμό και υποκρισία. Προσπάθησε να με κάνει να δω από τη δική της σκοπιά , μου μίλησε για αγάπη και ελευθερία, για προσκολλήσεις και ψέματα που λέμε στον εαυτό μας για να μη μεγαλώσει ποτέ.
Τα ήξερα όλα αυτά. Τα ήξερα, αλλά δεν με βοηθούσαν.
Όταν έφυγε, οι σχέσεις μας είχαν σχεδόν αποκατασταθεί. Αυτό θα πίστευε κάποιος τρίτος. Οι δυο μας ξέραμε πως η ρήξη είχε επέλθει. Η απόσταση θα επέφερε το τελικό πλήγμα.
Πώς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα όταν πρόκειται για συναισθήματα;
Πώς να γεμίσεις το κενό όταν η απόσταση δεν είναι μόνο θέμα χιλιομέτρων;
Και πώς να εμπιστευτείς ξανά;
Στο τελευταίο της mail είχε γίνει επικριτική. Σχεδόν οργισμένη μου ζητούσε εξηγήσεις για τη στάση μου. Τι συνέβαινε και απομακρυνόμουν όλο και περισσότερο; Γιατί είχα γίνει απότομη στο τηλέφωνο και απόμακρη στα mail; Γιατί δεν της έλεγα πια τι σκεφτόμουν και πώς αισθανόμουν;
Και τέλος με ρώταγε γιατί μου ήταν τόσο δύσκολο να κρατήσω μια ισορροπία και αν τελικά θα θυσίαζα το όμορφο δώρο που μας έτυχε από ισχυρογνωμοσύνη και μόνο.
Δυσκολεύτηκα πολύ να της απαντήσω σε κείνο το mail.Τελικά μετά από κάποιες μέρες τις έγραψα τις εξής λέξεις:
«Η ψυχή ψάχνει τους πιο ανώδυνους τρόπους να ξεπεράσει τα τραύματα της, Φαίη. Δεν ήσουν για μένα απλώς ένα ¨δώρο πολυτελείας¨, αλλά το ύστατο καλό.»
Και, δεν ξέρω πως τα καταφέραμε, αλλά δεν ξαναειδωθήκαμε ποτέ.
Ετικέτες: Διηγήματα, Μίνα Γκρέκα
Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2008
Λένε πως η ζωή είναι κύκλος. Καθώς ο κύκλος δεν έχει γωνίες είναι καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής αν εφεύρεις μια και λουφάξεις εκεί. Σύγχρονοι επιστήμονες υπερασπίζονται πως ζούμε σε μια δίνη που μας παρασύρει ανεξαιρέτως όλους κάθε στιγμή, αρχαίοι φιλόσοφοι αγόρευαν ότι τα πάντα ρεί κ.τ.λ. Άρα κάθε στιγμή αυτής της περίεργης ζωής είναι πραγματικά μοναδική. Παρότι ξυπνάς και σηκώνεσαι κάθε μέρα από την ίδια πλευρά του κρεβατιού φορώντας τις ίδιες παντόφλες, ποτέ αυτή η στιγμή του ξυπνήματος δεν είναι ακριβώς ίδια με κάποια άλλη. Έτσι τουλάχιστον λένε. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος για απελπισία και απομόνωση. Αυτόματα, με τη γέννησή σου είσαι μέσα στο χορό, άρα τα πάντα μπορούν να συμβούν, άρα είναι μάλλον ενάντια στη φύση να κυνηγάς τις γωνίες. Η μήπως δεν τις κυνηγάς εσύ, αλλά αυτές;
Στο Δημοτικό η δασκάλα με απάλλασσε συχνά από το γλυκό βασανιστήριο του διπλανού μου στέλνοντάς τον τιμωρία και θέτοντας αυτόματα και μένα στο περιθώριο. Ήταν αυτός που έκανε τη φασαρία και για τους δυο μας και έτσι έμπαινα και γω τιμωρία μέσα από αυτόν. Μπορεί να συνέχιζα να κάθομαι στο θρανίο μου αλλά το μυαλό μου ήταν στη διπλανή θέση που έτσι άδεια έμοιαζε χαοτικά θλιβερή. Ήθελα να κάνω και γω φασαρία, ήθελα να κάνω πλάκα, να γελάσω δυνατά, να σπάσω τα νεύρα της δασκάλας αλλά ήμουν ένα γλυκό και ήσυχο κοριτσάκι και όλες αυτές οι σκανδαλιές ήταν ευθύς εξαρχής απαγορευμένος καρπός που δε θα γευόμουν ποτέ. Λούφαζα στη θέση μου στο κέντρο της αίθουσας, αλλά καταβάθος ήμουν απούσα στη γωνία μου, το μυαλό μου ταξίδευε σε όσα δε θα τολμούσα να κάνω ποτέ παρά μόνο μέσα από τους άλλους.
Στο γυμνάσιο η γυμνάστρια κάθε φορά μου φώναζε: «Στην άκρη Παπαδοπούλου!!!». Δεν κατάφερνα ποτέ να κάνω πάσα τη μπάλα του βόλεϊ, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά την ομάδα μου στην ήττα. Η μόνη λύση ήταν να με απομακρύνουν από το φιλέ. Όχι ότι είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτό, αλλά να, έβλεπα για άλλη μια φορά το προαύλιο από τη γωνία.
Μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ο κόσμος αυτός έχει άπειρες γωνίες. Γωνίες υπήρχαν παντού: στα μπάρ, στις αίθουσες χορού, γυμναστικής, πολιτιστικών εκδηλώσεων. Γωνίες είχε το σπίτι του φίλου μου, των κολλητών μου, των γνωστών και των αγνώστων. Υπήρχε παντού μια γωνία για να εναποθέσω τις ανασφάλειες μου. Υπήρχαν παντού τέτοιες και με καλούσαν σαν σειρήνες. Και αργότερα ακόμη, που σαν ενήλικη βγήκα στην αγορά εργασίας, εκεί κι αν ήταν τεράστιες και προκλητικές! Πρόσφεραν ασφάλεια αλλά σε κατέτασσαν σε αναγκαίο κακό στη συνείδηση των άλλων. «Δεν παίρνει καμιά πρωτοβουλία. Είναι σα φυτό στη γωνία!» « Καλά αυτή έπιασε από τώρα γωνία, περιμένει τη σύνταξη!» « Καλά, μην κάνεις τίποτα εσύ, κάτσε στη γωνία!»
