Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007
Στην Κ.
- ΑΦΗΓΗΜΑ -
Χρήστος Σιδερής
Ο ήλιος βυθίζεται πίσω από τις λοφοπλαγιές της Πάρου. Πυκνό πούσι σκεπάζει την ανατολική πλευρά του νησιού, στο σημείο που υπολογίζω ότι βρίσκεται η Νάουσα. «Τι σκαρώνει καμιά φορά η φύση!» συλλογιέμαι βάζοντας,, πίσω από αυτή τη σκέψη/φράση, περισσότερα θαυμαστικά από όσα επιτρέπουν οι γραμματικοί κανόνες. Κάθομαι σε ένα μικρό παγκάκι της παραλιακής. Θα προτιμούσα ένα από τα ημικυκλικά που έχουν και πλάτη αλλά είναι όλα γεμάτα σκουπίδια από διαβάτες χωρίς ιδιαίτερες οικολογικές ανησυχίες.
Ένας τύπος που κάθισε στο διπλανό παγκάκι μου αποσπά τη προσοχή. Δεν ξέρω πώς να τον αποκαλέσω: Τρελό, Χαζό, Σαλεμένο, Άλογο, Βλαμμένο ή μήπως να χρησιμοποιήσω τα τοπικά ιδιώματα, να τον ονομάσω δηλαδή: Λωλό ή Ζαβό. Σηκώνεται, προχωρά παράλληλα με τον δρόμο, τον διασχίζει, επιστέφει προς το μέρος μου, κοντοστέκεται. Καθώς βαδίζει το κεφάλι του γέρνει αριστερά και έπειτα δεξιά, ενώ τα χέρια του επιδίδονται σε ανεξήγητες φιγούρες, σα να έχουν δική τους θέληση. Μερικές φορές βγάζει παράξενους ήχους, σαν μουγκρητά, άλλοτε λυπημένους, άλλοτε θυμωμένους, άλλοτε γεμάτους ενθουσιασμό.
Άραγε είναι ο τρελός του χωριού; Δεν θεωρώ πιθανόν η Χώρα να έχει μόνο έναν τρελό. Τα παλιά χρόνια, οι εντόπιοι της ορεινής Νάξου λέγανε, προς χάριν αστεϊσμού, ότι όταν ο θεός έριχνε τρελούς έριξε από ένα σε κάθε χωριό και όσους περίσσεψαν τους έριξε στο Σκαδό. Αυτό βέβαια ήταν και μία μομφή που στρεφόταν ενάντια σε μία συγκεκριμένη κοινότητα. Δεν γνωρίζω αν εμπεριέχει ψήγματα πραγματικότητας. Το κάθε χωριό άλλωστε, χρεώνεται με παρόμοιες μομφές από τα έτερα χωριά: Βοθριάτες, Σκυμμένοι, Βαραββάδες, Ζαβοί, Κλέφτες, Κανίβαλοι, Νηστικοί, Ξυπόλητοι, Ξένοι και πολλοί ακόμα μειωτικοί χαρακτηρισμοί υπεισέρχονται στην τοπική φρασεολογία για να εκφράσουν αντιπαρατιθέμενες τοπικότητες. Έκτοτε, πολλοί κάτοικοι των ορεινών κοινοτήτων μετακινήθηκαν προς την Χώρα και νομίζω ότι είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι μετέφεραν μαζί τις τοπικότητες αλλά και τους τρελούς τους. Σε ότι αφορά αυτούς τους δεύτερους πάντως και προς το παρόν, δεν βλέπω κανέναν άλλο εδώ γύρω. Ίσως τους κρύβουν αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.
Προσπαθώ να τον παρατηρώ όσο πιο διακριτικά μπορώ. Δεν θέλω να του κινήσω την προσοχή, δεν είμαι καθόλου βέβαιος τι θα κάνει σε αυτή τη περίπτωση και δεν έχω καμία όρεξη να μάθω. Είναι μετρίου αναστήματος, με παραδοσιακή Ναξιώτικη κοιλάρα, έχει κοκκινωπά μαλλιά μόνο στα πλάγια και το πίσω μέρος του κεφαλιού, κοντοκουρεμένα και παχύ μουστάκι ιδίου χρώματος. Φοράει καφεάσπρα δερμάτινα παπούτσια με κρεπ σόλες, υφασμάτινο κρεμ παντελόνι με εξωτερικές τσέπες και μια γκρι λερωμένη φανέλα. Αυτός είναι ο Λωλός….. Ο Λωλός μου, μιας και κάθομαι και τον παρατηρώ. Ένα προσωρινό, έστω μελαγχολικό, απάγκιο από τις αμφίθυμες σκέψεις που κατακλύζουν τις τελευταίες μέρες το μυαλό μου!
Αναρωτιέμαι τι να σκέπτεται. Δεν μπορώ βέβαια να τον ρωτήσω. Ακόμα και αν είχα το απαιτούμενο θάρρος και αναίδεια να κάνω κάτι τέτοιο, το πιθανότερο είναι να μου απαντήσει με ένα θυμωμένο μουγκρητό. Δεν μπορώ λοιπόν παρά να αναρωτιέμαι γι αυτόν. Αναρωτιέμαι πως είναι φτιαγμένος ο κόσμος του, η δική του πραγματικότητα. Τον παρατηρώ να περιφέρεται, να βολτάρει αγνοώντας παντελώς τους άλλους διαβάτες. Είμαστε άραγε σκιές; Ο κόσμος του, είναι πιο πλήρης ή μήπως ελλειπτικότερος του εμού-οικείου αντιστοίχου του; Δεν παίρνω απάντηση. Από ποιον άλλωστε; Ίσως πρέπει να κατασκευάσω μία. Ή ίσως δύο, ή ακόμα περισσότερες. Ναι! Ίσως πρέπει να τον κατασκευάσω από την αρχή. Αυτό θα κάνω, θα τον τυλίξω σε μερικές κόλες χαρτί και θα τον κατασκευάσω όπως εγώ θέλω. Τέρμα η παρατήρηση.
Αστειεύομαι……
Εξαφανίζεται πίσω από ένα περίπτερο. Τον χάνω από τα μάτια μου. Ας είναι. Ίσως είναι καλύτερα να βυθιστώ στα γνωστά μου αδιέξοδα, να απολαύσω την αμφιθυμία που μου προκαλεί η επερχόμενη αναχώρηση από το νησί με ότι αυτή συνεπάγεται.
Κι όμως! Ξαναέρχεται προς το μέρος μου Κρατάει ένα αντικείμενο του κόσμου μας! Μια πορτοκαλάδα κουτάκι, χωρίς ανθρακικό. Χριστέ μου! Αποφεύγει τα αυτοκίνητα. Βαδίζει στο πλάι του οδοστρώματος, κοντοστέκεται, τραβάει μια ρουφηξιά με φανερή απόλαυση, με προσπερνάει, διασχίζει το οδόστρωμα, κάνει μεταβολή και -έπειτα από ένα στιγμιαίο δισταγμό- κάθεται στο ίδιο παγκάκι δίπλα μου.
Ω ναι! Πραγματικά απολαμβάνει το αναψυκτικό του! Σαν τα παιδιά…..
Νομίζω ότι κατέληξα σε ένα συμπέρασμα. Ο κόσμος του, δεν είναι πολύ διαφορετικός από τον δικό μας. Έχει αυτοκίνητα και δρόμους, έχει παγκάκια, έχει περίπτερα και πορτοκαλάδες χωρίς ανθρακικό, έχει καλαμάκια, έχει δερμάτινα παπούτσια με κρεπ σόλα, υφασμάτινα παντελόνια, έχει λερωμένες φανέλες και μουστάκια. Όμως, αν είναι έτσι, τι είναι εκείνο που κάνει τον δικό του κόσμο κατά προέκταση την δική του συμπεριφορά τόσο διαφορετική από τη δική μας; Τι είναι εκείνο που με ωθεί να τον αποκαλώ Λωλό;
Σηκώνεται. Δεν έχει τελειώσει ακόμα την πορτοκαλάδα του. Κρατώντας την σφιχτά ξεμακραίνει, κοντοστέκεται, κάνει μεταβολή, μουγκρίζει διφορούμενα, γυρίζει δεξιά, αριστερά, μπρος και πίσω, σαν μυρμήγκι που έχει χάσει τον προσανατολισμό του, πάντα κρατώντας σφιχτά την πορτοκαλάδα με ανθρακικό. Που θέλει να πάει άραγε; Ή μήπως δεν έχει τέτοιο σκοπό; Χμμμ, ίσως απλά κάνει την βόλτα του ο άνθρωπος κι εγώ ο αργόσχολος, ο φαύλος, τον βαφτίζω Λωλό και περνάω την συμπεριφορά του από μικροσκόπιο προσπαθώντας να την ερμηνεύσω.
Μα που είναι τώρα; Τον έχασα! Πάει, έφυγε. Που να πήγε άραγε; Είμαι πραγματικά περίεργος να δω τι θα έκανε με το κουτάκι της πορτοκαλάδας. Το πέταξε άραγε στο καλάθι σαν καλό ενσυνείδητο παιδί; Μήπως το αμόλησε όπου βρήκε στο δρόμο ή ακόμα χειρότερα στο κεφάλι ενός διαβάτη;
Τον έχασα γαμώτο, χάθηκε οριστικά. Πώς να εκφράσω τώρα την απογοήτευση μου; Ποιοι εφηύραν τους γραμματικούς κανόνες; Πρόβλεψαν ένα χαριτωμένο θαυμαστικό για μία ετερόκλητη ποικιλία συναισθημάτων και ένιψαν τας χείρας των. Παράτησαν τα συναισθήματα, τα άφησαν δίχως συμβολικούς εκπροσώπους, τα ευνούχισαν αναγκάζοντας μας να επιδιδόμαστε σε ανούσιες περιφράσεις, την μέθοδο του Προκρούστη. Αλλά ας τους αφήσω αυτούς.
Έχασα τον Λωλό. Και το σφάλμα είναι αποκλειστικά δικό μου. Την ώρα που εκείνος εξαφανιζόταν μυστηριωδώς εγώ έγραφα. Μάλιστα! Την ώρα που εκείνος κινούταν, εγώ έγραφα και έγραφα γι αυτόν, χωρίς να τον παρατηρώ! Ο πραγματικός Λωλός δρούσε στον ενδιάμεσο κόσμο κι εγώ ερμήνευα τον φαντασιακό Λωλό στον δικό μας κόσμο. Και τώρα πάσχω φανερά από έλλειψη στοιχείων. Δεν αρκεί πια να ερμηνεύσω. Όχι, αυτό δεν είναι αρκετό. Πρέπει να τον κατασκευάσω. Θα τον κατασκευάσω και έπειτα δεν θα αρκεστώ στην σεμνότητα της ερμηνείας, θα σας τον σερβίρω σαν πραγματικό! Ναι! Αυτό θα κάνω.
Θυμάσαι εκείνο τον τελευταίο μας φοβερό καβγά; Μα τι λέω! Και βέβαια θυμάσαι. Άλλωστε έκανες χρόνια να μου ξαναμιλήσεις. Μα, δεν έχουμε μιλήσει καθόλου έκτοτε! Πρέπει να θυμάσαι.
Συζητούσαμε τότε για την δουλειά σου με άτομα με νοητικά προβλήματα και εγώ σου είπα ότι πίστευα στην ευθανασία βρεφών που παρουσιάζουν ανίατα προβλήματα νοητικής στέρησης ή σωματικές καχεξίες, ναι βέβαια, όπως είπες και εσύ αηδιασμένη, την λύση του Καιάδα. Και τότε έγινες θύελλα και με κατακεραύνωσες με τα λόγια και τα μάτια σου. Και μετά έφυγες χωρίς ποτέ να επιστρέψεις, τόσος ήταν ο εκνευρισμός σου. Ξέρω, θα πεις ότι τότε ήταν άλλες εποχές. Σήμερα η πολιτισμένη Δύση σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Ναι, το καταλαβαίνω αυτό. Κι όμως τα δισεκατομμύρια που ξοδεύονται γι αυτά τα άτομα θα μπορούσαν να σώσουν πολλαπλάσιες ζωές υγιών, μέχρι πρότινος, ανθρώπων, παιδιών με κοιλιές που τυμπανίζουν από την πείνα, ανθρώπων που πεθαίνουν από μολυσματικές ασθένειες λόγω άγνοιας, αυτοί που βαφτίζουν το AIDS μαγεία. Ή μήπως αυτοί δεν είναι άνθρωποι; Μήπως ο πολιτισμός μας περιορίζεται στη γειτονιά μας και αυτούς «γάμησε τους»;
Μην σου κάνει εντύπωση ότι χρησιμοποιώ το «μας» αντί για το «σας». Από φέτος γίναμε και εμείς ανεπτυγμένη χώρα! Μέχρι πέρυσι ήμασταν υπό ανάπτυξη και με τη βούλα της Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά από φέτος ….. Μεγαλεία! Αλήθεια, τώρα που εμείς γίναμε σαν και εσάς, σε νιώθω πολύ πιο κοντά τώρα, παρόλο που εσύ βρίσκεσαι στη Βιέννη και εγώ στη Νάξο.
Αλλά τι λέω τώρα; Ας επιστρέψω στον Λωλό μου, που δεν είναι βέβαια καθόλου μα καθόλου βρέφος και αν δεν με ξεγελάει το μάτι μου θα έχει πατημένα τα σαράντα. Σίγουρα, αυτόν δεν μπορούμε να τον σκοτώσουμε, να του κάνουμε ευθανασία. Όχι, είναι μεγάλος πια. Μπορούμε μόνο να προσευχόμαστε να πεθάνει. Όχι εμείς βέβαια. Αυτοί που τον φροντίζουν, αυτοί που καθημερινά τον ντύνουν, τον ταΐζουν, του κάνουν μπάνιο. Μπορεί ακόμα να φωνάζει μέσα από την τουαλέτα την μητέρα του να πάει να τον σκουπίσει! Πόσο δύσκολο πρέπει να είναι να φροντίζεις ένα μεγάλο μωρό! Τι νιώθουν άραγε αυτοί; Τον αγαπούν ή προσεύχονται κάθε μέρα να τους απαλλάξει ο θεός από αυτό το «βάρος», όπως κάναμε και εμείς με την θεία μου που είχε πάθει εγκεφαλικό και τα είχε χάσει. Όμως ο θεός δεν έκανε το καθήκον του και η θεία τους βασάνισε για χρόνια, όπως βασάνισαν οι κατάκοιτοι για χρόνια γονείς της, τη μητέρα μου. Τέτοια είναι τα ερωτηματικά που βασανίζουν το μυαλό μου. Και να πεις ότι δεν αγαπούσα την γιαγιά μου ας πούμε. Το αντίθετο. Νομίζω ότι έχει γίνει ο φύλακας άγγελος μου από εκεί που βρίσκεται. Μέχρι το τέλος της εμένα σκεπτόταν. Εμένα, να σώσει εμένα από τα νερά που έβλεπε να πλημμυρίζουν το σπίτι. «Τον Χρήστο, τον Χρηστάκη» φώναζε υστερικά στην μητέρα μου. «Εδώ είναι το παιδί, μπροστά σου» απαντούσε αυτή μα η γιαγιά επέμενε «Το παιδί, να σώσουμε το παιδί». Αυτή ήταν η γιαγιά μου. Άλλωστε έχω και το όνομα της. Χρυσούλα, Χρήστος! Τι καλός άνθρωπος θεέ μου! Κι όμως, κατάκοιτη, να κάνει τις ανάγκες της σε ένα δοχείο νυκτός που έχωνε η μητέρα μου κάτω από τη καρέκλα αφού πρώτα καταφέρναμε να την σηκώσουμε ελαφρά, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε και γαλούχησε πέντε παιδιά, ένας άνθρωπος που ανέχτηκε για περισσότερα από πενήντα χρόνια έναν από τους πιο δύστροπους άντρες που έχω γνωρίσει (τον παππού), ένας άνθρωπος που περιέβαλε τους πάντες με αγάπη. Και εμείς, παρακαλούσαμε τον θεό να την λυτρώσει!