Ναι, τα γραφεία έχουν πραγματικά πολλές από αυτές και είναι σκέτη πρόκληση για ανθρώπους σαν κι εμένα. Αποφάσισα να βρω δουλειές του δρόμου ή μάλλον αναγκάστηκα. Εκεί οι γωνίες ήταν εξωτερικές. Δεν μπορούσες να λουφάξεις σε αυτές, έπρεπε διαρκώς να τις προσπερνάς. « Στρίψε στη γωνία, μετά τη γωνία, μη στέκεσαι στη γωνία. Στην άλλη γωνία!! Μα, καλά δεν βλέπεις; Εκεί! Εκεί! Εκεί!» Δεν έβλεπα, είχα συνηθίσει να προσανατολίζομαι με βάση τις άκρες. Αν βρισκόμουν σε ένα αχανές στάδιο για παράδειγμα με έπιανε κρύος ιδρώτας, δεν μπορούσα με τίποτα να το διασχίσω. Με έπιανε ταχυπαλμία, η όραση μου θόλωνε και μου ερχόταν να λιποθυμήσω.
Μια μέρα αποφάσισα να πάω σε ψυχολόγο. Αυτή μου η εμμονή έπρεπε να πάρει τέλος. Έπρεπε να μπω στο χορό και να χορέψω. Ο ψυχολόγος μου έβαζε ασκήσεις κάθε εβδομάδα. Τώρα έπρεπε να αποφεύγω τις γωνίες όπως ο διάολος το λιβάνι. Άπαξ και έβλεπα μια από αυτές έπρεπε να τρέχω μακριά. « Το Κέντρο, δεσποινίς Παπαδοπούλου, αυτό θα αναζητάτε από δω και πέρα. Εκεί θα συναντήσετε ό,τι απωθούσατε σ’ όλη σας τη ζωή. Το Κέντρο θα σας ανταμείψει και θα σας ολοκληρώσει. Δεν είστε και μικρή, δεσποινίς Παπαδοπούλου, φτάσατε τα τριάντα και πρέπει να βάλετε τα δυνατά σας για να ζήσετε μια φυσιολογική ζωή!» Αυτά είπε ο κύριος Σχιζοφρενίδης στην πρώτη μας συνεδρία και με έπεισε πως είχε χτυπήσει φλέβα.
Ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του, δεν έχανα συνεδρία, κρατούσα λεπτομερείς σημειώσεις για την πρόοδο μου όπως μου είχε συστήσει. «Σήμερα στάθηκα μόνο 5 λεπτά στην αριστερή πίσω γωνία του ταχυδρομείου της γειτονιάς μου και αυτό συνέβη επειδή η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και δεν χωρούσα πουθενά αλλού». Ο κύριος Σχιζοφρενίδης ανέλυε κάθε μου σημείωση. Ήταν πραγματικά ασφυκτικά γεμάτη η αίθουσα, ή υπήρχε κάποια κενή καρέκλα στο κέντρο που έκανα πως δεν πρόσεξα; Μήπως ένα μικρό κενό πιο κεντρικά που με χωρούσε; Όχι, αλήθεια σας λέω, η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από συνταξιούχους. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης με κοιτούσε με δυσπιστία πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά του και κάθε φορά ανέβαζε σαδιστικά το δείκτη δυσκολίας των ασκήσεων.
Σε μια από αυτές μου ζήτησε την επόμενη φορά που θα πάω στο σπίτι του φίλου μου αντί να καθίσω στην αγαπημένη μου θέση που βρίσκονταν όπως του είχα πει, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στη γωνία, να πάρω μια καρέκλα και να καθίσω στο κέντρο του δωματίου απέναντί του. Έτσι θα εκτιθόμουν στο βλέμμα του, είχε πει με φανερή έξαψη που έκανε τα μάτια του να γυαλίζουν και το στόμα του να γεμίζει σάλιο , χωρίς να καταφέρω να το αποφύγω, όπως όλες τις άλλες φορές. Είχε την έξαψη που έχει ένας εξορκιστής πριν τον εξορκισμό. Ήταν σίγουρος πως μου είχε βάλει την πιο δύσκολη άσκηση που γινόταν και πως θα κατάφερνε μ’ αυτό τον τρόπο να βγάλει από μέσα μου κομμάτι από το τέρας.
Αλίμονο, ο καημένος δεν είχε προβλέψει το γεγονός ότι ο φίλος μου άλλο δεν έκανε από το να στρίβει μπάφους. Δε θα σήκωνε το κεφάλι του από την αγαπημένη του συνήθεια ακόμη και αν είχα μεταμφιεστεί σαν τον Ναπολέοντα και χόρευα σα ζουλού γύρω από φανταστικές φωτιές. Όταν διάβασε τις σημειώσεις μου πίστεψε πως τον κοροϊδεύω. « Σήμερα, κάθισα τρεις και μισή ώρες στο κέντρο του δωματίου του φίλου μου που βρίσκεται στην οδό Τερψιθέας 16, όροφο 1ο, σε καρέκλα που εναπόθεσα εκεί για τον συγκεκριμένο θεραπευτικό σκοπό, χωρίς να τραβήξω ούτε μια στιγμή το βλέμμα του ή να του προκαλέσω κάποια άλλη αντίδραση. Θεωρώ πως παρόλο που η άσκηση εκτελέσθηκε, ο σκοπός δεν επετεύχθη.»
Η αφοπλιστική μου ειλικρίνεια δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης έβγαλε τα γυαλιά του δίχως να σηκώσει το κεφάλι από το γραπτό μου και τα εναπόθεσε αργά πάνω στο γραφείο του. Ποτέ δεν τον είχα δει τόσο σοβαρό. «Δεσποινίς Παπαδοπούλου, μου είπε, νομίζω πως πρέπει να διακόψουμε τις συνεδρίες. Είναι φανερό, συνέχισε σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτώντας με βλοσυρά στα μάτια, πως δεν έχετε πάρει στα σοβαρά τη θεραπεία σας.»
Η μήπως την είχα πάρει πολύ στα σοβαρά; Όλη αυτή η εμμονή να κρατηθώ μακριά από τις γωνίες με μεταφόρτωνε σε κοινωνικό φρικιό. Αν η παρέα μου τύχαινε να στέκεται στην άκρη της αίθουσας την απέφευγα ή στεκόμουν κάποια μέτρα πιο μακριά, προς το κέντρο φωνάζοντάς τους αυτά που ήθελα να πω και προκαλώντας σε όλους φανερή αμηχανία. Μια φορά που είχαμε πάει κινηματογράφο κόντεψα να πάθω νευρική κρίση όταν η μοναδική θέση που είχε μείνει άδεια ήταν ή γωνιακή στο πίσω μέρος της αίθουσας. Το θεώρησα σημάδι από το σύμπαν και αυτό αποδείχτηκε βαρύ πλήγμα για τη θεραπεία μου.
Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ βέβαια πως πολλά ωραία πράγματα μπορούσαν να συμβούν αν απλά στεκόσουν στο κέντρο. Μια μέρα στη διάρκεια μιας άσκησης από αυτές του κυρίου Σχιζοφρενίδη στεκόμουν στο κέντρο μιας πλατείας. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας καθώς ήμουν εκεί ήδη δέκα λεπτά. Έπρεπε να μείνω άλλα πέντε για να ολοκληρώσω την άσκηση. Έσφιγγα τα δόντια και έκανα υπομονή. Η έκθεση μου ήταν αρκετά επώδυνη. Ένιωθα πως δεν είχα που να στηριχτώ, πως ήμουν ανυπεράσπιστη και εκτεθειμένη, αλλά το χειρότερο απ’ όλα ήταν ένα βαθύτατο συναίσθημα ότι δεν υπήρχα πραγματικά. Νομίζω πως είχα εκτεθεί τόσο σε κάτι που θεωρούσα επικίνδυνο που το μυαλό μου είχε αρχίσει να λειτουργεί περίεργα. Θα έλεγε κανείς πως είχα φτάσει στα όρια μου. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα πάψω να υπάρχω, πως θα εξαϋλωθώ. Ο κόσμος γύρω μου μου φαινόταν σαν να μην υπάρχει πραγματικά. Σαν να είναι σκηνικό από κάποια ταινία ή μάλλον εικόνα βγαλμένη από ένα βιβλίο. Ταυτόχρονα σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχα πάθει κάτι σαν αγκύλωση. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Είχα ακινητοποιηθεί.
Ο Κύριος Σχιζοφρενίδης με είχε συμβουλέψει να βρω με κάτι να ασχοληθώ για να μην νιώθω ανούσια την παραμονή μου στο κέντρο της πλατείας. Έτσι είχα πάρει ένα ψωμί και είχα σκοπό να ταΐσω τα περιστέρια. Αλλά καθώς είχα παραλύσει, απλά κρατούσα το ψωμί στο χέρι. Τα περιστέρια έκοβαν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου. Είχαν μυριστεί την τροφή τους. Χωρίς άλλο μου κρατούσαν κακία που δεν τα τάιζα. Θέλουμε το ψωμί μας!! μοιάζει να έλεγαν τα κρωξίματα τους. Επικεντρώθηκα σ’ αυτά για να ξεχαστώ. Μπορούσα να νιώσω την ανυπομονησία τους και αυτά πετούσαν όλο και πιο χαμηλά φτάνοντας τα λίγα εκατοστά από το κεφάλι μου αλλά κανένα δεν τολμούσε να τσιμπήσει το ψωμί από το χέρι μου. «Εσείς δεν είστε πουλιά, είστε κότες είπα από μέσα μου. Κότες, κότες φοβητσιάρες!» Μου απαντούσαν με όλο πιο επιτακτικά κρωξίματα και απότομα φτερουγίσματα. Μαλώναμε δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. « Για να σας δω, έλεγα, έχω φρέσκο ψωμάκι στο χέρι, δεν τολμάτε ε; Τι περιμένετε; Ελάτε!! Κοτούλες!»
Εκεί, στη μέση της πλατείας, ακίνητη με το ψωμί στο χέρι και τα πουλιά να κάνουν εκνευρισμένα όλο και πιο απειλητικούς, κλειστούς κύκλους από πάνω μου , σίγουρα θα αποτελούσα ένα σουρεαλιστικό θέαμα, αλλά κάτι ξαφνικά διέκοψε τον διάλογο μας. Μια ζεστή κουτσουλιά στόλιζε τώρα το κέντρο του μετώπου μου. Μια ζεστή, αληθινή πέρα για πέρα κουτσουλιά Και σαν αυτό να σήμανε την εκδίκησή τους όλα μαζί πέταξαν ικανοποιημένα μακριά αφήνοντάς με μόνη. Όταν συνέβη αυτό θυμήθηκα να κοιτάξω το ρολόι μου. Είχαν περάσει είκοσι πέντε ολόκληρα λεπτά. Είχα επικοινωνήσει με τα πουλιά, μαλώσαμε, με χέσανε και φύγανε. Τι εξαιρετική εμπειρία! Και πέρα για πέρα αληθινή. Εγκατέλειψα την πλατεία με ένα μειδίαμα στα χείλη αφού πρώτα πέταξα το ψωμί σε διάφορες γωνιές. Μπορεί να υπήρχαν πουλιά με το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Μετά από εβδομάδες έκθεσης σε πλατείες, γήπεδα, ανοιχτούς χώρους, μετά από την αποφυγή εκατοντάδων δελεαστικών γωνιών και έχοντας επιδείξει όλον αυτόν τον καιρό τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία μπορούσα με βεβαιότητα να πω ότι δεν έβλεπα την παραμικρή εξέλιξη στη ζωή μου. Συνέχιζα να είμαι το ίδιο δειλή και φοβητσιάρα. Ώσπου μια μέρα βρέθηκα σε ένα πάρτυ. Μπορεί να μην ήμουν στο κέντρο της αίθουσας αλλά δεν στεκόμουν ούτε στη γωνία. Ήμουν ανάμεσα σε χαρούμενους ανθρώπους και μάλλον αυτό έκανε τη διαφορά. Αρχίσαμε να χορεύουμε σαν να είμαστε όλη μια παρέα. Στην αρχή με πατούσαν, με σκουντούσαν καθώς χόρευαν και αυτό με κινητοποίησε και άρχισα και γω να γελάω, να χαίρομαι και να κουνιέμαι. Σιγά σιγά κατάφερα πραγματικά να εκφραστώ μέσω του τρελού χορού μου. Πηδούσα, στριφογυρνούσα, έκανα τρελές φιγούρες και το σπουδαιότερο έπιανα χώρο. Χώρο για μένα. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά σαν ένα μόριο της πελώριας ανθρωπότητας, σαν μέρος του ποταμού που ρέει χωρίς σταματημό. Η ύπαρξη μου είχε και δεν είχε νόημα. Τίποτα δεν θα κατέρρεε αν έπαυα να υπάρχω. Απ’ την άλλη, αν συνέχιζα να ζω ίσως να περνούσα κάτι δικό μου στον κόσμο. Ίσως να έφερνα μια μικρή αλλαγή . Ίσως η ζωή μου να είχε νόημα για κάποιους λίγους γνωστούς , για κάποιους ελάχιστους αγνώστους. Αλλά η γωνία, αυτό το σημείο μεταξύ θανάτου και ζωής δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης πια.