Σάμπως το ίδιο δεν συνέβη και με την Γερμανίδα φίλη μας. Η Λίλο. Από τους πιο ζωντανούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο, ατρόμητη, αγέρωχη! Η ψυχή της παρέας και του κεφιού. Τα μεστωμένα ποτήρια κρασί, τα τσιγάρα που διαδέχονταν το ένα το άλλο, το κέφι, η χαρά, το τραγούδι και ο χορός. Υπέροχη! Κι έπειτα ήρθε ο καρκίνος, πιο ατρόμητος από εκείνη και ασταμάτητος. Και το μνημείο χαράς μετατράπηκε σε μνημείο θλίψης. Η αισιοδοξία αντικαταστάθηκε από μοιρολατρία και όταν η ελπίδα εξέλιπε, τα δύο τελευταία χρόνια δεν έβλεπες παρά μια μούμια, αυτού που κάποτε θαύμαζες. Και ευχόσουν, να λυτρωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Από τους ανθρώπους που χάθηκαν πρόωρα, μόνο Εκείνος ο απίστευτος άνθρωπος με εντυπωσίασε. Ο Κώστας, ο θείος Κώστας. Είχε μεγάλη καρδιά Εκείνος, λιονταρίσια! ‘Ήταν ημίθεος κι ας τον κατέβαλε κι αυτόν ο θεός καρκίνος. Έδωσε την μάχη του και κρατήθηκε μέχρι τέλους. Δεν ήμασταν εμείς που δίναμε κουράγιο σε Αυτόν αλλά Αυτός σε εμάς! Τέτοιος άνθρωπος ήταν! Γι Αυτόν ποτέ δεν είπαμε «ας τον λυτρώσει ο θεός». Ποτέ. Ίσως επειδή δεν είχε την ανάγκη μας μέχρι το τέλος ή μπορεί να την είχε αλλά ποτέ δεν την ζήτησε. Ίσως επειδή η δύναμη Του ήταν Τιτάνια κι εμείς δεν είχαμε δύναμη να βοηθήσουμε έναν Τιτάνα να σηκωθεί. Είμαστε πολύ μικροί και αδύναμοι. Αυτό ήμασταν. Μα τι με έχει πιάσει και σου γράφω για αγαπημένους αποθαμένους;
Δεν μπορώ να συνεχίσω σήμερα. Κομπιάζουν οι λέξεις, μα πιάνω τον εαυτό μου να σχηματίζει με αυτές στενάχωρες φράσεις. Φράσεις που σφάζουν σαν λεπίδες ακονισμένες στη σμύριδα. Άλλα μέχρι εδώ.
Σήμερα κάθομαι σε ένα άλλο, ημικυκλικό αυτή τη φορά, παγκάκι της παραλιακής, σε απόσταση σαράντα περίπου μέτρων από το σημείο που καθόμουν εχθές. Ευτυχώς κάποιος μάζεψε τα σκουπίδια και ο χώρος είναι σχετικά καθαρός. Κοιτάζω προς την Πάρο. Ο ήλιος θα δύσει σύντομα, ένας αναιμικός ήλιος που καταφέρνει να φτάσει σε εμάς μέσα από πουπουλένια φίλτρα. Σήμερα το πρωί μάλιστα έβρεξε. Αργότερα κάπως ο ισχνός Φαέθων με το άρμα του μου επέτρεψε να μεταφέρω το ασθενές σαρκίο μου στην ακροθαλασσιά και να συνεχίσω το διάβασμα ενός ακόμα ενδιαφέρων βιβλίου. Τι περίεργος Σεπτέμβρης αλήθεια! Γύρω στις έξι άρχισε να κάνει ψύχρα και αποφάσισα να συνεχίσω την ανάγνωση στο παγκάκι.
Όχι για πολύ. Έρχεται προς το μέρος μου. Είναι Εκείνος, ο Λωλός μου. Φαίνεται ξαναμμένος, βηματίζει αδέξια κάνοντας πάντα παράξενα σχήματα με τα χέρια του. Να και κάτι καινούργιο! Τα σταύρωσε πίσω από την πλάτη. Δεν βλέπω τις παλάμες και τα δάκτυλα του αλλά είμαι σίγουρος ότι συνεχίζουν το μυστηριώδες παιχνίδισμα που τα κάνει τόσο παράξενα στα μάτια μου. Βγάζει τους ίδιους ήχους από το στόμα, με μεγαλύτερη όμως συχνότητα, καθώς κινείται προς το μέρος μου. Ίσως είναι ενθουσιασμένος με κάτι. Φοράει τα ίδια δερμάτινα παπούτσια με κρεπ σόλες, το ίδιο παντελόνι αλλά η φανέλα του είναι καθαρή. Είναι μια άλλη χακί φανέλα. Είναι φανερό ότι κάποιος φροντίζει για τον ρουχισμό του. Δεν ξέρω αν τον αγαπούν αλλά σίγουρα φροντίζουν τα ρούχα του να είναι καθαρά.
Κοντοστέκεται. Αρπάζει μία λευκή καρέκλα σκηνοθέτη από μία παραλιακή καφετέρια και την παρκάρει πάνω στο οδόστρωμα και πίσω από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Κάθεται. Σήμερα έχει διάθεση παρατήρησης. Κοιτάζει τα διερχόμενα αυτοκίνητα και τους διαβάτες. Τι σκέπτεται; Δεν μπορώ να ξέρω. Ίσως τίποτα, ίσως πολλά. Τι σκέπτονται οι άλλοι γι αυτόν; Ούτε αυτό μπορώ να το πω. Τον αγνοούν, όχι επιδεικτικά, απλώς τον αγνοούν. Η μήπως τον φοβούνται κι αυτοί όπως εγώ;
Σηκώνεται, κινείται προς το μέρος μου. Προχωράει στη μέση του δρόμου. Τα αυτοκίνητα πίσω του περιμένουν υπομονετικά να μετακινηθεί στο πλάι του οδοστρώματος και μόλις εκείνος το κάνει, η μικρή πομπή τον προσπερνά αδιάφορα. Δεν κορνάρουν. Μου κάνει εντύπωση, ίσως είναι ντόπιοι και τον γνωρίζουν, ίσως αν κορνάρουν, γυρίσει και τους μουγκρίσει θυμωμένα. Ποιος ξέρει τι είναι ικανός να κάνει; Ακόμα και να πετάξει μία πέτρα. Παιδί είναι άλλωστε.
Φτάνει στο ύψος της θέσης μου και με προσπερνά φτάνοντας στο περίπτερο. Προσπαθώ να μαντέψω τι θα ψωνίσει. Χμμμ, σχεδόν έπεσα μέσα στις προβλέψεις μου. Το σημερινό κολατσιό προβλέπεται όμως πολύ πιο πλουσιοπάροχο. Μια πορτοκαλάδα μπουκάλι του μισού λίτρου και μάλιστα με ανθρακικό και ένα σακουλάκι πατατάκια ή γαριδάκια. Η μυωπία δεν μου επιτρέπει να ξεχωρίζω τέτοιες λεπτομέρειες από αυτή την απόσταση. Φαίνεται πως αυξήθηκε το χαρτζιλίκι.
Με προσπερνάει με τα καλούδια του σφιχτά στην αγκαλιά. Κατευθύνεται προς το ίδιο παγκάκι που καθόταν εχθές. Μάλλον είναι το στέκι του. Βαδίζει σιωπηλός. Ούτε μουγκρητά, ούτε χέρια που κινούνται άναρχα, μόνο τα πόδια του κάνουν άκομψες πιρουέτες.
Κάθεται. Δεν βλέπω καθαρά αλλά μπορώ να είμαι σχεδόν βέβαιος ότι καταβροχθίζει τα πατατάκια/γαριδάκια με βουλιμία και ότι ρουφάει λαίμαργα από το καλαμάκι το περιεχόμενο του μπουκαλιού.
Μόλις τώρα μου λύθηκε και η απορία σχετικά με τις οικολογικές ή όχι ευαισθησίες. Το άδειο μπουκάλι και η σακούλα ήδη ρίφθηκαν στην θάλασσα και ταξιδεύουν προς το μέρος μου. Κακό παιδί.
Η ιεροτελεστία τελείωσε. Έφυγε γεμίζοντας το μυαλό μου με νέα ερωτήματα. Άραγε έχει συναίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στην πορτοκαλάδα χωρίς και με ανθρακικό; Μήπως απλά ψωνίζει ότι βρει μπροστά του; Όχι, δεν το νομίζω. Παρότι τον παρακολουθώ μόλις δύο ημέρες φαίνεται ότι έχει μία σαφή προτίμηση στην πορτοκαλάδα με ή χωρίς ανθρακικό. Ίσως του έχουν απαγορεύσει να παίρνει κόκα κόλες. Ίσως κάποιος ανησυχεί για την υγεία του, ίσως τελικά τον αγαπούν πάραυτα. Μπορεί όμως να είναι και δική του επιλογή. Μπορεί όταν τα χαρτζιλίκι είναι μικρό να προτιμά μία πορτοκαλάδα άνευ ανθρακικού ενώ, αντίθετα, όταν παίρνει καλό χαρτζιλίκι και μπορεί να συνδυάσει το αναψυκτικό με πατατάκια ή τσιπς, να επιλέγει πορτοκαλάδα με ανθρακικό και μάλιστα σε μπουκάλι του μισού λίτρου. Εξακολουθώ να συλλέγω περισσότερα ερωτηματικά από απαντήσεις. Πάντως σιγουρεύτηκα και για κάτι. Όχι μόνο υπάρχει κάποιος που φροντίζει τον ρουχισμό του αλλά και κάποιος άλλος ή ο ίδιος που τον χαρτζιλικώνει. Δεν ξέρω αν τον αγαπούν όμως.
Σκέφτομαι πως παρόλο που είναι παιδί πνευματικά, σωματικά είναι άντρας και μάλιστα αρκετά σωματώδης. Τι κάνουν άραγε εκείνοι που τον φροντίζουν γι αυτό το πρόβλημα; Πως το αντιμετωπίζουν; Μήπως είναι επικίνδυνος σαν εκείνον τον σαλεμένο βοσκό στον Απόλλωνα που επιχειρεί να πληρώσει τις μοναχικές λουόμενες για να κάνει έρωτα μαζί τους, αν μπορεί βέβαια να χρησιμοποιηθεί αυτή η λέξη για μια ανάλογη πράξη; Εκείνος είναι και πολύ μεγαλύτερος. Περασμένα εβδομήντα και έχει ακόμα έντονες ορμές. Και θα τις έχει φαντάζομαι για όσα χρόνια του απομένουν να ζήσει. Είναι αποκρουστικός και μυρίζει απαίσια, δύσκολα μία γυναίκα θα πλαγιάσει μαζί του όσο κι αν έχει ανάγκη τα χρήματα. Ή μήπως υπάρχουν τέτοιες γυναίκες; Μπορεί και να υπάρχουν, αλλά όχι στον Απόλλωνα των ενενήντα δύο μονίμων κατοίκων.
Όμως ας επιστρέψουμε και πάλι στον Λωλό μου. Είναι πολύ νεώτερος από τον σαλεμένο και γηραιό ποιμένα. Δεν το χωράει ο νους μου ότι μπορεί να είναι ομοφυλόφιλος. Όχι, αυτό δεν το θεωρώ καν πιθανό. Το κοινωνικό φύλο (gender) όπως το αντιλαμβανόμαστε στην οικεία πραγματικότητα προϋποθέτει πνευματικές διεργασίες που δεν είναι δυνατόν Εκείνος να διεκπεραιώσει. Όσο για το εκ γενετής ομοφυλόφιλος, αυτό κι αν αποκλείεται! Δεν αναγνωρίζω ίχνος θηλυπρέπειας στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά του. Έτσι υποθέτω ότι έχει έντονες ανδρικές ορμές. Τις καταπνίγει άραγε, μήπως επισκέπτεται συχνά τον τοπικό οίκο ανοχής; Υπάρχει άραγε οίκος ανοχής στην Νάξο; Δεν γνωρίζω. Μπορεί πάλι να τον πηγαίνουν ταξιδάκι ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην Αθήνα. Μπορεί και όχι; Πάντως από το λίγο διάστημα που τον παρατηρώ δεν φαίνεται να δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στο γυναικείο φύλο. Επιδεικνύει την ίδια αδιαφορία σε όλους μας. Δεν τον έχω δει να πλησιάζει γυναίκες. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι και σε αυτόν τον τομέα έχει την αναγκαία φροντίδα.
Δεν έχω σιγουρευτεί αν αυτοί που τον φροντίζουν τον αγαπούν. Έχω βεβαιωθεί ότι κάνουν ότι μπορούν, από όσα τους επιτρέπουν οι γνώσεις και οι οικονομικές τους δυνατότητες. Εκείνο που δεν γνωρίζω είναι τα δικά του συναισθήματα. Πως νιώθει; Απολαμβάνει άραγε την ζωή του; Πως είναι να είσαι διαρκώς παιδί; Πως είναι να σε αντιμετωπίζουν όλοι σαν τρελό, σαλεμένο, μωρό, λωλό; Το νιώθεις άραγε, έχεις συναίσθηση της γελοιότητας σου ή μήπως εσύ θεωρείς όλους εμάς γελοίους, σαθρούς και ανόητους; Μήπως Εκείνος είναι πιο ευτυχισμένος από εμάς; Είναι μακάριοι οι πτωχοί των πνεύματι;
Μακάριοι; Πόσο παράξενο ακούγεται αυτό. Γιατί αν είναι έτσι ας υποστούμε όλοι λοβοτομή και ο τελευταίος ας αυτοκτονήσει. Κι έπειτα θα οικοδομήσουμε την κοινωνία της αφθονίας. Όμως, ποιος θα μας φροντίζει; Ποιος θα μας ντύνει, ποιος θα εργάζεται για να τρώμε ψωμί, ποιος θα καλλιεργεί, ποιος θα οδηγεί τα τρένα; Θα τα καταφέρουμε άραγε να επιζήσουμε, μια κοινωνία ανόητων ευτυχισμένων, μια κοινωνία Μεγάλων Παιδιών; Ίσως θα μπορούσαμε να διεξάγουμε κάποιου είδους πείραμα, ώστε να διαπιστώσουμε αν θα επιζήσουμε με μία παρόμοια μεταστροφή. Αν αφήναμε για παράδειγμα ένα αριθμό Μεγάλων Παιδιών σε ένα εύφορο νησί για να δούμε πως θα αντιδράσουν. Θα τα καταφέρουν άραγε;
Ξέρω τι θα πεις τώρα; Η γκετοποίηση είναι φασιστική τακτική και θα συμπεράνεις αυτόματα πως είμαι ένα δεξιό κάθαρμα που «το παίζει» αριστερός. Ίσως έχεις δίκιο σε αυτό. Η λογική με την οποία δομώ τις σκέψεις μου είναι υπερσυνείδητη, θεωρώ a priori ανώτερη τη σημερινή κοινωνία των «Λογικών» έναντι μιας φαντασιακής κοινωνίας «Μωρών». Όμως αυτό δεν είναι δεδομένο στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Αν για παράδειγμα η πλειοψηφία των ανθρώπων ήταν Μεγάλα Παιδιά και ήταν Αυτοί που διαμόρφωναν την «ορθή» πολιτισμική συμπεριφορά, πως θα ήταν διαμορφωμένη η κοινωνία; Ακόμα και αν υποθέσουμε αυθαίρετα, ότι τα Μεγάλα Παιδιά δεν μπορούν να αναπτύξουν τις απαιτούμενες δεξιότητες για την ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού, θα μπορούσε για παράδειγμα να υπάρχει μία ομάδα τεχνολόγων με ιδιαίτερα χαμηλό κύρος η οποία θα χρησιμοποιούταν από τους κυβερνήτες των Μεγάλων Παιδιών για την συντήρηση του τεχνολογικού πολιτισμού. Με εξασφαλισμένη την συνεχή ανάπτυξη της τεχνολογίας εκείνο που θα διέφερε στη κοινωνία Τους θα ήταν η συμβολική διαντίδραση, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και επικοινωνεί με τον συνάνθρωπο του, αλλά και -κυρίως- ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει τον εαυτό του. Αυτό βέβαια θα είχε τεράστιες επιπτώσεις στην εθιμοτυπία, στην τέχνη, αλλά και στην καθημερινότητα! Η ανθρώπινη «πολιτικώς ορθή» συμπεριφορά θα άλλαζε δραματικά.
Πως σου φαίνεται η παρουσίαση της κοινωνίας των Μεγάλων Παιδιών; Ήμουν καθόλου πειστικός; Αμφιβάλω, αν κρίνω από τις αντιδράσεις που φαντάζομαι ότι έχεις. Βλέπεις δεν μπορώ να έρθω στην θέση Του, δεν μπορώ να δω με τα μάτια Του. Πάντως πρέπει να μου αναγνωρίσεις ένα εκπληκτικό κατόρθωμα: κατάφερα να βάλω όλους Αυτούς σε ένα τσουβάλι και όλους εμάς σε ένα άλλο, χωρίς να γίνω ιδιαίτερα χυδαίος! Ποιοι είναι άραγε Αυτοί και ποιοι είμαστε εμείς; Έχεις απόλυτο δίκιο. Κατασκεύασα μια ετερότητα! Μήπως και εσύ δεν έκανες το ίδιο με εμάς; Δεν έγινα εντελώς άξαφνα «Ξένος»; Πως το κατάφερες μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μέσα σε μια στιγμή, μπορείς να μου εξηγήσεις;
Ξέρω πολύ καλά πως αναιρώ τον εαυτό μου, δεν χρειάζεται να υψώνεις τη φωνή σου. Η λύση του Καιάδα με τον τρόπο που την αντιλαμβάνομαι προϋποθέτει ότι τα θύματα δεν μπορούν να απαντήσουν στην Ερώτηση και όπως σου έχω πει την Ερώτηση μπορείς να την κάνεις μόνο εσύ στον εαυτό σου και μόνο εσύ μπορείς να την απαντήσεις. Τον φαντάζομαι λοιπόν να ρωτάει τον εαυτό Του «είμαι ευτυχισμένος;» και να απαντά: «Ναι, είμαι ευτυχισμένος»! Όχι, δεν μπορώ να το φανταστώ αυτό, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μπει σε τέτοιες πολύπλοκες διαδικασίες σκέψης. Αυτά είναι για εμάς, τους «λογικούς». Εκείνος μπορεί κάλλιστα να είναι ευτυχισμένος και χωρίς να απαντά στην Ερώτηση. Δεν υπάρχει Ερώτηση. Όλα αυτά είναι μαλακίες! Ακριβώς, μα-λα-κί-ες.
Αν μπορεί να ζήσει ευτυχισμένος δεν έχει κανείς δικαίωμα να του αφαιρέσει τη ζωή, αυτό δεν θες να πεις;
Βρίσκομαι 105 ναυτικά μίλα κοντύτερα σε εσένα. Όχι! Αυτό δεν είναι ακριβές. Η απόσταση μας σε ευθεία μειώθηκε λιγότερο από 105 ναυτικά μίλια, όσο δηλαδή είναι η απόσταση από τον Πειραιά στη Νάξο. Θα μπορούσα βέβαια να ισχυριστώ ότι είμαι περίπου έξι ώρες πιο κοντά σου αλλά αν είχα διανύσει την απόσταση με αεροπλάνο θα ήμουν απλώς σαράντα πέντε λεπτά κοντύτερα. Όλα αυτά βέβαια παύουν να ισχύουν αν κανείς προσθέσει και τις υπόλοιπες παραμέτρους, όπως την απόσταση από τον Πειραιά σπίτι μου, την απόσταση από τον Πειραιά στο νέο αεροδρόμιο (αν είχα σκοπό να σε επισκεφτώ), την μη απόσταση από το αεροδρόμιο στο αεροδρόμιο, το αν θα υπήρχε απευθείας πτήση ή αν η Ολυμπιακή θα είχε μία από τις συνηθισμένες της καθυστερήσεις. Θα μπορούσα κάλλιστα να σε πάρω τηλέφωνο είτε από εδώ είτε από τη Νάξο και η απόσταση να μην έχει καμία σημασία.
Θα αναρωτιέσαι βέβαια γιατί στα λέω όλα αυτά……..
Δεν υπάρχει κανείς συγκεκριμένος λόγος, όπως δεν υπάρχει και κανείς συγκεκριμένος λόγος γι αυτό το γράμμα. Μη νομίζεις ότι απολογούμαι. Μέσα από την ιδεολογία που ενστερνίστηκες εκείνη τη στιγμή, ανιχνεύω τον εαυτό μου. Δεν γράφω εγώ για σένα, γράφω σε εσένα, εμένα.
Σήμερα όπως κατάλαβες είμαι στην Αθήνα. Ο Λωλός μου είναι ακόμα στη Νάξο και άρα δεν έχω δικαίωμα σε κτητικά επίθετα πλέον. Ποτέ δεν είχα βέβαια, ήταν μία αυθαιρεσία εκ μέρους μου. Ο Σκέτος Λωλός (και όχι μου) αυτή την ώρα πιθανότατα κάνει την καθημερινή του βόλτα μετά αναψυκτικών και εδεσμάτων ή όχι. Εγώ με τη σειρά μου, αν και έχει μια υπέροχη λιακάδα έξω, κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή αναζητώντας ένα ταιριαστό ρέκβιεμ.
Δυστυχώς αναγκάστηκα να ξαναδιαβάσω όλα όσα σου έγραψα τις δύο πρώτες ημέρες Δεν ήθελα πραγματικά να το κάνω, αλλά αναγκάστηκα να αντιγράψω αυτό το γράμμα στον υπολογιστή. Στο ορκίζομαι, δεν ήθελα να εξωραΐσω αυτή την «απολογία», να τη σμιλεύσω έτσι όπως εσύ θα ήθελες να είναι καμωμένη. Και σου υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να το κάνω.
Πάντως αντιγράφοντας το κείμενο παρατήρησα κάτι. Κάτι που πρωτύτερα μου είχε εντελώς διαφύγει. Μπορεί να το έχεις ήδη καταλάβει, μπορεί και όχι. Αν ναι, σίγουρα με οικτίρεις για την αφηρημάδα μου, αν όχι, δεν θα σε κρατήσω άλλο σε αγωνία.
Κατασκεύασα μία δεύτερη ετερότητα! Μάλιστα, έτσι όπως το ακούς. Είπα, «δεν ξέρω αν τον αγαπούν ή αν προσεύχονται να πεθάνει». Δικά μου λόγια!!! Κι όμως, λίγο αργότερα, μιλώντας για αγαπημένους νεκρούς και δη για την γιαγιά μου έγραψα «Και να πεις πως δεν την αγαπούσα» υπονοώντας ότι και βέβαια την αγαπούσα, κι όμως παρακάτω έγραψα «κι εμείς, παρακαλούσαμε τον θεό να την λυτρώσει»! Φαντάζομαι ότι αυτά σου λένε πολλά, εκτός βέβαια από τα αυτονόητα: το πόσο αφηρημένος και ανόητος είμαι.
Μιας και ξεκινήσαμε με τον Λωλό (που δεν είναι πια -μου-) ας προσαρμόσουμε αυτή την Αποκάλυψη σε αυτόν. Η σχέση του με αυτούς που τον φροντίζουν μπορεί να έχει τρεις διαφορετικές μορφές. Πρώτον, μπορεί να τον αγαπούν και να θέλουν να ζήσει, ανεξάρτητα αν τους είναι βάρος. Δεύτερον, μπορεί να μην τον αγαπούν, μόνο να τον φροντίζουν, αλλά αυτό δεν το πιστεύω. Τρίτον, μπορεί να τον αγαπούν αλλά να προσεύχονται να πεθάνει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αντί να διαγνώσω μια αιτιακή σχέση όπως έκανα με τους συγγενείς μου, κατασκεύασα μια ετερότητα. Έγραψα δηλαδή, «τον αγαπούν ή προσεύχονται στον θεό να πεθάνει» αντί να γράψω «επειδή ακριβώς τον αγαπούν, μπορεί να προσεύχονται στον θεό να τον λυτρώσει».
Να σου πω την αμαρτία μου, η ερμηνεία των δύο πρώτων εκδοχών δεν με απασχολεί ιδιαίτερα. Στην πρώτη περίπτωση μάλιστα, δεν χωράνε διόλου ερμηνείες. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Τον αγαπούν και επειδή τον αγαπούν τον φροντίζουν. Τελεία και παύλα.
Στην δεύτερη περίπτωση, την λιγότερο πιθανή, η ερμηνεία της συμπεριφοράς φροντίδας προς τον Λωλό, απόντος της αγάπης, θα μπορούσε να εξηγηθεί από την κοινωνική συνείδηση της οικογένειας. Η απουσία αγάπης μπορεί εύκολα να εξηγηθεί από την μειονεξία του Λωλού.
Αν ισχύει όμως η τρίτη περίπτωση, τότε υπεισέρχονται στην «εξίσωση» μας μεταβλητές που τις είχαμε αποδώσει στο Γενικό (οι Άλλοι, οι Λογικοί) όταν αναγνώσαμε σωστά την πρώτη κατασκευασμένη ετερότητα. Ίσως τελικά το Μερικό μας βοηθήσει να βρούμε την λύση.
Το Μερικό βέβαια είναι ο Λωλός και αυτοί που τον φροντίζουν. Νομίζω πως αν δεχτούμε την τρίτη περίπτωση, ότι επειδή τον αγαπούν παρακαλούν να λυτρωθεί, δεν χρειάζεται να κατασκευάσω μια ετερότητα επειδή υπάρχει. Θα μου πεις τώρα ότι και πάλι, βάζω όλους Αυτούς σε ένα τσουβάλι. Μπορεί άλλοι να τον αγαπούν, άλλοι όχι, άλλοι να τον λυπούνται, άλλοι να τον χαίρονται. Αυτό δεν πας να πεις;
Μπορείς να μη με μπερδεύεις με αυτές τις μετανεωτερικές ανοησίες. Αρκετά έχω μπερδευτεί από μόνος μου! Πρέπει να επιστρέψω στον ορθολογισμό έστω και για μία παράγραφο. Ξέρω πολύ καλά ότι έχεις δίκιο αλλά για τις ανάγκες της ανάλυσης δεν μπορώ παρά να κάνω μία αυθαίρετη παραδοχή. Να θεωρήσω το νοικοκυριό που συντηρεί τον Λωλό ως ενιαία μονάδα, άσχετα αν αυτή η μονάδα παράγει ενδογενείς αντιφάσεις. Νομίζεις πως οι επιστημονικές αναλύσεις έχουν διαφορετική μεθοδολογία;
Σταμάτα πια! Σε βαρέθηκα!
Σε ένα πράγμα έχεις δίκιο. Μπορεί να μην έχω ενστερνιστεί την ορθολογικότητα αλλά την χρησιμοποιώ κατά κόρον. Άλλα μη νομίζεις ότι δεν πρόβλεψα την αντίδραση σου. Επέστρεψε σε παρακαλώ στην πρώτη παράγραφο της σημερινής ημέρας και ρίξε μια ματιά. Περιμένω……
Σε ξεγέλασα! Υπήρχε κάποιος λόγος που τα έγραψα όλα αυτά! Είδες που θα μας οδηγούσε ένας μεταμοντέρνος τρόπος γραφής; Ατελείωτες εναλλαγές και παράμετροι, ατελείωτοι συνδυασμοί, ατελείωτα κείμενα. Έτσι έχουν τα πράγματα, δυστυχώς. Αν δεν κάνεις κάποιες παραδοχές ακολουθεί το χάος. Πίστεψε με δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με το χάος, αρκεί να ρίξεις μια ματιά στο σπίτι μου για να το καταλάβεις. Απλώς θα προτιμούσα αυτό το κείμενο μην παραμείνει ατελείωτο, για να φτάσει κάποια στιγμή και σε εσένα.
Θα μου επιτρέψεις τώρα να επιστρέψω στον Λωλό και σε Αυτούς-Που-Τον-Φροντίζουν, μιλώντας πάντα για την περίπτωση που τον αγαπούν αλλά προσεύχονται να λυτρωθεί. Σε αυτή τη περίπτωση Αυτοί-Που-Τον-Φροντίζουν πιστεύουν ότι ο Λωλός είναι δυστυχισμένος. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Δεδομένου ότι τον αγαπούν, μόνο αν πίστευαν πως είναι δυστυχισμένος θα προσεύχονταν να λυτρωθεί. Όπως σου προείπα, έχω κι εγώ ζήσει παρόμοιες καταστάσεις.
Πως γνωρίζουν Εκείνοι ότι Αυτός είναι δυστυχισμένος δεν μπορώ να το ξέρω. Τον ξέρουν άραγε καλύτερα από εμάς; Μήπως τα βράδια χώνεται κάτω από τα μαξιλάρια του και ξεσπάει σε ατέρμονους λυγμούς; Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Η πιο ανατριχιαστική εκδοχή αυτού του σεναρίου θα ήταν Εκείνοι να Τον αγαπούν και να προσεύχονται να πεθάνει για να λυτρωθεί ενώ Αυτός είναι πραγματικά ευτυχισμένος ως έχει. Αυτό θα ήταν τραγικό! Όντως, Τρα-γι-κό! Νομίζω, αυτή η λέξη ταιριάζει απόλυτα.
Δε σου κρύβω ότι μεσολάβησε μεγάλο διάστημα από την τελευταία φορά που «τα είπαμε». Δεν σου κρύβω επίσης ότι μπήκα σε πειρασμό να διακόψω την σύνταξη αυτού του γράμματος περισσότερες από μία φορές. Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να αναρωτιέται για την σκοπιμότητα αυτής της επιστολής καθώς διαπίστωσα ότι πάσχει από φανερή έλλειψη συμπερασμάτων. Όπως μας έλεγαν για τις εκθέσεις στο δημοτικό, θυμάσαι; Πρόλογος, θέμα, συμπέρασμα. Ή μήπως τα δικά σας δημοτικά είναι διαφορετικά από τα δικά μας; Όπως και να `χει είναι νομίζω σαφές ότι το γράμμα μου δεν ακολουθεί τους «ορθόδοξους» κανόνες δόμησης ενός κειμένου. Δεν γνωρίζω αν τελικά θα καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα αλλά σου ορκίζομαι στην κάποτε ανθηρή αγάπη μας, ότι θα κάνω μια ύστατη προσπάθεια. Συνέπεια των παραπάνω είναι το ότι αδυνατώ να εκτιμήσω τα αποτελέσματα του γράμματος στην γνώμη σου για το άτομο μου. Θα βελτιώσει ή θα αμαυρώσει χειρότερα την εικόνα μου; Το χειρότερο από όλα είναι ότι δεν έχω καταλάβει αν προσπαθώ να πείσω εσένα για την δική μου άποψη ή αν προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου για την δική σου. Ξεκίνησα προσπαθώντας να εφαρμόσω τις αρχές μια θεωρητικής συζήτησης που γίνεται μεταξύ εμένα και εσένα μέσω της εικόνας που έχω για σένα, άρα μία διαλεκτική συζήτηση μεταξύ δύο δυνητικών εγώ. Όπως βλέπεις δεν έχω καταλήξει πουθενά ακόμα. Το σύστημα δεν λειτουργεί. Αναρωτιέμαι πως μπορούμε να είμαστε ισορροπημένοι όντας αποδεδειγμένα πολύ-υποκειμενικοί και γεμάτοι εγγενείς αντιφάσεις.
Πίσω στους τρελούς λοιπόν, τους άλογους, τους λωλούς, τους διαφορετικούς. Τις τελευταίες μέρες παρατηρούσα έναν άλλο Λωλό, αυτόν της γειτονιάς. Όπως το ακούς, έχουμε κι εμείς τον Λωλό μας. Αυτός είναι νεαρός, πρέπει να είναι γύρω στα είκοσι. Μαυριδερός, αδύνατος, μαύρα μαλλιά, πυκνά φρύδια, άγριο βλέμμα. Όλη την ημέρα τριγυρίζει στον Σταθμό του Ηλεκτρικού των Πετραλώνων πειράζοντας τα κορίτσια που δεν συνοδεύονται, κάνοντας τους ανήθικες, γελοίες προτάσεις. Ούτε αμέριμνες βόλτες, ούτε χαρτζιλίκια, ούτε τίποτα. Καυλοπυρρέσων ως εκεί που δεν παίρνει, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Εμπειρίκου από τον Μεγάλο Ανατολικό, προφανώς χυδαία, όπως ακριβώς και η πρακτική του συγκεκριμένου Λωλού. Μάλιστα η μαμά του συγκεκριμένου ατόμου είναι εξίσου τρελή! Και αναρωτιέμαι, η σύλληψη του έγινε συνειδητά; Είναι προϊόν ενός γάμου ή έστω μιας ελεύθερης συνειδητής σχέσης; Μήπως η σύλληψη του έγινε σε κάποια οικοδομή με την συνδρομή του τάδε ή του δείνα περαστικού, αλήτη, ή πεινασμένου σεξουαλικά ατόμου. Δεν ξέρω. Τίποτα δεν ξέρω και αυτό είναι η πικρή αλήθεια.
Αν υποθέσουμε ότι το άτομο αυτό είναι γενικά δυστυχισμένο τότε τι σόι κοινωνία είναι αυτή που επιτρέπει σε μια γυναίκα τρελή να φέρει στη ζωή κάποιον εξίσου τρελό με αυτή; Και αν αυτή η κοινωνία αποφασίσει, ας πούμε, να στειρώσει τα άτομα που μπορεί να κληρονομήσουν πνευματικές τους δυσλειτουργίες στα παιδιά τους δεν θα μοιάζει τραγικά με την κοινωνία των WASP αυστραλών που έκαναν στείρωση στους αβοριγίδες ιθαγενείς τους οποίους παρομοίαζαν με ζώα; Ποιος θα αποφασίσει ποια πνευματική δυσλειτουργία είναι αποφασιστική για να διενεργείται η στείρωση και ποιος μας διαβεβαιώνει ότι αυτή η δυσλειτουργία είναι κληρονομική; Ακόμα, ποιος θα αποφασίσει τι αποτελεί δυσλειτουργία και τι διαφορετικότητα; Υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο; Εννοείται βέβαια, ότι τα παραπάνω είναι γελοιωδέστερα των γελοίων σε περίπτωση που οι Λωλοί μπορούν να είναι ευτυχισμένοι.