Ετικέτες: Διηγήματα, Μίνα Γκρέκα
Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007
Αναρωτήθηκα ποιές από τις τρύπιες μου κάλτσες να φορέσω και στο λεωφορείο οι παππούδες στέκονταν όρθιοι οικειοθελώς αφήνοντας τις θέσεις ολόγυρα μου άδειες.
Οι άνθρωποι στα διπλανά αυτοκίνητα αγκαλιάζονταν και οι σκύλοι τους με κοίταζαν επίμονα μέσα στα μάτια από το πίσω παράθυρο.
Εχασα το δρόμο για το γραφείο και βρέθηκα στην παραλία.
Συνομίλησα λίγο μ έναν γλάρο για τα συνδικαλιστικά τους.
Τον συμβούλεψα να μην παίρνει τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Ο διπλανός μου στο καφέ ήταν πολύ ευγενικός. Το ίδιο και η σερβιτόρα.
Μου χαμογελούσαν που και που.
Το απόγευμα δεν χρειάστηκε να γυρίσω σπίτι.
Θα το ήθελα αλλά είχα ξεχάσει που μένω.
Εφαγα κάστανα από το δρόμο και φύσηξα τη μύτη μου που έτρεχε δάκρυα
και η μύτη μου μου είπε "Έίναι η τελευταία φορά που παράγω δάκρυα γι αυτόν". Τη συμβούλεψα να μην είναι τόσο απόλυτη όμως μέσα μου ευχήθηκα αυτό να ήταν αλήθεια.
Στο δρόμο συνάντησα έναν καλόγερο που το αυχενικό του τον ανάγκαζε να κοιτάζει μόνο το έδαφος.
Οταν αντίκρισε τα παπούτσια μου μου είπε:" Μικρή μου η θρησκεία δεν έχει να κάνει με την πάλη του καλού με το κακό αλλά με το πόσο καθαρά κρατάς τα παπούτσια σου"
Χαμογέλασα μα δεν με είδε.
Ο δρόμος ήταν διάσπαρτος με κόκκινες πιπερίτσες αντί για αποτσίγαρα.
Ενα μεγάλο φύλλο από πλατάνι είχε τρυπηθεί πέφτοντας πάνω σε ένα θάμνο. Το γυμνό κλαδί του διαπερνούσε το φύλλο πέρα ως πέρα. Ω, τη ωμή βία, σκέφτηκα και απέστρεψα το βλέμμα ηττημένη .
Και κει που η νύχτα μεγάλωνε είδα ένα ουράνιο τόξο
και το ακολούθησα
γιατί δεν είχα και τι άλλο να κάνω.
Ετικέτες: Διηγήματα, Μίνα Γκρέκα
Δευτέρα, Ιουλίου 09, 2007
- 1-
Οι θεωρίες του Γιουνγκ περί συγχρονικότητας και όλων των υποστηρικτών του θα έβρισκαν πλήρη δικαίωση σ’ εκείνο το πρωινό. Αργοπορημένη όπως πάντα και με μια νάιλον σακούλα στο χέρι που επιδείκνυε ένα τεράστιο, κατακίτρινο καρβέλι ψωμί κατέφθασα αγκομαχώντας στη δουλειά μου στις εννέα και δεκαεννέα πρώτα λεπτά. Περίμενα ότι θα είναι ένα ακόμη σιχαμερό, βαρετό μέχρι θανάτου οχτάωρο και ξεκλείδωσα την πόρτα βλαστημώντας. «Ελευθερία!» ήθελα να κραυγάσω, «ζήτω η ελευθερία» αλλά το κατέπνιξα καθώς θα ήταν ανεπίκαιρο και άστοχο.
Άνοιξα όλα τα φώτα, επιθεώρησα το χώρο με μια γρήγορη ματιά όπως είχα τη συνήθεια να κάνω, ελπίζοντας να έχουν μπει κλέφτες και να τον έχουν αδειάσει από υπολογιστές, φαξ και κάθε είδους συνήγορο του διαβόλου. Επί ματαίω, τα πάντα βρίσκονταν στη θέση τους. Ανατριχιαστικό, είπα από μέσα μου. Πότε θα ερχόταν επιτέλους η μέρα που θα έβλεπα αυτό το χώρο γυαλιά καρφιά, σκέφτηκα και κάθισα βαριά μπροστά στον υπολογιστή μου έτοιμη να ανοίξω το yahoo.