Είναι μια ελεύθερη μητέρα που αποφάσισε ότι θέλει ένα παιδί τρελό όπως αυτή. Ήξερε ότι το παιδί της θα είναι τρελό όπως αυτή; Ήθελε το παιδί της να είναι σαν κι αυτή; Πως θα ένιωθε αν το παιδί της ήταν κανονικό και περιφρονούσε, λυπόταν ή μισούσε την μητέρα του;
Οφείλω να ομολογήσω πάντως ότι τον Λωλό γιο της τρελής μητρός δεν τον συμπαθώ καθόλου. Αν ήταν εδώ ο φίλος μου ο Σπύρος θα υποστήριζε ότι τον απεχθάνομαι αλλά ταυτόχρονα τον ζηλεύω. Ω, ναι! Σίγουρα θα μου το έλεγε αυτό. Τον ζηλεύω γιατί μπορεί να «την πέφτει» στις κοπέλες χωρίς ίχνος ντροπής ενώ εγώ πρέπει να είμαι κόσμιος, αν και θα ήθελα πολύ να φλερτάρω ελεύθερα τις κοπέλες που μου αρέσουν. Έτσι όπως το ακούς. Στην ίδια λογική οι γιατροί του ψυχιατρείου ζηλεύουν τους τρελούς που μπορούν και «την βγάζουν έξω και την παίζουν δημόσια» όπως μου είπε επί λέξει. Ποιος έβαλε αυτά τα λόγια στο στόμα του Σπύρου; Ο κύριος Μπάρι Σίμονς, διάσημος ψυχίατρος και πρώην τρελός με τη βούλα. Ο Σίμονς είναι μαθητής του Φριτς Περλς που κι αυτός με τη σειρά του υπήρξε διαφωνών μαθητής του Φρόιντ και θεμελιωτής της ψυχαναλυτικής μεθόδου Γκεστάλτ. Ω, μην ανησυχείς. Δεν έχω σκοπό να σε κουράσω με θεωρίες.
Ο τρελός/θεραπευτής κύριος Σίμονς, διαμέσω του Σπύρου μου εξομολογήθηκε ότι οι τρελοί νιώθουν ένα βαθύτερο πόνο και άρα είναι δυστυχισμένοι. Η αναφορά αυτή βέβαια πλαγιοκόπησε την κουβέντα μας όταν αναφέρθηκα στην ελλιπή συμπερασματολογία μου σχετικά με το τι νιώθουν οι Λωλοί. Ο τρελός/θεραπευτής κύριος Σίμονς λοιπόν, πάντα διαμέσω του Σπύρου, μου αποκάλυψε ότι αυτό που νιώθουν οι τρελοί ομοιάζει σα να τρέχεις με το αυτοκίνητο σου στην εθνική με διακόσια και ξαφνικά να χάνεις τον έλεγχο. Ίλιγγος, πανικός και φόβος σε συσκευασία ενός και μόνου συναισθήματος. Σε αυτά τα συμπεράσματα έχουν καταλήξει οι ψυχίατροι της συστημικής. Πως σου φαίνονται; Εμένα προσωπικά μου φαίνονται μπαρούφες. Είναι πιθανό βέβαια η μεταφορά των συμπερασμάτων αυτών να έγινε με την μέθοδο του «χαλασμένου τηλεφώνου» και τελικά οι ψυχολόγοι αρωγοί αυτής της θεωρίας να εννοούσαν ότι τις στιγμές κρίσης ο ασθενής νιώθει ότι χάνει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του. Αλλά δεν νομίζω ότι αναφέρονται στους δικούς μας Λωλούς, τουλάχιστον όχι τις στιγμές που τους έχουμε δει σε δράση.
Όπως κατάλαβες, την πατήσαμε. Ούτε ο τρελός/θεραπευτής κύριος Σίμονς μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε αν είναι ευτυχισμένοι ή όχι. Αυτό δεν είναι τελικά το ζητούμενο;
Τελικά ήρθε ο Σπύρος και του διάβασα το τμήμα που τον αφορούσε. Άκουσε με προσοχή και ενδιαφέρον την ανάγνωση μου και έπειτα μου επεσήμανε ότι ο τρελός/θεραπευτής κύριος Σίμονς δεν είναι ψυχίατρος αλλά ψυχολόγος. Έπειτα εντελώς προβλέψιμα με ρώτησε αν εγώ έχω νιώσει ότι θέλω να κάνω καμάκι σε κάποιες κοπέλες και δεν το έκανα γιατί φοβήθηκα την απόρριψη και βέβαια του απάντησα πως ναι, πολλές φορές ήθελα αλλά δεν το επιχείρησα διότι φοβόμουν. Έπειτα δεν τον άφησα να συνεχίσει τον συλλογισμό του μιας και ήταν τόσο προβλέψιμος αλλά του επεσήμανα ότι απλώς ενσαρκώνει την περιγραφή που του είχα ήδη κάνει.
Πάντως μου έθεσε ένα δύο εύλογες και νέες παραμέτρους. Μου είπε ότι όλοι είμαστε τρελοί κάποιων άλλων. Πολύ ενδιαφέρουσα σύλληψη, δε νομίζεις; Ειδικά κάτω από το πρίσμα της διαφορετικότητας, έτσι όπως αρέσκεται ο Σπύρος να θέτει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Δεν ξέρω αν ο Σπύρος εννοούσε αυτό αλλά εγώ για παράδειγμα, σε σχέση με κάποιους άλλους πιο προσαρμοσμένους ανθρώπους, είμαι μάλλον διαφορετικός έστω κι αν αποδέχομαι και ακολουθώ κάποιες κοινωνικές συμβάσεις. Υπάρχουν μια σειρά από κανόνες που δεν αποδέχομαι και είναι βέβαιο ότι στα μάτια πολλών φαντάζω πολύ διαφορετικός. Έτσι ο καθένας μας είναι ο τρελός κάποιου άλλου. Ήθελα πάντως να ήξερα ποιανού τρελός είσαι εσύ!
Μάλιστα συνδύασα αυτό με κάτι αντίστοιχο που είπε ένας υποτιθέμενα εξαιρετικά ευφυής Έλλην (κατά τα λεγόμενα εκ μέρους των media ο πλέον ευφυής του κόσμου) ότι δηλαδή ο καθένας μας είναι ο χαζός κάποιου άλλου. Τι εννοεί ο ποιητής δεν γνωρίζω. Ποιανού χαζός είναι εκείνος μιας και τυγχάνει ο ευφυέστερος όλων. Μήπως όλοι είμαστε χαζοί εκτός από αυτόν; Δεν ξέρω. Ο ίδιος τύπος ζήτησε από τους κάποιους να τον βοηθήσουν για να βοηθήσει τη κοινωνία με την ευφυΐα του ενώ σε κάποια άλλη στιγμή δήλωσε ότι δεν ζει στη διαχρονικότητα αλλά στη διαχρονία. Αν ευφυΐα είναι να πετάς δώθε και εκείθεν ανοησίες τότε αναμφίβολα αυτός ο τύπος είναι τρομερά ευφυής! Το παραδέχομαι. Η μήπως είναι τρελός κι αυτός; Μήπως πάλι τα νοήματα των φράσεων του είναι τόσο βαθιά που παρερμηνεύονται από τον χαζό/εμένα; Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το πω, όπως οι τρελοί που εγώ διαβάλω δεν μπορούν να πουν την γνώμη τους για αυτά που γράφω. Πάντως νομίζω έχω δικαίωμα σαν χαζός που είμαι απευθυνόμενος στους άλλους χαζούς σαν εμένα να υποστηρίξω ότι κατά τη γνώμη μου αυτός ο τύπος είναι βλαξ. Και το κάνω αυτό χωρίς να μπω σε μία κριτική των τεστ ευφυΐας τα οποία σχεδιάζονται με συγκεκριμένη μεθοδολογία από ανθρώπινα προϊόντα του δυτικού εποικοδομήματος (αν για παράδειγμα τα δοκιμάσει ένας βάρβαρος -μη έχων παιδεία ελληνική, απαύγασμα της οποίας αποτελεί ο αμερικάνικος πολιτισμός- αυτόματα χαρακτηρίζεται χαζός. Ωραία τα κατάφεραν ε;). Σου έλεγα όμως για τον μη-χαζό. Από αυτά που λέει συμπεραίνω ότι είναι πιο χαζός από τους χαζούς!
Αλλά αρκετά με αυτόν. Θα ήθελα να παραθέσω στη κρίση σου κάτι πολύ πιο σπουδαίο από τον χαζό των χαζών, κάτι που επίσης μου επεσήμανε ο Σπύρος. Ήταν βεβαίως πολύ ανόητο εκ μέρους μου να μην το σκεφτώ πρωτύτερα και είμαι βέβαιος ότι όση ώρα διαβάζεις το κείμενο το ίδιο πράγμα τριγυρίζει και στο δικό σου μυαλό. Μου είπε δηλαδή ότι η ευτυχία δεν είναι μία κατάσταση αλλά στιγμές, έτσι όπως το αντίθετο της δεν είναι η δυστυχία αλλά άλλες στιγμές. Και βέβαια έχει δίκιο. Μπορείς να πεις ότι περνάω μια ευτυχισμένη περίοδο ή μια όχι και τόσο ευτυχισμένη περίοδο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι συνέχεια ευτυχισμένος. Σημαίνει ότι οι ευτυχισμένες στιγμές κατά τη γνώμη σου είναι περισσότερες από τις δυστυχισμένες στο ισοζύγιο της ζωής σου. Μια καλή περίοδος και μια κακή περίοδος. Αυτό βέβαια προσθέτει νέες παραμέτρους στην συζήτηση μας.
Πως μπορεί τώρα κανείς να υποστηρίξει ότι οι Λωλοί, αυτοί που βάζω αυθαίρετα σε μία κατηγορία, είναι γενικά δυστυχισμένοι. Προφανώς έχουν και τις καλές στιγμές, στιγμές στις οποίες νιώθουν ευτυχισμένοι, όπως εκείνη που ο πρώην Λωλός μου απολάμβανε τη πορτοκαλάδα του. Είναι άραγε λιγότερες από τις δικές μας, δεν το γνωρίζουμε όπως δεν γνωρίζαμε προηγουμένως αν είναι ή καλύτερα αν δυνητικά μπορούν να είναι ευτυχισμένοι σε μία κοινωνία που δεν τους αντιλαμβάνεται ως ουσιαστικά στοιχεία. Με τη σχετικοποίηση της ευτυχίας που προσέθεσαν οι παράμετροι του Σπύρου δεν μπορούμε πλέον να αξιολογήσουμε, λιγότερο ή περισσότερο ευτυχισμένους τρελούς, και να αποφασίσουμε για το ποιος θα πρέπει να λυτρωθεί. Θα αναγκαστώ να εισάγω νέα στοιχεία στη συζήτηση. Πρέπει να πάρω τη σχετικοποιημένη συναισθηματική κατάσταση και να την μετατρέψω σε απόλυτη, έστω υπό αίρεση. Νομίζεις ότι δεν θα τα καταφέρω; Παρακολούθα με.
Προσπαθώντας να υπερκαθορίσω την δυστυχία ως κατάσταση, αν και δεν υπάρχει στην καθαρή της μορφή, θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα τους αυτόχειρες. Ένας επίδοξος αυτόχειρας μπορεί να είναι δυστυχισμένος γιατί δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο όπως απαιτούσαν οι γονείς του, μπορεί να είναι δυστυχισμένος διότι ένα πλοίο ιδιοκτησίας του μετατράπηκε σε εκατόμβη νεκρών ή επειδή η επιχείρηση του χρεοκόπησε, μπορεί να είναι δυστυχισμένος επειδή ο άνθρωπος που αγαπά δεν ανταποκρίνεται στα κελεύσματα του. Σε κάθε περίπτωση πάντως, για τον κάθε επίδοξο αυτόχειρα υπάρχει ένα γεγονός που διαμορφώνει την συναισθηματική του κατάσταση. Η δυστυχία λοιπόν, δεν εκπορεύεται ένα σύνολο δυσάρεστων γεγονότων αλλά από ένα υπερκαθοριστικό γεγονός. Για παράδειγμα, αν η ζωή σου είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου λόγω κάποιας μολυσματικής ή γενετικής ασθένειας τότε δεν μπορεί παρά να είσαι γενικά δυστυχισμένος, άσχετα αν λίγες μέρες πριν αποδημήσεις εις Κύριον κερδίσεις το λόττο. Μπορεί ακόμα και τα καλά γεγονότα να επιτείνουν τη δυστυχία σου. Θυμήσου τον ποιητή: για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν οι καρποί και βγάζει η γης χορτάρι. Χαρακτηριστικό δείγμα. Το ίδιο συμβαίνει και σε εμάς που δεν σκεφτόμαστε, τουλάχιστον προς το παρόν, να γίνουμε αυτόχειρες! Πολλά και διάφορα συμβαίνουν στη ζωή μας, καλά ή άσχημα. Υπάρχουν όμως κάποια υπερκαθοριστικά γεγονότα που μας κάνουν δυστυχισμένους ή ευτυχισμένους για μια σύντομη ή μεγαλύτερη περίοδο. Νομίζω ότι θα συμφωνήσεις με τη συλλογιστική μου. Ή μήπως τελικά δεν σε έπεισα; Πάντως ήταν για μένα ιδιαίτερα διασκεδαστικό να χρησιμοποιήσω νεομαρξιστική ανάλυση σε μια συζήτηση για συναισθήματα! Αρκετά κόμπασα όμως. Δεν θα ήθελα να με επαναχαρακτηρίσεις επηρμένο….
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παραπάνω συλλογιστική ήταν ενδιαφέρουσα, πλην όμως, δεν μας βοηθά σε τίποτα. Κάναμε δύο επιτυχείς στροφές στον λαβύρινθο και βρεθήκαμε ένα αδιέξοδο που είχαμε πρωθύστερα σημαδεύσει με ένα φασόλι. Μου φαίνεται ότι ακόμα κι αν ακολουθήσουμε τα φασόλια που επιμελώς σκορπίζαμε ή τον μίτο που δέσαμε στην είσοδο, δεν θα καταφέρουμε παρά να εκβραστούμε στο αρχικό μας ερώτημα. Το θεμελιώδες ερώτημα αυτής της συζήτησης, αν οι Λωλοί έχουν τις ίδιες πιθανότητες στην ευτυχία με εμάς, σαφώς και δεν έχει απαντηθεί όπως δεν έχουν απαντηθεί και μία σειρά από άλλα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν στην πορεία. Θα έπρεπε όμως να το είχαμε μαντέψει. Οι λαβύρινθοι μωρό μου, δεν έχουν έξοδο, μονάχα είσοδο.
Γι αυτό τον λόγο αποφάσισα να σταματήσω αν και ξέρω ότι δεν βελτίωσα διόλου τη θέση μου. Σίγουρα αναγιγνώσκεις τις τελευταίες αράδες μου με κριτική διάθεση, δεν θα ήθελά να υποθέσω ότι μπορεί να είσαι απηυδισμένη. Δεν ξέρω τι συνέπειες μπορεί να έχει το γράμμα μου στη γνώμη σου για το άτομο μου. Ξέρω όμως ότι αυτός ο άγονος, από άποψη συμπερασμάτων, δυϊκός μονόλογος θα έχει συνέπειες στη δική μου συμπεριφορά. Αμφιβάλλω αν τα συναισθήματα που νιώθω όταν διασταυρώνομαι με τον Λωλό της γειτονιάς μου αλλάξουν. Γνωρίζω πάντως ότι δεν έχω τίποτα να προσφέρω σε μία συζήτηση για τους Λωλούς. Την επόμενη φορά που η κουβέντα περιστραφεί γύρω από αυτό το θέμα, θα κλείσω το στόμα μου και θα ανοίξω τα αφτιά μου. Ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να παραβρίσκεται κάποιος τρελός στο πάνελ. Και όπως λέει και το παλιό γνωμικό από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
Χρήστος Σιδερής
«Ο σεναριοθραύστης»
Ο καλοντυμένος κύριος διάβαζε με διφορούμενο ύφος τις δεμένες φωτοτυπίες Α4 καθισμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα του πολυτελούς γραφείου που βρισκόταν στους υψηλότερους ορόφους ενός κρυστάλλινου ουρανοξύστη. Πάνω στο εξαιρετικά πολυτελές γραφείο ανέμεναν υπομονετικά ένας σύγχρονος υπολογιστής, μία τηλεφωνική συσκευή σταθερής τηλεφωνίας, το κινητό του και μια στοίβα παρόμοιες φωτοτυπίες Α4 δεμένες σε τόμους με θερμοκόλληση ή σπιράλ.
Ο καλοντυμένος κύριος σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το τελευταίο χαρτομάντιλο που έβγαλε από ένα πακετάκι σόφτεξ, πέταξε το χαρτομάντιλο στον κάλαθο πλάι στο γραφείο μαζί με το σακουλάκι, γάβγισε στο εσωτερικό τηλέφωνο μία διαταγή στην ιδιαιτέρα να μειώσει την θερμοκρασία στο κλιματιστικό, άναψε ένα τσιγάρο και με φανερά δύσθυμη διάθεση, συνέχισε την ανάγνωση του τόμου.
Ο καλοντυμένος κύριος έκλεισε με αγανάκτηση τον τόμο και φανερά εκνευρισμένος τον πέταξε με αξιοπρόσεκτη ευστοχία στον κάλαθο δίπλα στο γραφείο του. Κοίταξε με τρόμο τη μεγάλη στοίβα στο δεξί άκρο του πολυτελούς γραφείου.
Ο καλοντυμένος κύριος άδραξε ένα δεύτερο τόμο. Σταδιακά το δύσπιστο βλέμμα του μετατράπηκε σε βλέμμα απόγνωσης. Έκλεισε τον τόμο και τον ακούμπησε πάνω στο μεγάλο τασάκι. Έβγαλε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο, το άναψε και κατόπιν με φανερά εκδικητική διάθεση έβαλε φωτιά στον τόμο. Παρακολούθησε με ικανοποίηση τον τόμο να καίγεται.
«Ξανθή» ούρλιαξε στο εσωτερικό τηλέφωνο, «Έλα εδώ αμέσως.»
Η μεσόκοπη ιδιαιτέρα εισέβαλε στο πολυτελές δωμάτιο διατηρώντας την αξιοπρέπεια της. Ήταν μια μεσόκοπη κοντόχοντρη γυναίκα με καστανά μαλλιά και γυαλιά με χοντρό σκελετό. Ο καλοντυμένος κύριος την παρακολούθησε καθώς πλησίαζε το πολυτελές γραφείο. Στάθηκε δίπλα του κοιτώντας με απάθεια τον καμένο τόμο στο σιδερένιο τασάκι.
«Δε μου λες καλή μου, αυτά εδώ είναι τα σενάρια που εγκρίθηκαν;» τη ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος με προσποιητά μειλίχιο ύφος.
«Μάλιστα κύριε Διαθεσόπουλε» απάντησε η μεσόκοπη ιδιαιτέρα.
«Είσαι απόλυτα σίγουρη καλή μου;» επέμεινε ο καλοντυμένος κύριος.
«Απόλυτα κύριε! Τα έφερε το απόγευμα ο Ζαχαρόπουλος. Έχω και το φάκελο στα γραφείο μου. Αν θέλετε να σας τον φέρω»
«Όχι όχι καλή μου. Άστο καλύτερα» είπε φανερά απογοητευμένος ο καλοντυμένος κύριος. «Μπορείς να πηγαίνεις.»
«Μάλιστα» αποκρίθηκε ο μεσόκοπη ιδιαιτέρα και επιχείρησε να απομακρυνθεί. Πριν όμως φτάσει στην πόρτα η φωνή του καλοντυμένου κυρίου την πρόλαβε αναδιατυπώνοντας την ερώτηση.
«Απόλυτα σίγουρη;»
«Χίλια τοις εκατοί κύριε!»
«Καλώς. Ευχαριστώ. Κλείσε τη πόρτα σε παρακαλώ….»
Η μεσόκοπη ιδιαιτέρα βγήκε από το πολυτελές γραφείο και έκλεισε την βαριά πόρτα όχι όμως πριν προλάβει να ακούσει τη φωνή του καλοντυμένου κύριου: «Και να μην με ενοχλήσει κανείς. Κατάλαβες; Κανείς!»
Ο καλοντυμένος κύριος κοίταξε με απόγνωση την μεγάλη στοίβα με τα σενάρια. Έσβησε το τσιγάρο, έξυσε το κεφάλι του αμήχανα με το ένα χέρι, έτριψε τα μάτια του με τις γροθιές του, κούρδισε τα αφτιά του, έβαλε το δάκτυλο στη μύτη βγάζοντας ένα κακάδι που το κοίταξε περίεργα πριν το σκουπίσει με μια κόλα Α4 που ξεκόλλησε από το επόμενο σενάριο.
Ο καλοντυμένος κύριος πάτησε και πάλι το κομβίο της ενδοσυνενόησης. «Πες τους να μου φέρουν ένα ουίσκι με πάγο» είπε.
«Μάλιστα» ακούστηκε η φωνή της μεσόκοπης ιδιαιτέρας.
Πολύ γρήγορα ακούστηκαν και τα διστακτικά κτυπήματα στη ξύλινη θύρα
«Περάστε» φώναξε ο καλοντυμένος κύριος. Μια όμορφη νεαρή κοπέλα έκανε την εμφάνιση της με ένα δίσκο που περιείχε μία παγωτιέρα, ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι σπέσιαλ ουίσκι. Ο καλοντυμένος κύριος δεν έδειξε να προσέχει την εμφάνιση της κοπέλας.
«Το ουίσκι σας κύριε Διαθεσόπουλε.»
«Αφήστε το εδώ» της είπε δείχνοντας την άκρη του γραφείου που βρισκόταν εγγύτερα στην καρέκλα του. Η όμορφη κοπέλα άφησε το μπουκάλι, τον πάγο και το ποτήρι σκύβοντας τόσο ώστε να αποκαλύψει ένα μέρος του μπούστου της που κρυβόταν ελάχιστα από το ιδιαίτερα ανοικτό ντεκολτέ της. Απογοητευμένη που η προκλητική εμφάνισή της δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα (ακόμα και η πολύ κοντή μίνι φούστα της πέρασε παντελώς απαρατήρητη) η νεαρή γραμματεύς βγήκε από το πολυτελές γραφείο κλείνοντας δυνατά τη πόρτα. Ο καλοντυμένος κύριος έβαλε με τα χέρια ένα παγάκι στο ποτήρι, αγνοώντας την ειδική λαβίδα και το γέμισε μέχρι τη μέση με σπέσιαλ ουίσκι.
Το ποτήρι έχει άδειασε και ο καλοντυμένος κύριος έσπευσε να το γεμίσει μέχρι τη μέση αφήνοντας το αναμμένο τσιγάρο στο τασάκι. Με φανερά καλύτερη διάθεση κοίταξε το μεγάλο σωρό με τα σενάρια. Ήπιε μια ακόμα τζούρα από το ποτό του και χωρίς να σβήσει το τσιγάρο γράπωσε το πάνω πάνω σενάριο από τη στοίβα. Κοίταξε παραξενεμένος τον τόμο προσπαθώντας να εντοπίσει το εξώφυλλο όπου βρίσκονται το όνομα του έργου και του συγγραφέα. Έπειτα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, έβγαλε το τσαλακωμένο φύλο από τον κάλαθο, το άνοιξε προσεκτικά κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας και διάβασε τα στοιχεία. Άφησε την κόλα στο πάτωμα δίπλα του και άρχισε την ανάγνωση του νέου τόμου.
Ο καλοντυμένος κύριος σηκώθηκε από την καρέκλα του απόλυτα ψύχραιμος κρατώντας στο χέρι το σενάριο. Μόλις έφτασε στο ύψος του γραφείου και σα να τον έπιασε αμόκ προσπάθησε λυσσωδώς να σκίσει στα δύο το σενάριο. Δεν τα κατάφερε καίτοι προσπάθησε επίμονα. Τελικά αποφάσισε να αποκολλήσει μερικές σελίδες τις οποίες έσκισε σε μικρά κομματάκια. Συνέχισε να σκίζει λίγες λίγες τις σελίδες μέχρι που το σενάριο μετατράπηκε σε χοντρό χαρτοπόλεμο στο πάτωμα του πολυτελούς γραφείου.
Το χέρι του καλοντυμένου κυρίου άρπαξε το επόμενο σενάριο. Από το μπουκάλι έλειπε λίγο περισσότερο ουίσκι.
Ο καλοντυμένος κύριος κρατώντας με δυσκολία την αυτοκυριαρχία του άνοιξε το παράθυρο του γραφείου και πέταξε το σενάριο έξω. Το σενάριο ταξίδεψε στον αέρα για να προσγειωθεί στο κεφάλι ενός ανέμελου διαβάτη ο οποίος έπιασε το κεφάλι του και έπεσε κάτω. Μόλις ο διαβάτης συνήρθε κάπως, κοίταξε ψηλά το πολυτελές γυάλινο κτίριο και έπειτα μάζεψε τα σκορπισμένα φύλλα του αντικείμενου που τον κατακεραύνωσε.
Το χέρι του καλοντυμένου κυρίου γράπωσε άλλο ένα βιβλίο ενώ ο καπνός πρόδιδε ότι τα τσιγάρα συνέχιζαν να διαδέχονται το ένα το άλλο και η στάθμη της μπουκάλας με το σπέσιαλ ουίσκι μειωνόταν με αυξανόμενο ρυθμό.
Ο καλοντυμένος κύριος, έχοντας φανερά ικανοποιημένο ύφος, σαν να του ήρθε μόλις μία πολύ καλή ιδέα, σηκώθηκε κρατώντας το σενάριο και κατευθύνθηκε προς μία πόρτα που βρισκόταν δεξιά του πολυτελούς γραφείου. Άνοιξε το φως εμφανίζοντας μια υπερπολυτελή τουαλέτα. Ο καλοντυμένος κύριος έκανε ρολό το σενάριο το έχωσε στην τρύπα της λεκάνης και πάτησε το καζανάκι. Ο καλοντυμένος κύριος με νευρικές κινήσεις πάτησε ξανά και ξανά το καζανάκι προσπαθώντας μάταια να προκαλέσει την εξαφάνιση του σεναρίου. Έπειτα προσπάθησε χρησιμοποιώντας το πόδι του να το σπρώξει στη τρύπα αλλά φαίνεται ότι αυτό ήταν αδύνατο. Το καζανάκι κόλλησε ενώ η λεκάνη αποκολλήθηκε από τη θέση της. Το νερό αρχίζει να χύνεται στο πάτωμα. Ο καλοντυμένος κύριος με τα ταλαιπωρημένα ρούχα παράτησε απογοητευμένος τις προσπάθειες σφάλισε τη πόρτα της τουαλέτας και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.
Ο σωρός των σεναρίων είχε μειωθεί αισθητά. Για την ακρίβεια είχε απομείνει ένα τελευταίο σενάριο. Η μία μπουκάλα με το σπέσιαλ ουίσκι ήταν πλέον κενή και δίπλα της βρισκόταν μία δεύτερη που κόντευε κι αυτή να αδειάσει. Στάχτες και αποτσίγαρα ήταν σκορπισμένα στο γραφείο. Στο άδειο τασάκι ένα αναμμένο τσιγάρο σκόρπιζε τον καπνό του. Από την πόρτα της τουαλέτας έβγαινε νερό που μούσκευε τη μοκέτα. Τα σενάρια-χαρτοπόλεμος σκέπαζαν μεγάλο μέρος του πατώματος ενώ στον κάλαθο των αχρήστων βρίσκονταν τα υπολείμματα από τουλάχιστον τρεις ολοσχερώς καμένους τόμους. Ο κύριος που ήταν κάποτε καλοντυμένος τώρα ήταν σε άθλια κατάσταση. Τα ρούχα του ήταν λερωμένα, το σακάκι κείτονταν στο πάτωμα, η γραβάτα είχε απανθρακωθεί μαζί με τα βιβλία στον κάλαθο, το πουκάμισο είχε βγει από το παντελόνι.
Ο κάποτε καλοντυμένος κύριος κοίταξε με απόγνωση το τελευταίο σενάριο. Πλησίασε την καρέκλα του στο γραφείο. Έξυσε το κεφάλι του, έτριψε τα μάτια του, κούρδισε τα αφτιά του, έβαλε το δάκτυλο στην μύτη βγάζοντας ένα κακάδι το οποίο σκούπισε επιδεικτικά στο παντελόνι. Κοίταξε το ύστατο σενάριο και με μία έκφραση ανυπόκριτης αντοχής έπιασε γερά τον τόμο και τον τράβηξε με κόπο προς το μέρος του. Με θολά μάτια κοίταξε το εξώφυλλο και εντελώς αναπάντεχα έβαλε τα κλάματα.
Ο πρώην καλοντυμένος κύριος κάλυψε με τα χέρια του τα μάτια αφήνοντας ένα μικρό φεγγίτη ανάμεσα στα δάκτυλα από όπου το ένα του μάτι προσπαθούσε να διαβάσει τις αράδες. Η γκροτέσκα φιγούρα του πρώην καλοντυμένου κυρίου ολοκληρωνόταν από την λάμψη τρέλας που μπορούσε να διακρίνει στα μάτια του και ο πιο άπειρος παρατηρητής. Προσπάθησε να σηκωθεί απότομα αλλά η καρέκλα τον ενοχλούσε. Την άρπαξε και την πέταξε έξω από την τζαμαρία που θρυμματίστηκε. Έπιασε το σενάριο και με τα δύο χέρια, το πέταξε κάτω και άρχισε να το ποδοπατάει πάνω στο βρεγμένο πάτωμα (από τα νερά της τουαλέτας που έχουν ήδη αρχίσει να πλημμυρίζουν τον χώρο). Έπειτα άδραξε την οθόνη του υπολογιστή και την εκσφεντόνισε στην πολυτελή ντουλάπα που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο. Η οθόνη έσπασε κάνοντας έναν δυνατό κρότο. Ο πρώην καλοντυμένος κύριος όμως δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει το καταστροφικό του έργο. Έσκισε το πουκάμισο του, αναποδογύρισε το γραφείο, έσπασε τα κάδρα από τους τοίχους και επιχείρησε μερικές επίπονες κλωτσιές στο πεσμένο γραφείο, τα ντουλάπια και τους τοίχους βγάζοντας άναρθρες κραυγές.
Ο ταλαιπωρημένος άντρας καθισμένος ανακούρκουδα στο βρεγμένο πάτωμα πάτησε το κομβίον του τηλεφώνου εσωτερικής επικοινωνίας που παραδόξως λειτουργούσε ακόμα.
«Για έλα μέσα σε παρακαλώ» είπε στην γραμματέα του ξεψυχισμένα.
«Μάλιστα κύριε. Αμέσως» ακούστηκε η ανήσυχη φωνή της ιδιαιτέρας.
Η πόρτα άνοιξε και η μεσόκοπη ιδιαιτέρα μπήκε στο κατεστραμμένο γραφείο. Το πρόσωπο της άκαμπτο, δεν πρόδιδε ίχνος έκπληξης παρόλο που τα παπούτσια της πλατσούριζαν στη βρεγμένη μοκέτα. Τον πλησίασε
«Φώναξε κάποιον σε παρακαλώ να σταματήσει το νερό στην τουαλέτα.»
«Μάλιστα κύριε. Τίποτα άλλο;»
«Ναι. Θέλω να πάρεις τηλέφωνο τον διευθυντή του καναλιού και τον σκηνοθέτη» είπε ο πρώην καλοντυμένος κύριος .
«Μάλιστα κύριε. Και τι να τους πω;»
«Πέστους ότι δε μου άρεσαν τα σενάρια…»
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
3. Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου
Έτος 1997 - (Intel Pentium 233 MHz)
«Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου.»
«Σχεδόν πάντα αυτή χρησιμοποιώ» είπε και χαμογέλασε αμήχανα.
Το πρόσωπο του φωτιζόταν από την οθόνη του υπολογιστή. Σε αντίθεση με το σώμα του, το κεφάλι του ήταν καλοσχηματισμένο. Θεληματικό μέτωπο, ελληνική μύτη, μελί μάτια. Τα καστανόξανθα μακριά μαλλιά κάλυπταν ένα μέρος από τους παραμορφωμένους ώμους του.
«Πάω να βάλω ένα ποτήρι νερό» είπα και σηκώθηκα περισσότερο για να συλλάβω την συνολική εικόνα. Η αναπηρική πολυθρόνα σταθμευμένη μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, το αναμμένο εξωτερικό μόντεμ με τις ενδείξεις να τρεμοσβήνουν, το τρεμούλιασμα της οθόνης ανάλογο με την απόσταση, οι ήχοι από το πληκτρολόγιο, μοναδικοί, χωρίς φυσικές αναλογίες.