Συνήθως, ανοίγω πρώτα το outlook για να ελέγξω την αλληλογραφία της δουλειάς, αλλά σήμερα είχα κάθε λόγο να ανοίξω πρώτα το yahoo. Κάθε λόγο βέβαια, γιατί περίμενα ΤΟ ΜΥΝΗΜΑ. Αλλά, ας μπω στον κόπο να εξηγήσω τι εννοώ. Τον τελευταίο καιρό η ζωή που έκανα δεν μου άρεσε. Η δουλειά μου ήταν επιεικώς μια καφετιά κουράδα, η πόλη που ζούσα επιεικώς μια μπαγιάτικη, χιλιοζεσταμένη, μουχλιασμένη τυρόπιτα. Ήμουν μόνη, πιο μόνη ίσως δεν θα μπορούσε να είναι καμία λευκή, δυτική κάτω των 30. Ήμουν περίπτωση. Έτσι ένιωθα. Η ζωή μου, παράδειγμα προς αποφυγήν για όλες τις επερχόμενες γενεές. Η πρώτη των πρώτων στην black list των αποτυχημένων. Το top one.
Όταν κάποιος αγγίζει αυτά τα επίπεδα απελπισίας το ρίχνει ή στο φαΐ ή στην πίστη. Βουλιμική δεν θα γινόμουν ποτέ, μαλακία να τα σκας στα bodyline. Η ανώτερη όμως δύναμη, ναι, μάλιστα αυτή είχε κάποιο λόγο να δώσει. Αν είναι όντως ανώτερη δύναμη όπως θέλει να την αποκαλούν οι ταλαίπωροι ανθρωπούληδες, θα μπορούσε να βοηθήσει. Να βάλει ένα χεράκι να γίνω άνθρωπος. Όλο το προηγούμενο βράδυ λοιπόν το πέρασα σκεπτόμενη τι να ζητήσω από την ανώτερη δύναμη. Γιατί κάνω που κάνω τον κόπο να είναι και κάτι της προκοπής. Τι θα άλλαζε τη ζωή μου προς το καλύτερο; Τι έ; τι, σκεφτόμουν και έτρωγα να νύχια μου καθισμένη πάνω στο ένα μου πόδι στον μεγάλο καναπέ.
Τελικά, με είχε πάρει ο ύπνος πριν προλάβω να αποφασίσω, πράγμα που θεώρησα τρανό σημάδι. Το σύμπαν ήξερε καλύτερα από μένα τι χρειαζόμουν και θα μου το εμφάνιζε τις επόμενες μέρες. Αρκεί να βρισκόμουν σε εγρήγορση και να κρατούσα ανοιχτά όλα τα μέτωπα. Θα είχα 24 hours open τις κεραίες της αντίληψης μου. Θα είχα ανοιχτές όλες τις πύλες για να τρυπώσει ΤΟ MYNHMA. Ακόμη και το yahoo. Ποτέ δεν ξέρεις.
-2-
Η πόρτα χτύπησε πριν προλάβει ο ίντερνετ εξπλόρερ να βγει στην οθόνη. Σηκώθηκα βαριά. Κούριερ, ή καθαρίστρια ή πλασιέ που έχασε τον προσανατολισμό του και χτυπάει και σε γραφεία. Ένα απ΄τα τρί…
-Καλημέρα, δεν ξέρω αν είστε ενήμερη, αλλά σήμερα είναι η μέρα που θα αρχίσουμε τις εργασίες .
Μπροστά μου στεκόταν ένας τύπος με μπλε φόρμα. Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω σαν μαυραγορίτης που του έτυχε μια πολύ καλή μπάζα και έχει εκπλαγεί σε απίστευτο βαθμό. Συνήλθα όμως σε χρόνο ρεκόρ, γιατί εκείνος δεν φάνηκε να πρόσεξε την έκπληξη μου και περίμενε υπομονετικά τη λεκτική μου συγκατάνευση. Αντί για αυτήν, άνοιξα διάπλατα την πόρτα και μου αποκαλύφθηκε ένα ολόκληρο επιτελείο από εργάτες .
Το μάτι μου γυάλισε μπροστά στο θέαμα και το μειδίαμα εγκαταστάθηκε μόνιμα στα χείλη μου. Ξύλινες σκάλες και μπλε στολές δένανε αρμονικά σε ένα μπουκέτο που μύριζε τεστοστερόνη. Περνούσαν από μπροστά μου σαν να παρήλαυναν. Ένα περήφανο επιτελείο γκρεμιστών με τα μηχανήματά τους, δυνατό και έτοιμο να προκαλέσει την πλήρη καταστροφή όπου βρεθεί και όπου σταθεί. Και μη φανταστείτε τίποτε εργαλεία από αυτά τα συνηθισμένα, αλλά κάτι τροχούς, καρούλια και μαδέρια τεραστίων διαστάσεων που η θέα τους σου έκοβε την αναπνοή. Ειδικά τα γιγαντιαία καρούλια παρουσίαζαν ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς τσουλούσαν πίσω από τους εργάτες της πρώτης γραμμής σαν τηλεκατευθυνόμενα ( έτσι νόμισα στην αρχή, μετά όταν πέρασαν όλοι μέσα στο χώρο κατάλαβα ότι τα έσπρωχναν αυτοί που μπήκαν τελευταίοι). Μικρή σημασία έχουν όμως οι λεπτομέρειες καθώς η όλη αίσθηση που έδιναν αυτοί και τα εργαλεία τους ήταν φουτουριστική ,εξωγήινη και πολλά υποσχόμενη καθώς οραματιζόμουν ήδη να μας πνίγει θριαμβευτικά η σκόνη του κατεδαφισμένου γραφείου.
Θα ήταν αδιανόητο να τους επιτρέψω να αναρωτηθούν αν βρίσκονται στον σωστό (γι΄ αυτούς) τόπο και χρόνο. Αυτοί οι άντρες ήταν τα τζόκερ στο τραπέζι της αγωνίας μου. Έκλεισα πίσω τους την πόρτα με ύφος Δρακουμέλ ενώ τα ανυποψίαστα, ανέμελα στρουμφάκια παίρνανε τις θέσεις τους στο χώρο για να αρχίσουν τις εργασίες.