Προχώρησα προς την κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο και γέμισα ένα μεγάλο ποτήρι νερό. «Τι νόημα είχε αυτό το ψέμα;» αναρωτήθηκα. «Του έδινε άραγε μια πρόσκαιρη ευχαρίστηση, ή μήπως επέτεινε την θλίψη του;». Δεν γνώριζα. Τον είχα εντρυφήσει στο διαδύκτιο. Ήταν δική μου ιδέα, πίστευα ότι θα μπορούσε να του δώσει μία διέξοδο στο έξω κόσμο, την ευκαιρία να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους ως ίσος προς ίσους και όχι σαν ένα παραμορφωμένο σακί από κόκαλα που προκαλεί θλίψη, οίκτο ή ακόμα χειρότερα απέχθεια. Και πράγματι. Όλα πήγαιναν κατ' ευχή. Ο νέος χαώδης κόσμος του διαδυκτίου έγινε το σπίτι του, ο κόσμος του. Στο πρόσωπο του χαρασσόταν όλο και συχνότερα εκείνο το γοητευτικό χαμόγελο που έκανε και εμένα ευτυχισμένο. Και τότε ξεχνούσα την καχεξία του γιατί και εκείνος την ξεχνούσε. Έμενε μονάχα ένα καθαρό νεανικό πρόσωπο φωτισμένο από ένα λαμπρό χαμόγελο.
Και εγώ σε αγαπώ (enter)
Πρόλαβα να δω την τελευταία φράση λίγο πριν εξαφανιστεί στο πάνω μέρος του παραθύρου. Μία αλήθεια εν μέσω αναληθειών.
Θέλω να βρεθούμε
(Αυτό δεν μπορεί να γίνει)……(delete) ………..
Λοιπόν;
Κι εγώ το θέλω (enter)……
Πότε; Τόσο καιρό αισθάνομαι σα να με αποφεύγεις.
(τα ψέματα) Εγώ; Ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο! Ποτέ! Απλώς αυτή την εποχή δεν μπορώ να έρθω στην Αθήνα. Δεν γίνεται (enter)
Πότε θα μπορείς;
Σύντομα…. Πολύ σύντομα… (enter)
Εντάξει μωρό μου. Πρέπει να κλείσω τώρα γιατί θέλει να πάρει η μαμά τηλέφωνο. Σε αγαπώ πολύ.
Κι εγώ (enter)
Ακολουθούν φωνητικές συνθέσεις. Μπορεί και να απευθύνονται σε εμένα μπορεί και όχι. Απαντάω πάραυτα.
«Και τώρα;»
«Τώρα τι; Τι μπορεί να γίνει τώρα; Πρέπει να της πεις την αλήθεια.»
Ο Ανάργυρος απέναντι μου. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και έσφιξε με όση δύναμη του έδιναν οι παραμορφωμένοι ώμοι το σώμα του. Έκλεισε τα λαμπερά μάτια για λίγο και όταν τα άνοιξε ήταν γεμάτα δάκρυα. Άπλωσε τα χέρια στο Tower και έκλεισε τον υπολογιστή χωρίς να λογαριάσει τα ανοικτά προγράμματα. Χρησιμοποιώντας τα χέρια κατάφερε να γυρίσει την αναπηρική πολυθρόνα προς το μέρος μου. Με κοίταξε με φθινοπωρινά μάτια.
Ο Ανάργυρος της Σοφίας έκλεισε τα επικοινωνιακά προγράμματα του υπολογιστή, άνοιξε ένα νέο explorer και πληκτρολόγησε την σελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος. Με προσοχή άρχισε να κάνει upload τα νέα links στην κεντρική σελίδα.
Ο Ανάργυρος απέναντι μου, ένα μικροκαμωμένο ανθρωπάκι, με παράλυτα πόδια, παραμορφωμένους ώμους, στενό καχεκτικό σκελετό ζαρωμένο μέσα σε μία αναπηρική πολυθρόνα.
Ο Ανάργυρος/Εγώ, γύρω στο 1,90 ψηλός κανονικής σωματικής διάπλασης, μαυρισμένος από τον καλοκαιρινό ήλιο, ευθυτενής και αγέρωχος μέσα στο φθαρμένο τζην παντελόνι του, το λευκό t-shirt και τα all-star αθλητικά παπούτσια.
Μία ολόκληρη εβδομάδα δούλευε το μοντάζ της φωτογραφίας που της έστειλε, όταν πια οι πιέσεις έγιναν αφόρητες και εκείνη του ζήτησε, περισσότερο από επίμονα, την απόδειξη της ύπαρξης του. Και εκείνος, κατασκεύασε Εκείνον/Εμένα, με μαεστρία, μέχρι που κατάφερε να κάνει το πρόσωπο του να δείχνει μαυρισμένο από τον ήλιο, μέχρι που κατάφερε να χαμογελάσει για να τον βγάλω φωτογραφία. Και η Σοφία πήρε το αποτέλεσμα και γοητεύτηκε ακόμα περισσότερο, ερωτεύτηκε ακόμα πιο πολύ, ζήτησε να αγγίξει τον Ανάργυρο/Εγώ με σάρκινα χέρια και τώρα πλησίαζε το τέλος, ένα τέλος που πιθανότατα θα ήταν επίπονο, περισσότερο από όσο έπρεπε, περισσότερο από όσο άντεχε, περισσότερο ταπεινωτικό κι από την ίδια την καχεξία.
«Και τώρα τι κάνουμε κύριε Χώουκινς» επανέλαβα εμπλουτίζοντας τη φράση με το κοινό μας αστείο, χωρίς όμως το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Άνοιξε τα βλέφαρα και τα μάτια έλαμψαν παράξενα μέσα από τον υγρό τους περίγυρο.
«Τώρα πάμε γι' άλλα» είπε και άναψε ένα τσιγάρο.
Έτος 2002 - (AMD Athlon 2,4 GHz)
«Βρήκα την λύση.»
«Τι εννοείς, βρήκες την λύση;» τον ρώτησα.
«Ανόητε, το πρόβλημα με τη web camera βέβαια. Σου είπα ότι όλες μου ζητάνε video chat»
«Ωραία. Και τι εννοείς το έλυσες;»
«Θα δεις τώρα» μου είπε και άνοιξε τον υπολογιστή του.
Η camera τοποθετημένη πάνω και αριστερά της οθόνης τέθηκε αυτόματα σε λειτουργία. Ο Ανάργυρος άνοιξε το πρόγραμμα βιντεοσκόπησης και επέλεξε video input. Η οθόνη έδειξε δύο γνώριμες φιγούρες καθισμένες δίπλα στη οθόνη του υπολογιστή, έναν ζαρωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι και έναν δεύτερο ψηλό άντρα καθισμένο στο μπράτσο της πολυθρόνας δίπλα του . Ήμασταν εμείς.
«Κοίτα τώρα…»
Άνοιξε το προβολή και επέλεξε ιδιότητες. Στα γενικά εμφανίστηκε μία επιλογή digitalization και την διάλεξε. Ένα πρόγραμμα με όνομα Microsoft digital video pro έκανε εκκίνηση στην 21` οθόνη. Ο Ανάργυρος πάγωσε την εικόνα μας στο video και την επέλεξε σαν video file στο νέο πρόγραμμα. Έπειτα με συρμένο ποντίκι περικύκλωσε την εικόνα του σώματος του καθισμένο στην αναπηρική πολυθρόνα. Αφήνοντας εκτός περιοχής το κεφάλι. Το σώμα του και ο περίγυρος εξαφανίστηκε από την εικόνα. Έπειτα πήγε στο file, άνοιξε τα σωσμένα αρχεία που ήταν σε format jpg και επέλεξε μία εικόνα που είχε το όνομα μου. Με έκπληξη είδα ότι ήταν μία φωτογραφία μου μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Από την εικόνα έλειπε το κεφάλι. Έκανε import και η εικόνα μου συμπλήρωσε την δική μου. Έπειτα επέλεξε adjust και η μία εικόνα συμπλήρωσε αρμονικά την άλλη απολύτως αυτόματα.
«Ουάου!» αναφώνησα.
«Κι αυτό δεν είναι παρά η αρχή. Κοίτα τώρα» είπε και μου χαμογέλασε σαρδόνια.
Στράφηκα στην οθόνη. Πάτησε την εντολή go και το camera άρχισε να καταγράφει. Κοίταξα την εικόνα και είδα τους δύο μας καθισμένους μπροστά από την οθόνη. Για την ακρίβεια είδα τα δύο διαφορετικά κεφάλια μας μπροστά από την οθόνη και το σώμα μου εις διπλούν κάτω από τα κεφάλια. Το αναπηρικό καροτσάκι είχε εξαφανιστεί. Το δωμάτιο παρέμενε ανατριχιαστικά ανέπαφο.
«Τελευταίο πρόγραμμα της Microsoft. Βέβαια στον κινηματογράφο χρησιμοποιείται εδώ και πολύ καιρό» είπε.
«Χριστέ μου! Είναι απίστευτο!!» μου ξέφυγε.
«Και που είσαι ακόμα» είπε και άρχισε να κινεί τον κορμό του, τα χέρια και το κεφάλι.
Με μεγάλη μου έκπληξη παρακολούθησα το σώμα μου που συνοδευόταν από το κεφάλι του Ανάργυρου να παρακολουθεί με ακρίβεια τις κινήσεις του
«Απίστευτο! Πραγματικά απίστευτο!» ψέλλισα.
Χαμογέλασε και το πρόσωπο του ανέκτησε την συνηθισμένη τον τελευταίο καιρό λάμψη του «Κι όμως αληθινό» είπε και δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω. «Και τώρα θα μου επιτρέψεις. Έχω ένα σημαντικό ραντεβού με μία κουκλάρα στο web chat.»
«Βέβαια, βέβαια» κατάφερα να πω και σηκώθηκα από την πολυθρόνα. «Καλή επιτυχία» ευχήθηκα και προχώρησα προς την πόρτα.
«Φχαριστώ» είπε μέσα από τα δόντια του.
Πίσω μου άκουσα τον γνωστό ήχο του μόντεμ που συνδεόταν.
Έτος 2007 - (mitsuyama/intel ariston 40Ghz)
Αν και δεν μου αρέσει το e-μάτι ο Ανάργυρος επέμενε να μου δείξει τις προόδους του στον τομέα του cyber sex. Συνδεθήκαμε στον υπολογιστή του, αυτός με μία τελευταίου τύπου κονσόλα germanos2010 virtual εγώ με μία παλαιού τύπου της Microsoft. Οι ενδείξεις του modem στα δεξιά της οθόνης έδειχναν ταχύτητα ανταλλαγής πληροφοριών 876000 bytes/sec, ταχύτητα ικανοποιητική για ρεαλιστική υλοποίηση των εικονικών Εμείς. Πριν προλάβω να προσαρμοστώ στο νέο περιβάλλον τον ένιωσα να με τραβάει βίαια από το χέρι για να με οδηγήσει στην κυβερνοσκουληκότρυπα που θα μας έβγαζε στην Αθήνα. Ένιωσα ίλιγγο, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα αυτό το ταξίδι. Σκέφτηκα ότι μάλλον είχαμε ήδη αργοπορήσει. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο μπορούσες να στήσεις κάποιον στο κυβερνοδιάστημα με τον ίδιο τρόπο που τον έστηνες στην πραγματική ζωή.
Σε λίγο η σκουληκότρυπα μας ξέρασε με φόρα στον Αττικό ουρανό. Αν και η ταχύτητα μας μειώθηκε αισθητά, δεν μπορούσα να ελέγξω καθόλου την ψηφιακή υλοποίηση μου και άρχισα να πέφτω με επιτάχυνση 9,84m/sec. Άκουσα τον εαυτό μου να ουρλιάζει. Ο Ανάργυρος, είμαι σίγουρος γι' αυτό αν και εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα τίποτα, χαμογέλασε ειρωνικά κι έπειτα βούτηξε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πίσω μου, καταφέρνοντας να με αδράξει περίπου 20 μέτρα από το πετρώδες έδαφος. Ένιωσα ανακούφιση. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι επιπτώσεις θα έχει ένας εικονικός θάνατος στις εγκεφαλικές λειτουργίες. Γνώριζα ανθρώπους που είχαν πεθάνει από το σοκ του εικονικού θανάτου. Άλλοι πάλι τρελαίνονταν, ενώ ένα μικρό ποσοστό κυβερνοκαβαλάρηδων κατάφερνε όχι μόνο να επιζεί του εικονικού θανάτου, αλλά να επανα-υλοποιείται με τρόπο που θύμιζε καρτούν. Δεν ήξερα σε ποια από τις τρεις κατηγορίες άνηκα και δεν είχα καμία όρεξη να το μάθω.
Προσγειωθήκαμε ομαλά σε ένα πέτρινο αλώνι. Κοίταξα γύρω μου. Αυτό το μέρος δεν θα μπορούσε να είναι η Αθήνα! Κι όμως έβλεπα την Ακρόπολη και πίσω της μπορούσα να ξεχωρίσω και τον λόφο του Λυκαβηττού. Δυτικά και σε μακρινή απόσταση διέκρινα μια σειρά από ποστάλια και παλιά εμπορικά πλοία σκορπισμένα στη θάλασσα. Ναι, ήταν η Αθήνα! Αλλά πότε; Πως ήταν δυνατόν να προβάλεις την πληροφορία στο παρελθόν; Αυτό ήταν κάτι που αδυνατούσα να διανοηθώ όσο κι αν είχαν εξελιχθεί οι ΤΝ του δικτύου. Γύρισα προς το μέρος του.
«Μην ανησυχείς, είναι απλώς η Αθήνα του 1910» μου είπε καθησυχαστικά.
«Μα πως….πως είναι δυνατόν;» ψέλλισα.
«Δεν είναι τίποτα τρομερό και μη φαντάζεσαι ότι έχουν εξελιχτεί τόσο οι τοπικές ΤΝ» είπε και έβαλε τα γέλια. «Ίσως κάποτε, αλλά δεν το νομίζω» συνέχισε, αφού σταμάτησε να γελάει εις βάρος μου.
«Μα τότε πως;» αναρωτήθηκα δυνατά.
«Σούφρωσα το πρόγραμμα από το Υπουργείο Πολιτισμού. Μιλάμε τώρα για τρία χρόνια απασχόληση για μια ομάδα εργασίας που απασχολούσε πενήντα πανεπιστημιακούς ερευνητές με ειδίκευση στην Ιστορία της Ελλάδος στις αρχές του περασμένου αιώνα, εκατό τεχνικούς και χιλιάδες άτομα βοηθητικό προσωπικό για τα uploads. Αμέτρητα bytes και πολύ προσωπική εργασία για να δίνω τα ρομαντικά ραντεβού μου. Πως σου φαίνεται;» κατέληξε.
«Μου φαίνεται ότι έχεις τρελαθεί τελείως» είπα και ξανακοίταξα προς τον Πειραιά μη μπορώντας να πιστέψω στα μάτια μου.
«Καλά αυτό είναι standard» είπε και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.
Προχωρήσαμε προς ένα δασόφυτο μικροσκοπικό λόφο προς την κατεύθυνση της Ακρόπολης. Συμπέρανα ότι βρισκόμασταν σε κάποιος ύψος της Χαμοστέρνας και η υπόθεση μου επιβεβαιώθηκε όταν φτάσαμε σε ένα μικρό ακάλυπτο ποτάμι με καθάρια νερά Ήταν ο Κηφισσός! Περάσαμε ένα πέτρινο γιοφύρι και πλησιάσαμε τον λόφο. Στους πρόποδες του λόφου και δίπλα στο ποτάμι υπήρχε ένα μικρό πλάτωμα. Ο Ανάργυρος με έδειξε τα πυκνά βάτα εκεί κοντά δίνοντας μου να καταλάβω ότι από εκείνη τη θέση θα μπορούσα να τους παρακολουθώ δίχως να γίνω αντιληπτός.
«Κάτσε και περίμενε. Έρχομαι» είπε συνωμοτικά και πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ γύρισε την πλάτη του και έφυγε.
Στηρίχτηκα στο πέτρωμα και έκανα να ανάψω ένα τσιγάρο. Ευτυχώς συνειδητοποίησα έγκαιρα την γκάφα που πήγαινα να διαπράξω και ξαναέχωσα το πακέτο στην κωλότσεπη του τζην. Από την κατεύθυνση του λόφου ακουστήκαν χαρούμενες φωνές. Ο Ανάργυρος συνοδευμένος από μία εντυπωσιακή κοπέλα έκαναν την εμφάνιση τους. Ήταν πράγματι πανέμορφη! Υπολόγισα ότι πρέπει να ήταν περίπου είκοσι χρονών, είχε μακριά καστανόξανθα μαλλιά, καστανά μάτια. Ακόμα και πάνω από το μαύρο φόρεμα, που της πήγαινε τέλεια, μπορούσες να διακρίνεις τις καταπληκτικές της αναλογίες.
Ξάπλωσαν στο πλάτωμα κι άρχισαν να φιλιόνται με αυξανόμενο πάθος. Άθελα μου συνέχισα να παρακολουθώ την ερωτική πράξη που επρόκειτο να εκτυλιχθεί μπροστά στα μάτια μου. Έμειναν γυμνοί και εγώ βάλθηκα να παρατηρώ το τέλειο σώμα της. Το μαγιό είχε αφήσει λευκή μια μικρή ζώνη γύρω από το αιδοίο και ένα μικροσκοπικό ρόμβο κάτω από την βάση της σπονδυλικής στήλης. Ευτυχώς για το αντρικό φύλο η μόδα σε αυτόν τον τομέα δεν είχε αλλάξει πολύ την τελευταία πενταετία. Κοίταξα την στύση του Ανάργυρου προσπαθώντας να καταλάβω αν ήταν η δική του ή αν ήταν κι αυτή ένα ακόμα κομμάτι από το παζλ του e-εαυτού του. «Ένας πραγματικός Φρανγκεστάιν, να τι είναι» σκέφτηκα!
Την έκανε δική του πολλές φορές εκείνη την μέρα. Την άκουσα να ουρλιάζει από ευχαρίστηση, την είδα να σπαρταρά σαν ψάρι στα χέρια του, τους άκουσα να λένε λόγια ανήκουστα στον πραγματικό κόσμο και να κάνουν πράγματα απερίγραπτα. Όλη αυτή την ώρα που παρακολουθούσα μαγεμένος το θέαμα, παρακολουθούσα το σώμα μου να ενώνεται με αυτό το θεσπέσιο πλάσμα και ευχόμουν να ήμουν στην θέση του. Ένιωθα τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη μου και το μόριο μου να σκληραίνει και να έρπεται σα να προσπαθούσε να λύσει τα δεσμά του, να δραπετεύσει από το παντελόνι. Κι όμως, παρακολούθησα μαρμαρωμένος την συνεύρεση κι όταν επιτέλους τελείωσαν όλα και την συνόδευσε στην έξοδο, έχωσα το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου και έβαλα τα κλάματα.
Κατάφερα να επανακτήσω την ψυχραιμία μου και να φτιάξω μια νέα μάσκα/Εγώ πριν επιστρέψει ο Ανάργυρος με ένα πλατύ χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπο του. Με έπιασε φιλικά από τον ώμο
«Λοιπόν, πως σου φάνηκε;» ρώτησε ρητορικά, γνωρίζοντας εκ των προτέρων την απάντηση.
«Πιο real κι από το real thing!» είπα και προχώρησα προς την έξοδο προσπαθώντας να αποφύγω το άγγιγμα του.
«Και, το κορίτσι;» επέμεινε, σίγουρος για την ολοκληρωτική νίκη του.
«Το κορίτσι! Είσαι πολύ τυχερός, είναι υπέροχη! Πραγματικά! Από τις πιο ωραίες κοπέλες που έχω δει » είπα και το εννοούσα «Πως την λένε;» ρώτησα.
«Εύα! Ελπίζω να μην έχεις βλέψεις» είπε και με κοίταξε αμφίθυμα.
Ένιωσα να κοκκινίζω αλλά κατάφερα να αρνηθώ την κατηγορία, αν και στη πραγματικότητα θα έδινα τα πάντα για να είμαι στη θέση του.
«Απλώς, κάτι μου θυμίζει» ψέλλισα. «Επιστρέφουμε σε παρακαλώ.»
«Πάμε» είπε αυστηρά.
Κοίταξα στην οθόνη του υπολογιστή το γνώριμο περιβάλλον των Τεμπών που είχε επιλέξει ο Ανάργυρος ως τόπο εκκίνησης προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αν ήμουν στον μέσα ή στον έξω κόσμο. Είχαμε επιστρέψει από την εικονική στην έξω-πραγματικότητα, αν και είχα αρχίσει να αμφιβάλω για το αν ήταν η μέσα-πραγματικότητα εικονική και για το ποια από τις δύο πραγματικότητες είχε μεγαλύτερη βαρύτητα. Το φανελάκι μου ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και μια μεγάλη στάμπα λέκιαζε τον καβάλο του τζην μου. Κοίταξα τον Ανάργυρο. Ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Μου έριξε ένα ένοχο βλέμμα μα το χαμόγελο ευτυχίας στεφάνωσε το πρόσωπο του. Κοίταξα συνοφρυωμένος το παραμορφωμένο σώμα του. Δεν μπορούσα να ενώσω αυτές τις δύο εικόνες του σε μία, τον σακάτη που καθόταν δίπλα μου στην έξω-πραγματικότητα, με τον εύρωστο νέο άντρα που μόλις πριν λίγο παρακολούθησα να συνευρίσκεται με το πανέμορφο κορίτσι στη μέσα-πραγματικότητα. Τον ζήλευα και τον οικτιρούσα. Αποφάσισα να φύγω.
Δεν έφερε καμία αντίρρηση. Μου είχε αποδείξει αυτό που ήθελε. Ο e-κόσμος δεν υπολειπόταν σε συναισθήματα του πραγματικού, άσχετα αν ο ψηφιακός Ανάργυρος δεν ήταν παρά ένα αμάλγαμα των δυο μας ή ένας ψηφιακός Φρανκεστάιν, όπως τον αποκάλεσα ειρωνικά. Άσχετα αν η εντυπωσιακή κοπέλα με το όνομα Εύα που έκανε έρωτα μαζί του ήταν ψηφιακή υλοποίηση μιας φωτογραφίας με άλλο όνομα, μια φωτογραφίας που είχα συναντήσει σε μία από τις περιηγήσεις μου στο internet πριν από δέκα χρόνια. Απλώς, χρησιμοποιούν την φαντασία τους κι αν αυτό τους κάνει ευτυχισμένους, είναι νομίζω αρκετό!
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
Οι παλιοί βασιλιάδες της μακρινής χώρας και ο Γιάχβε (παραμύθι για μεγάλους) - Χρήστος Σιδερής
0 σχόλια Καταχωρήθηκε από τον/την Count_Zero στις 10:04 μ.μ.Οι παλιοί βασιλιάδες της μακρινής χώρας
και ο Γιάχβε
(παραμύθι για μεγάλους)
Χρήστος Σιδερής
2003
Κάθε μέρα, η Μαιρούλα και ο Πετράκης περίμεναν ανυπόμονα να κτυπήσει το κουδούνι του σχολείου, το κουδούνι που ανήγγειλε το τέλος της σχολικής μέρας. Κάθε ημέρα, άλλοτε η μαμά, άλλοτε ο μπαμπάς και πιο σπάνια η μεγαλύτερη αδελφή τους περίμεναν έξω από την πόρτα του δημοτικού για να τους παραλάβουν. Αυτό το τελευταίο, ήλπιζαν πως δεν θα κρατούσε πολύ. Ήδη, πολλοί από τους συμμαθητές τους γύριζαν μόνοι σπίτι. Άλλωστε, η παλιά μονοκατοικία που έμεναν απείχε το πολύ τριακόσια μέτρα από το σχολείο. Ο φίλος τους ο Αλί για παράδειγμα, όχι μόνο έμενα αρκετά μακριά από το σχολείο αλλά ταυτόχρονα οι γονείς του αδυνατούσαν να έρθουν να τον πάρουν γιατί εργάζονταν καθημερινά σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε σοκολάτες. Ο Αλί γυρνούσε πάντα μόνος και τα δίδυμα τον σέβονταν και τον ζήλευαν για την ωριμότητα με την οποία αντιμετώπιζε αυτή την ελευθερία. Αν εκείνοι βρίσκονταν στη θέση του σίγουρα θα έκαναν ένα σωρό τρέλες που θα είχαν πολύ άσχημο τέλος.
Μόλις έμπαιναν στο σπίτι τους υποδέχονταν οι χαρούμενες φωνές του Λούη που ήταν στην κυριολεξία ο κολλητός τους. Τότε πέταγαν τις τσάντες τους στον διάδρομο και έπεφταν πάνω τους προσπαθώντας ο καθένας τους να του δείξει την μεγαλύτερη στοργή και αγάπη. Ο Λούη, κουνούσε χαρούμενα την φουντωτή ουρά του και ξάπλωνε ανάσκελα για να δεχτεί τα τρυφερά τους χάδια. Ύστερα σηκώνονταν κι άρχιζαν να τρέχουν στο σαλόνι με τον Λούη να σηκώνεται και να τους ακολουθεί κατά πόδας. Τα παιχνίδια δεν σταμάταγαν παρά μόνο από τη φωνή της μαμάς ή της μεγαλύτερης αδελφής που τους προέτρεπε να πλύνουν τα χέρια τους και να έρθουν στο τραπέζι όπου τους περίμενε το μεσημεριανό τους. Η δουλειά του μπαμπά πολύ σπάνια του επέτρεπε να παραβρίσκεται στο μεσημεριανό και έτσι έτρωγαν συνήθως οι τέσσερις του ή οι τρεις τους, σε περίπτωση που και η μαμά είχε επαγγελματικές υποχρεώσεις. Υπήρχαν βέβαια και λίγες περιπτώσεις που η Δήμητρα, η μεγαλύτερη αδελφή τους που πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου, τους έστρωνε το τραπέζι και εξαφανιζόταν στο δωμάτιο της με κάποιον από τους περίεργους μαλλιάδες φίλους της που ερχόταν στο σπίτι όταν έλειπαν οι δικοί τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δυνατή μουσική ακουγόταν από το δωμάτιο της Δήμητρας και οι δύο τους καθισμένοι ο έναν απέναντι στον άλλο, έβαζαν τα γέλια γιατί η μουσική που ακουγόταν δεν ήταν καθόλου μα καθόλου μελωδική και είχαν πολύ μεγάλη δυσκολία να την χαρακτηρίσουν καν μουσική. Ο μπαμπάς μάλιστα τους είχε διαβεβαιώσει πως αυτή ήταν μουσική των Ζουλού, μιας πολεμικής φυλής μαύρων ανθρώπων που ζούσαν στην Αφρική. Όταν τα παιδιά τον ρώτησαν αν οι Ζουλού ήταν άγριοι, ο μπαμπάς είχε διστάσει να απαντήσει αλλά έπειτα τους είχε διηγηθεί πως οι Ζουλού είχαν νικήσει τον Αγγλικό στρατό σε μία μεγάλη μάχη που έγινε παλιά και πως οι Ζουλού, αν και δεν είχαν πιστόλια και τουφέκια, αλλά τόξα και δόρατα, πολέμησαν σαν λιοντάρια και νίκησαν τους κατακτητές. Γι αυτό, οι Ζουλού, εξήγησε ο μπαμπάς, πρέπει να ακούν τέτοια μουσική, για να γίνονται ατρόμητοι πολεμιστές και να μην φοβούνται τους πολεμοχαρείς λαούς και τις κραυγές τους, που θέλουν να εισβάλουν στη γη τους. Όμως η Δήμητρα δεν χρειαζόταν να ακούει τέτοια μουσική γιατί δεν ήταν ούτε πολεμίστρια ούτε Ζουλού και δεν είχε να αντιμετωπίσει άγριους κατακτητές, κατέληγε ο μπαμπάς. Σε αυτό το σημείο ευτυχώς τα δίδυμα ικανοποιήθηκαν από τις εξηγήσεις και σταμάτησαν να ρωτούν γιατί ο μπαμπάς είχε φανερά κοκκινίσει από την αμηχανία του.
Στον μπαμπά και τη μαμά, αλλά ειδικά στον μπαμπά, άρεσε πολύ η μουσική του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκη και του Ξαρχάκου. Τα δίδυμα είχαν μεγαλύτερη προτίμηση στον Χατζιδάκη. Πολλές φορές βέβαια ο μπαμπάς άκουγε και κάτι άλλα τραγούδια που στα δίδυμα φαίνονταν πολύ αστεία όπως το Ζαβαρακατρανέμια (!!!) του Μαρκόπουλου ενώ πιο σπάνια έπιανε τον μπαμπά το μεράκι και έβαζε να ακούσουν Σιδηρόπουλο ή Πουλικάκο και τότε τα δίδυμα έβαζαν τα γέλια γιατί η μουσική αυτή έμοιαζε πολύ με την μουσική των Ζουλού. Μάλιστα μια φορά που μπήκαν στο σπίτι αιφνιδιαστικά με την Δήμητρα, βρήκαν τον μπαμπά να χορεύει ένα αυθεντικό τραγούδι των Ζουλού και μάλιστα να κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι του σαν να είχε μακριά μαλλιά.
«Μπλιαχ! Iron Maiden!» Έκανε περιφρονητικά η Δήμητρα, «παλαιολιθικές βλακείες» κατέληξε και κλείστηκε στο δωμάτιο της ανοίγοντας το στερεοφωνικό στο τέρμα. Ο μπαμπάς έκλεισε γρήγορα το στερεοφωνικό του σαλονιού και χώθηκε στη πολυθρόνα του ντροπιασμένος που άκουγε και εκείνος τραγούδια των Ζουλού. Οι αγριοφωνάρες από το δωμάτιο της Δήμητρας δεν σταμάτησαν παρά μόνο την ώρα που ήρθε η μαμά από την δουλειά και της έβαλε τις φωνές.
Εκείνη την ημέρα όμως τα δίδυμα όμως είχαν πολλούς λόγους να είναι χαρούμενα. Πρώτον ήταν Παρασκευή απόγευμα (ήταν απογευματινοί εκείνη την εβδομάδα) και η σχολική εβδομάδα έφτανε στο τέλος της. Δεύτερον η μαμά και ο μπαμπάς θα έφευγαν ταξίδι στο εξωτερικό για το διήμερο και θα άφηναν την επίβλεψη τους στην γιαγιά τους που ήταν πολύ καλή και τους άφηνε να παίξουν όσο θέλουν. Τρίτον, η γιαγιά τους έδινε μεγαλύτερο χαρτζιλίκι. Τέταρτον, η γιαγιά δεν ήξερε για τα μαθήματα τους και δεν τους πίεζε να διαβάσουν περισσότερο από όσο ήθελαν. Ο πέμπτος λόγος που έκανε χαρούμενα τα δίδυμα ήταν ότι η παρουσία της γιαγιάς εξασφάλιζε την σχεδόν συνεχή απουσία της μεγάλης τους αδελφής οπότε θα γλίτωναν την γκρίνια της για τρεις ολόκληρες μέρες.
Μόλις κτύπησε το κουδούνι λοιπόν πετάχτηκαν πάνω και έτρεξαν μαζί με τα άλλα παιδιά στην έξοδο. Στο προαύλιο τους περίμενε ανυπόμονα η Δήμητρα μασώντας επιδεικτικά την τσίχλα της. Τα δίδυμα έβαλαν τα γέλια μόλις την είδαν. Έπιασαν πειθήνια τα χέρια που τους άπλωσε και την ακολούθησαν στο σπίτι. Στον δρόμο η Δήμητρα δεν τους είπε κουβέντα αλλά μόλις έφτασαν στην πόρτα του διαμερίσματος και πριν βάλει το κλειδί στη πόρτα άρχισε την γκρίνια.
- «Λοιπόν κανονίστε. Μην τρελάνετε την γιαγιά. Εντάξει;» είπε αυστηρά.
Τα δίδυμα έγνεψαν καταφατικά και η Δήμητρα ξεκλείδωσε τη πόρτα συνεχίζοντας να μασάει δυνατά την τσίχλα της. Μόλις μπήκαν στο σαλόνι είδαν την γιαγιά καθισμένη στην πολυθρόνα να παρακολουθεί στην τηλεόραση το αγαπημένο της μεταγλωττισμένο σήριαλ.
«Γιαγιά γιαγιάκα» φώναξαν τα δίδυμα και έτρεξαν να χωθούν στην ποδιά της αγαπημένης τους γιαγιάκας.
«Καλώς τα κουκλιά μου. Να σας δω να σας χαρώ. Φτου σας, καρδιές μου» είπε η γιαγιά και έκλεισε τα δίδυμα στην αγκαλιά της. «Βρε, πως μεγαλώσατε έτσι εσείς οι δυο μέσα σε μια εβδομάδα;» είπε η γιαγιά χαμογελώντας.
Εντωμεταξύ ο Λάκης συμμετέχοντας στην γενική χαρά ήρθε κοντά στην συντροφιά τους και άρχισε να τρίβεται στα πόδια τους κουνώντας στην ουρά του και βγάζοντας μικρά γρυλίσματα. Ο Πετράκης έσκυψε και τον αγκάλιασε.
«Τι λες βρε γιαγιά; Μεγαλώνουν τα παιδιά σε μία εβδομάδα» παρατήρησε η Μαιρούλα
«Γιαγιά –είπε η Δήμητρα- εγώ την κάνω. Εντάξει;»
«Που θα πας κούκλα μου;» την ρώτησε η γιαγιά
«Ωχ ρε γιαγιά, έλεγχο θα μου κάνεις; Θα βγω με τους φίλους μου»
«Καλά παιδί μου» είπε πειθήνια η γιαγιά
«Και να μην με περιμένετε για φαί το βράδυ» είπε η Δήμητρα και προχώρησε προς την πόρτα
«Μην αργήσεις κοριτσάκι μου, ανησυχώ. Σε παρακαλώ πολύ μην αργήσεις» την παρακάλεσε η γιαγιά
«Ντάξει ρε γιαγιά. Άντε γεια» είπε η Δήμητρα και αποχώρησε
Η Γιαγιά κοίταξε προς την κατεύθυνση της πόρτας με θλιμμένο βλέμμα σα να ανησυχούσε για κάτι και έπειτα γύρισε προς τα δίδυμα και η έκφραση της άλλαξε.