-3-
Έμαθα τα μικρά τους ονόματα: Νίκος, Άγγελος και Γιώργος επί δύο. Τους ρωτούσα τονίζοντας το όνομά τους με ιδιαίτερη χάρη πως θέλουν τον καφέ. Τους κοιτούσα στα μάτια και χαμογελούσα σε στιλ χαριτωμένης αφέλειας όταν μου κάνανε ερωτήσεις για το που να ανοίξουν τις τρύπες. Αυτόν που τόλμησε να μου ζητήσει να του βγάλω στο τηλέφωνο το αφεντικό τον έβαλα στο μάτι και τον κοιτούσα επίμονα όταν ήταν πάνω στη σκάλα. Καναδύο φορές παραλίγο να πέσει.
Τους άρπαζα από το χέρι τη σκούπα και το φαράσι, λέγοντας με επιτηδευμένη γυναικεία δουλοπρέπεια και χαμηλωμένο κεφάλι :«Αφήστε τα αυτά σε μένα, έχετε άλλες δουλειές εσείς» και από μέσα μου έλεγα: « Ρημάχτε τα, διαλύστε τα, σπάστε τα, καταστρέψτε τα και γρήγορα δεν έχουμε πολύ χρόνο». Σκεπάζανε υπολογιστές, εκτυπωτές, σκάνερ και φαξ με νάυλον και γω τα ξεσκέπαζα. Μεγάλα κομμάτια ταβανιού και μικρές κουκίδες σκόνης χώνονταν στα πληκτρολόγια και μπλοκάρανε το hardware (ήθελα να πιστεύω για πάντα). Η συγχορδία των ενοχλητικών για άλλους τρυπανιών και μπλακ εν ντέκερ στα δικά μου αυτιά μεταμορφωνόταν στη ρυθμική τυμπανοκρουσία του νικητή. Ο ήχος του θριάμβου ηχούσε θεσπέσια στα αυτιά μου. Ζούσα την απόλυτη ηδονή. Έκανα βόλτες ανάμεσα σε σκάλες και σκυμμένα δουλικά, εργατικά στρουμφάκια ,πηδούσα πάνω από άπειρα μέτρα καλωδίου και κάθε λογής εργαλεία, σερνόμουν πάνω στα κομμάτια από τοίχο, στις σκόνες και τα νάυλον, έχωνα τη μούρη μου στις τρύπες του τοίχου και μετρούσα πόσα εκατοστά ήταν. Τακτικές ανατριχίλες συντάραζαν τη ραχοκοκαλιά μου. Ήθελα κι άλλο. Ήθελα την απόλυτη καταστροφή, τη συντριβή, την εξαφάνιση. Ηδονιζόμουν μπροστά στην αποσύνθεση. Μια αποσύνθεση δημιουργική.
-4-
Είχα καιρό να νιώσω τόση ευτυχία, τόση ανατριχίλα, τόση συγκίνηση. Επιτέλους η ζωή μου είχε κλονιστεί από κάτι. Ένιωθα άλλος άνθρωπος, ανώτερος, πιο ζεστός. Συγκινημένος από τα δώρα που η μοίρα απλόχερα χαρίζει. Ελεύθερος, ευχαριστημένος, αναγεννημένος. Έτοιμος να δείξει ευγνωμοσύνη σαν σωστός πιστός που οι προσευχές του εισακούστηκαν. Έτοιμος για μεγαλοψυχία και ανταπόδοση σ΄ αυτούς που τον βοήθησαν. Έτοιμος για όλα.
Όμως καθώς τα ανώτερα συναισθήματα ξεπηδούσαν με ορμή σιντριβανιού από την ψυχή μου άρχισα να αναρωτιέμαι αν είχα φερθεί εγωιστικά. Φυσικά και είχα φερθεί, κατέληξα μετά από ολιγόλεπτη ενδοσκόπηση διότι αυτό που για μένα ήταν λύτρωση από τα δεσμά, για τα καημένα τέσσερα στρουμφάκια δεν ήταν παρά δουλειά και μάλιστα αιματηρή (κοπιαστική/εξαντλητική). Ίδρωναν ξείδρωναν και όσο περνούσε η ώρα έδειχναν και πιο δυστυχισμένα, λες και μαράζωναν και έχαναν τη δύναμη τους. Δεν ήταν σωστό αυτό, βέβαια δεν ήταν. Άρχισα να τα λυπάμαι, τα έπαιρνα από πίσω και ό,τι δουλειά έκαναν τα βοηθούσα. Εκείνα βέβαια με το φιλότιμο που χαρακτηρίζει τους χειρονάκτες επέμεναν πως αυτές δεν είναι δουλειές για γυναίκες και να προσέχω και τέτοια. Εγώ όμως συνέχιζα απτόητη. Δεν ήταν καθόλου παράξενο που η όλη δουλειά με συνεπήρε σε επικίνδυνο βαθμό...
Το τέλος του οχτάωρου με βρήκε με ένα εργαλείο σα μυτερό τσεκούρι μπροστά στον τοίχο που με χώριζε από έναν νευρασθενικό ακάλυπτο. Κοίταξα τον τοίχο και συνειδητοποίησα πως αυτός με χώριζε από τον έξω κόσμο. Αυτός με χώριζε από τα όνειρα μου. Πίσω από αυτόν θα υπήρχε φως , το φως της μέρας, έστω χλωμό και μισοτελειωμένο, σαν το φως που κάποιος σκηνοθέτης αποσύρει αργά αργά από το τελευταίο πλάνο του. Πίσω από αυτόν θα υπήρχε φως , ας ήταν το σκοτωμένο φως που λιμνάζει ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ας ήταν κάτι ξένο και άγνωστο, ας ήταν κάτι διαφορετικό. Θυμάμαι πως δεν έλεγχα πλέον την ορμή μου. Θυμάμαι πως έφερα το ιδιαίτερο εργαλείο ενάντια στον τοίχο με δύναμη που δεν ταίριαζε σε μικροκαμωμένη γυναίκα. Θυμάμαι να πετιούνται κομμάτια τοίχου δεξιά αριστερά, να το σηκώνω και να το κατεβάζω ξανά και ξανά με μανία, σκόνη να με τυφλώνει και φωνές, πολλές φωνές αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν καθώς τα πάντα γίνονταν άσπρα και καθώς ένα σύννεφο σκόνης με έπαιρνε αλλού, σε έναν κόσμο πιο αραιό όπου τίποτα δεν θεωρούνταν πια αδύνατον…
Ετικέτες: Διηγήματα, Μίνα Γκρέκα
Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007
Ήμασταν οχτώ μήνες μαζί, όταν το θηρίο που νόμιζα πως είχα για πάντα διώξει με επισκέφτηκε ξανά. Ήταν κατά τη διάρκεια των διακοπών και δεν μπορώ να πω πως ήρθε εντελώς ξαφνικά, αφού εκείνες τις μέρες που ήμασταν διαρκώς μαζί, εγώ κι εκείνος, χτυπούσε κάθε τόσο καμπανάκια για να μου πει πως δεν έκανε για μένα και πως καλύτερα να έμενα πάλι μόνη.
Τα καμπανάκια χτυπούσαν, την ώρα που εκείνος έπαιρνε το λόγο για να πει κάτι ασήμαντο κατά τη γνώμη μου. Χτυπούσαν την ώρα που μιλούσε και καλά καλά δεν μ’ άφηναν να τον ακούσω. Γύριζα αλλού το κεφάλι για να μη με κουφάνουν με αποτέλεσμα εκείνος να νομίζει πως του γύριζα την πλάτη.
Άλλες φορές χτυπούσαν την ώρα που έκανε παιδικές σκανταλιές στην παραλία με τους φίλους του. Τότε μου φώναζαν :
-Ε, δεν βλέπεις ανόητη, πως δεν κάνει αυτός ο άνθρωπος για σένα;
Εγώ μελαγχολικά κοιτούσα τα κύματα να γλύφουν τους λείους βράχους και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν για τη γλυκιά μελαγχολία που με έζωνε, παρά τους κοιτούσα με θλίψη, ζήλια και απαξίωση, λίγο σαν γυναίκα που δεν πρόλαβε να γίνει μάνα και ρίχνει κλεφτές ματιές στα παιδιά της διπλανής οικογένειας που ανέμελα γεμίζουν τον τόπο με φωνές.
Τα καμπανάκια χτυπούσαν όλο και πιο συχνά και κάποιες φορές μετατρέπονταν σε ευδιάκριτες φωνές που όλο με τάραζαν . Καθώς περνούσαν οι μέρες γνώριζα πως δε θα μ’ άφηναν να κάνω ήρεμες διακοπές. Ήρθαν και ένα βράδυ ενώ κοιμόμασταν. Με ξύπνησαν. Εκείνος δίπλα μου ατάραχος κοιμόταν. Η ανάσα του σταθερή και βαριά δεν συγχρονιζόταν με τους παλμούς και τις δονήσεις της εύθραυστης αύρας της νύχτας. Τίποτα απ’ αυτά που άγγιζαν εμένα δεν τον επηρέαζαν. Φοβόμουν για κείνον, φοβόμουν για μένα , φοβόμουν για μας και κυρίως δεν ήθελα να ζήσω πάλι τα ίδια, όχι με εκείνον, δεν μπορούσα να προδώσω εκείνον.
-Κοίτα τον πως ατάραχος κοιμάται. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να τον ξυπνήσει θα’ ταν η ξαφνική του επιθυμία για σεξ.
Ακίνητη και μουδιασμένη παρέμεινα στη στάση στην οποία ξύπνησα κι αυτό έκανε πιο εύκολο το έργο των φωνών που με θεωρούσαν χωρίς άλλο εύκολο στόχο.
- Κι αν ξυπνούσε τώρα κι άρχιζε να τρίβεται επάνω σου και να προσπαθεί να σε φιλήσει δε θα’ δινε καμία σημασία στην απελπισία που κρύβει η ματιά σου. Θα συνέχιζε ανενόχλητος μέχρι να πάρει αυτό που χρειάζεται.
Σε μια ύστατη προσπάθεια νίκησα το μούδιασμα στα μέλη μου και κουνήθηκα. Ευχόμουν εκείνος να ξυπνήσει, να καταλάβει πως δεν είμαι καλά, να κατανικήσει την επιθυμία του για ύπνο, να καταφέρει να σηκωθεί, ν’ ανάψει τα φώτα , να με πάρει στην αγκαλιά του και να με παρηγορήσει. Να μη ρωτήσει πως και γιατί, τώρα πια ξέρει, απλά να με σφίξει στην αγκαλιά του μέχρι εκείνες να πάψουν. Να μου πάρει τις φωνές που με αποπροσανατολίζουν, όλη τη δαιμονισμένη θέληση και να μου αφήσει μόνο το καλό.
Κι ένα παιδί όμως ξέρει, πως ο άντρας κουρασμένος από τη δραστηριότητα μιας ολόκληρης ημέρας (κι ας βρίσκεται αυτός ο άντρας σε διακοπές, κι ας είναι πολύ νέος για να μην μπορεί να ορίσει τον εαυτό του) ξυπνά πολύ δύσκολα, πολύ δύσκολα επιβάλλεται στον εαυτό του κι όσο τον βαραίνει το σκοτάδι μιας νύχτας πηχτής και μιας ατμόσφαιρας καθάριας και δροσερής δύσκολα μπορεί να επιστρατεύσει τις δυνάμεις του και να εμπνεύσει τη σιγουριά σ’ ένα άλλο πλάσμα κάτω από τέτοιες συνθήκες.
- Δεν μπορεί να σε καταλάβει, δεν θα καταλάβει ποτέ τα άγχη και τις αγωνίες σου. Είναι τυφλός και κουφός απέναντί σου κι όσο νιώθει να του ζητάς τόσο πιο πολύ θα πεισμώνει και θα θέλει να φύγει.
Να φύγω εγώ πριν φύγει αυτός, δεν θέλω να του ζητήσω τίποτα, θέλω μόνος να καταλάβει, μόνος να καταλάβει, μόνος να καταλάβει. Είναι πολύ ρομαντικό αυτό; Είμαι καταδικασμένη να εξηγώ όσα νιώθω κάθε στιγμή, δεν είναι πολύ κουραστικό αυτό;
Δεν μπορούσα πια να πάψω τα δάκρυα μου. Τα ένιωθα να κυλάνε καυτά, χάραζαν κι αυτά τη δική τους πορεία, σηματοδοτούσαν τον πόνο μου. Ξαφνικά, στο μυαλό μου λάμψανε κάποιες ¨αλήθειες¨. Οι φωνές δεν θα έπαυαν κι εγώ δεν θα τον άφηνα. Οι φωνές δεν θα έπαυαν αν δεν τον άφηνα. Δεν θα τον άφηνα αν δεν έπαυα να είμαι εγώ. Θα τον άφηνα αν έπαυα να είμαι εγώ. Εγώ έπρεπε να πάψω να είμαι εγώ , έπρεπε να γίνω οι φωνές. Έπρεπε να γίνω όλη οι φωνές. Μόνο οι φωνές και τίποτα άλλο.
Άρχισαν αυτές να εντείνονται, να με πλημμυρίζουν, να κερδίζουν όλο και περισσότερο χώρο μέσα μου , μου ήταν αδύνατο πλέον να τις πάψω. Ήξερα πως μόνο αν με κυρίευαν θα υπήρχε ελπίδα μετά να ηρεμήσω απ’ αυτές.
Κατάφερα καταβάλλοντας ιδιαίτερη προσπάθεια να σηκωθώ. Το σώμα μου συνέχιζα να το νιώθω μουδιασμένο, σαν να μην μπορούσα να το ορίσω. Αν εκείνη τη στιγμή ξυπνούσε, αν με φώναζε κοντά του; Ήλπιζα. Όμως όχι, δε θα γινόταν κάτι τέτοιο. Παρά ήμουν διάφανη για να με δει ακόμη και στα όνειρά του.
Κατέβηκα τις εσωτερικές σκάλες, άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στο δρόμο. Σήκωσα το κεφάλι προς τον ουρανό όπως συνήθιζα να κάνω. Τα αστέρια ήταν άπειρα, παγερά με κοίταζαν απ’ τον ουράνιο θόλο, ούτε αυτά έμοιαζαν να μοιράζονται τις αγωνίες μου ή έστω να μπορούν να κάνουν το οτιδήποτε για να τις πάψουν. Το αντίθετο μάλιστα. Στέκονταν εκεί και μου υποδείκνυαν πως είναι νύχτα και είμαι μόνη. Σε ποιόν θα έλειπα αν εξαφανιζόμουν ένα βράδυ σαν κι αυτό; Το απόλυτο σκοτάδι μου προκαλούσε δέος, ανατάραζε την ψυχή μου, το κρύο έκανε το δόντια μου να χτυπούν, φοβόμουν λίγο σ’ αυτή την τρομερή ερημιά κι ας ήμουν λίγα μόλις μέτρα έξω από το σπίτι που πριν λίγο μέσα του ήρεμη κοιμόμουν.
Ήξερα πως έπρεπε να περπατήσω τουλάχιστον διακόσια μέτρα μέχρι τα πρώτα σπίτια, εκεί στην είσοδο κάποιου σπιτιού να περιμένω υπομονετικά να ξημερώσει, να παρακαλέσω κάποιον κάτοικο να με κατεβάσει στο λιμάνι, εκεί να ζητήσω λεφτά από τους περαστικούς, να βγάλω εισιτήριο για το πλοίο, και αφού φτάσω στο λιμάνι του Πειραιά να εξαφανιστώ σε μια από τις χίλιες κατευθύνσεις που μου ανοίγονται μακριά απ’ αυτόν και για πάντα.
Δεν μου φαινόταν πολύ δύσκολο ούτε μ’ ένοιαζε που μέσα στη νύχτα με το λευκό μου νυχτικό θα αποτελούσα την αιτία μια σίγουρης καρδιακής προσβολής για όποιον είχε την ατυχία να με δει να περπατάω μες τις ερημιές. Οι δυσκολίες της επικείμενης φυγής δεν μπορούσαν με τίποτα ν’ αναμετρηθούν με τη δικτατορία της κυριαρχίας των φωνών μέσα στο κεφάλι μου.
Άρχισα να κάνω διστακτικά βήματα μες το πυκνό σκοτάδι. Τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα στη προσπάθεια να διακρίνω πού βαδίζω. Το σκοτάδι με είχε ζώσει για τα καλά. Φανταζόμουν τρομακτικές ανθρώπινες φιγούρες και στον παραμικρό θόρυβο η καρδιά μου σφιγγόταν και νόμιζα πως θα πάθω συγκοπή. Δεν πρόλαβα να κάνω πενήντα μέτρα και με κατέβαλλε πανικός. Έκανα μεταβολή και άρχισα να τρέχω πανικόβλητη προς το σπίτι.
Άκουγα την καρδιά μου να χτυπά τρελά την ώρα που με φόρα έμπαινα στο σπίτι. Ανέβηκα την εσωτερική σκάλα τρέχοντας και εκείνη τη στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα ότι εκείνος μπορούσε να λείπει και ορκίστηκα στον εαυτό μου να μην αφήσω ποτέ ξανά την απελπισία να με κυριέψει και να μην επιχειρήσω ποτέ κάτι παρόμοιο. Έφτασα στον πάνω όροφο. Θεέ μου, ήταν εκεί. Όρθιος δίπλα στο κρεβάτι με κοίταζε έκπληκτος.
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Έπεσα στην ανοιχτή του αγκαλιά κλαίγοντας με λυγμούς. Άλλη μια απόπειρα να ξεφύγω από το θηρίο με είχε κάνει να νιώσω το λιγότερο γελοία…
Ετικέτες: Διηγήματα, Μίνα Γκρέκα