- «Λοιπόν; Τι θέλετε να κάνουμε;» τους ρώτησε η γιαγιά. «Καθίστε πρώτα όμως να κλείσω την τηλεόραση» είπε και πάτησε το κουμπί που σβήνει την τηλεόραση στο τηλεκοντρόλ.
«Θα μας πεις ένα παραμύθι γιαγιά» ρώτησε η Μαιρούλα ξέροντας ότι της γιαγιάς της άρεσε να τους διηγείται παραμύθια
«Μα βέβαια. Ποιο θέλετε να σας πω; Θέλετε με τον κυνηγό;» ρώτησε καταχαρούμενη η γιαγιά.
«Πάλι τον κυνηγό ρε γιαγιά;» διαμαρτυρήθηκε ο Πετράκης και έδωσε μια κρυφή κλωτσιά στην αδελφή του γιατί δεν ήθελε να ακούσει τα βαρετά παραμύθια της γιαγιάς.
«Καλά –αποκρίθηκε χαμογελαστή η γιαγιά- θέλετε να σας πω τότε για την κοκκινοσκουφίτσα, την Χιονάτη και τους επτά νάνους ή μήπως τον παπουτσωμένο γάτο;» τους πρότεινε
«Αυτά γιαγιά τα έχω και σε play station» είπε απογοητευμένος ο Πετράκης
«Μήπως θυμάσαι κανένα που να μην μας έχεις πει γιαγιά;» ρώτησε η Μαιρούλα γιατί ήθελε να ευχαριστήσει την γιαγιά της που ήταν τόσο καλή
Η γιαγιά το σκέφτηκε λίγο «Χμ, θυμάμαι ένα αγάπες μου –είπε- αλλά δεν ξέρω αν θα σας αρέσει. Θέλετε να το δοκιμάσουμε;» ρώτησε διστακτικά
«Ναι ναι!» φώναξαν τα δίδυμα εν χορό
«Ωραία λοιπόν. Μια φορά και ένα καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια Βασίλισσα που την έλεγαν Γη. Η Βασίλισσα αυτή γέννησε τρία παιδιά τον Ουρανό τα Όρη και τον Πόντο»
«Γιαγιά!»
«Τι είναι Πετράκη;»
«Ήταν πόντιος αυτό ο Πόντος;»
«χαχαχαχα –γέλασε η γιαγιά- όχι αγάπη μου, δεν ήταν Πόντιος
«Πως έλεγαν τον Βασιλιά της Χώρας γιαγιά;» ρώτησε η Μαιρούλα
«Δεν υπήρχε βασιλιάς αγάπη μου»
«Μα βρε γιαγιά, πως κατάφερε αυτή η Γη να αποκτήσει παιδιά χωρίς άντρα;»
«Βέβαια, δεν σας το είπα, αλλά η Γη ήταν ερμαφρόδιτη.. δηλαδή ήταν και άντρας και γυναίκα μαζί»
«Ήταν σαν την Τζένη Χειλουδάκη;» είπε ο Πετράκης και τα δίδυμα έβαλαν τα γέλια
η Γιαγιά άρχισε να γελάει και αυτή «Περίπου» είπε
«Κάτσε ρε γιαγιά –επέμεινε ο Πετράκης- δηλαδή μπορεί η Χειλουδάκη να κάνει παιδιά όπως η μαμά;»
«Α όχι, αλλά αυτή δεν είναι ερμαφρόδιτη ακριβώς. Αυτή ήταν παλιά άντρας και έπειτα έγινε γυναίκα ενώ η Γη ήταν και τα δύο μαζί: και άντρας και γυναίκα» εξήγησε η γιαγιά «Καταλάβατε;»
«Περίπου» είπαν και τα δύο δίδυμα μαζί
» Όταν λοιπόν μεγάλωσε ο Ουρανός –βιάστηκε να συνεχίσει η γιαγιά- παντρεύτηκε την Γη»
«Ωχ, δηλαδή μετά η Γη έκανε εγχείρηση γιαγιά;» ρώτησε ο Πετράκης
«Τι εννοείς γλυκέ μου;»
«Έ, να, στην αρχή μας είπες πως ήταν ερμαφρόδιτη και μετά πως παντρεύτηκε τον Ουρανό. Έκανε εγχείρηση και έγινε μόνο γυναίκα;»
«Εμ, μάλλον –είπε διστακτικά η γιαγιά- πολλοί βέβαια λένε ότι πατέρας του Ουρανού, των Ορών και του Πόντου ήταν ένας θείος της Γης, το Χάος» εκμυστηρεύτηκε στα παιδιά η γιαγιά για να λύσει κάπως το μυστήριο
«Θείος, σαν το θείο Χρήστο;» ρώτησε η Μαιρούλα
«Εεε, ναι βέβαια. Αλλά πολύ μακρινός» διευκρίνισε η γιαγιά
«Βρε γιαγιά!!» είπε αγανακτισμένος ο Πετράκης
«Τι είναι πάλι;» ρώτησε η γιαγιά κουρασμένη από τις διακοπές
«Μα πως παντρεύτηκε τον Ουρανό, αφού ήταν γιος της! Δεν ήταν;» επέμεινε ο Πετράκης
«Παιδάκι μου. Οι βασιλιάδες εκείνου του τόπου έλεγαν ότι το αίμα τους δεν είναι σαν των άλλων ανθρώπων και γι αυτό τον λόγο παντρεύονταν μεταξύ τους για να μην το νοθεύσουν»
«Δηλαδή γιαγιά ήταν αιμομίκτες;» ρώτησε ανήσυχα η Μαιρούλα
«Τι είναι αιμομίξες;» ρώτησε γκρινιάρικα ο Πετράκης
Η γιαγιά κοίταξε με θαυμασμό τη Μαιρούλα και μετά γύρισε προς τον Πετράκη «Όχι αιμομίξες, αιμομίκτες. Αιμομίκτες λένε αυτούς που παντρεύονται στενούς συγγενείς τους. Σε εμάς τους Χριστιανούς δεν επιτρέπεται η αιμομιξία γιατί είναι πολύ κακό. Κατάλαβες μωρό μου;»
….
Αφού λοιπόν πέρασαν τον μήνα του μέλιτος στην χώρα των Μακάρων επέστρεψαν στο παλάτι. Τους πρώτους μήνες ήταν πολύ ευτυχισμένοι αλλά έπειτα από λίγο καιρό η κοιλιά της Γης φούσκωσε και κατάλαβαν πως ήταν έγκυος. Όταν πια ήταν η εποχή της να γεννήσει μία γριά μάγισσα που πέρναγε από το παλάτι προμήνευσε στον Ουρανό ότι ένα από τα παιδιά του θα του έπαιρνε τον θρόνο.
» Έτσι, όταν γεννήθηκε το παιδί τους το ονόμασαν Ωκεανό αλλά πριν προλάβει η Γη να το χαρεί, ο Ουρανός το πήρε και το έκλεισε σε μία υπόγεια φυλακή που βρισκόταν σε μία μυστική περιοχή με το όνομα Τάρταρα. Η Γη γέννησε ακόμα έντεκα παιδιά, τον Ιαπετό, τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίωνα, την Θεία, την Ρέα, τις δίδυμες Μνημοσύνη και Θέμιδα, την Φοίβη, την Τηθύ και τελευταίο τον Κρόνο αλλά ο Ουρανός φυλάκισε όλα τα παιδιά τους στα Τάρταρα. Επειδή ήταν όλα μεγαλόσωμα και πολύ όμορφα αφού ήταν προϊόν της αγάπης τους τα αποκάλεσαν Τίτανες.
» Έπειτα η Γη γέννησε και άλλα παιδιά και μάλιστα δύο φορές τρίδυμα αλλά επειδή ήταν θυμωμένη με τον άντρα της, τον Ουρανό τα παιδιά έβγαιναν παραμορφωμένα. Τα πρώτα τρίδυμα ήταν σωματώδεις όσο οι Τιτάνες αλλά είχαν μονάχα ένα στρογγυλό μάτι στο κέντρο του μετώπου τους γι αυτό και τους αποκαλούσαν Κύκλωπες αν και τα πραγματικά τους ονόματα ήταν Στερόπης, Βρόντης και Άργης. Έπειτα γεννήθηκαν τα δεύτερα τρίδυμα που όμως ήταν πολύ παραμορφωμένα γιατί ο θυμός της Γης είχε πια θεριέψει. Τα παιδιά αυτά είχαν εκατό χέρια, πενήντα σε κάθε ώμο και πενήντα κεφάλια. Αυτά τα ονόμασαν Εκατόχειρες ενώ τα αληθινά τους ονόματα ήταν Κόττος, Γύγης και Βριάρης. Ο Ουρανός, παρά τον θυμό της Γης, φυλάκισε και τους Κύκλωπες και τους Εκατόχειρες όπως είχε κάνει και με τα πρώτα του παιδιά, τους Τιτάνες.
» Η Γη ήταν πολύ πολύ θυμωμένη με τον Ουρανό. Το έσκασε λοιπόν με έναν άλλο γιο της τον Πόντο.
«Γιαγιά» την διέκοψε ο Πετράκης
«Τι είναι πάλι»
«Αυτό βρε γιαγιά μοιάζει με τη «Λάμψη» του Φώσκολου!!»
«Χαχαχαχα, έχεις δίκιο Πετράκη μου» είπε η γιαγιά και τον αγκάλιασε. «Λοιπόν, να συνεχίσω τώρα;»
«Ναι ναι» είπαν τα δίδυμα μαζί»
«Η Γη λοιπόν, το έσκασε με τον Πόντο και μαζί του έκανε επτά παιδιά αλλά η πικρία της για τα άλλα παιδιά της που ήταν φυλακισμένα δεν την άφηνε να ησυχάσει. Έστειλε λοιπόν έμπιστους κατασκόπους και έμαθε που βρισκόταν η μυστική φυλακή που λεγόταν Τάρταρα. Πήγε λοιπόν και τα επισκέφτηκε και τους ζήτησε να εκδικηθούν τον πατέρα τους για την αδικαιολόγητη κακία του. Κανένα παιδί όμως δεν τολμούσε να τα βάλει με τον Ουρανό εκτός από τον μικρότερο, τον Κρόνο. Η Γη ελευθέρωσε τον Κρόνο και έπειτα πήγε στο παλάτι και παρακάλεσε τον Ουρανό να την λυπηθεί και να την δεχτεί πίσω.
» Ο Ουρανός την αγαπούσε πολύ παρόλο που τον είχε απατήσει και έτσι την δέχτηκε πίσω. Έτσι, η Γη κατάφερε να βάλει κρυφά τον Κρόνο στη κρεβατοκάμαρα τους. Μόλις ο Ουρανός μπήκε στο δωμάτιο και ξεντύθηκε για να κοιμηθεί, εμφανίστηκε μπροστά του ο Κρόνος και τον προκάλεσε. Ο Ουρανός κατάλαβε ότι η Γη τον είχε προδώσει αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Πάλεψε με τον γιο του αλλά έχασε δίκαια και παραδέχτηκε την ήττα του. Ο Κρόνος αποφάσισε ότι ο πατέρας του ήταν πολύ επικίνδυνος για να τον αφήσει να ζει μέσα στο παλάτι. Φοβήθηκε μήπως θελήσει να εκδικηθεί και τον σκοτώσει. Έτσι τον εξόρισε σε μία καλύβα στην άκρη του Βασιλείου. Η Γη ακολούθησε τον άντρα της στην εξορία γιατί παρά τα ελαττώματα του τον αγαπούσε πολύ όπως την αγαπούσε κι αυτός. Ο Ουρανός και η Γη προειδοποίησαν τον Κρόνο πως θα ερχόταν ο καιρός να δώσει και εκείνος με τη σειρά το βασίλειο στα παιδιά του και του ζήτησαν να μην κάμνει το ίδιο λάθος με τον πατέρα του. Επίσης τον παρακάλεσαν όταν παντρευτεί με το καλό και κάνει παιδιά, να τους φέρνει τα εγγονάκια τους να τα βλέπουν» κατέληξε η γιαγιά και χαμογέλασε στα εγγόνια της
» Όταν τακτοποίησε τους γονείς του, ο Κρόνος κατέβηκε στα Τάρταρα και ελευθέρωσε τα αδέλφια του, τους Τίτανες και τις Τιτανίδες. Δεν ελευθέρωσε όμως τους Κύκλωπες ούτε και τους Εκατόχειρες γιατί τους φοβόταν επειδή ήταν ακόμα πιστοί στον Ουρανό και δεν τους εμπιστευόταν. Οι Τίτανες ανακήρυξαν τον Κρόνο νέο Βασιλιά.
«Ο Κρόνος βασίλεψε για μερικά χρόνια και έπειτα ερωτεύτηκε την αδελφή του τη Ρέα και θέλησε να την πάρει για γυναίκα του»
«Μα τι λες βρε γιαγιά; -είπε η Πετράκης- παντρεύτηκε την αδελφή του;»
«Ναι αγόρι μου»
«Καλά βρε γιαγιά; Πως γίνεται αυτό; Παντρεύονται τα αδέλφια μεταξύ τους;» επέμεινε ο μικρός
«Αφού σας είπα αγάπες μου ότι οι βασιλιάδες εκείνης της χώρας λέγανε πως το αίμα που κυλάει στις φλέβες τους δεν είναι κόκκινο, σαν το δικό μας, αλλά γαλάζιο. Και γι αυτό τους έλεγαν και γαλαζοαίματους και παντρεύονταν αναμεταξύ τους»
«Πάντως το δικό μου αίμα είναι κόκκινο» είπε ο Πετράκης αυτάρεσκα
«Καλά βρε Χαζέ, εδώ παντρεύτηκε η γιαγιά τους που είναι και μαμά τους με τον μπαμπά τους που είναι και αδελφός τους, αυτό σε ενόχλησε εσένα;» ρώτησε εκνευρισμένη η Μαιρούλα τον αδελφό της
«Ε;!! Χαζή είσαι και φαίνεσαι» είπε πειστικά ο Πετράκης και προσπάθησε να τσιμπήσει την αδελφή του.
«Γκουχ Γκουχ» έβηξε η γιαγιά για να τους τραβήξει την προσοχή «Ε ε, σταματήστε τώρα –είπε η γιαγιά χωρίζοντας τους. Δεν θέλετε να συνεχίσω την ιστορία μου;»
«θέλουμε θέλουμε» είπα τα δίδυμα μαζί
«Όπως σας έλεγα, ο Κρόνος παντρεύτηκε την αδελφή του και βασίλευαν ευτυχισμένοι μέχρι που η Ρέα έμεινε έγκυος με τη σειρά της και γέννησε το πρώτο της παιδί. Ο Κρόνος ξέχασε την συμβουλή των γονιών του, να μην φυλακίσει και εκείνος τα παιδιά του και να τους παραδώσει το βασίλειο όταν ερχόταν η ώρα πήγε στην μάγισσα και ζήτησε την συμβουλή της. Εκείνη τον ορμήνευσε να μην τα φυλακίσει στα Τάρταρα γιατί μπορεί κάποιος να τα ελευθέρωνε. Του έδωσε ένα μαγικό φίλτρο για να ποτίζει τα μωρά κρυφά από την γυναίκα του. Το μαγικό φίλτρο αυτό του είπε πως θα τα έκανε τοσοδούληδες και μετά θα μπορούσε να τα φυλακίσει στο πιο ασφαλές μέρος του κόσμου, στην ίδια του την κοιλιά.
» Μόλις γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί ο Κρόνος του έδωσε να πιει από το μαγικό φίλτρο και μετά χααααπππ, το έκανε μια χαψιά. Το ίδιο έκανε με κάθε παιδί που γεννιόταν από την Ρέα. Η Ρέα ήταν ήδη έγκυος στο έκτο τους παιδί αλλά ένιωθε πολύ δυστυχισμένη. Και τα πέντε παιδιά της ήταν φυλακισμένα στην κοιλιά του άντρα της. Αποφάσισε να ζητήσει την βοήθεια των γονιών τους, του Ουρανού και της Γης. Κίνησε λοιπόν να πάει στο καλύβι τους, που βρισκόταν στην άκρη του Βασιλείου. Μόλις τους είδε να περιμένουν τα εγγόνια τους με ανοικτές τις αγκάλες τους τα είπε όλα. Οι γέροι θύμωσαν πολύ και την συμβούλεψαν να κρύψει το παιδί που είχε στην κοιλιά της μόλις γεννηθεί.
» Η Ρέα γύρισε στο παλάτι αργά το απόγευμα. Όταν ο Κρόνος την ρώτησε του είπε ψέματα ότι είχε πάει για ψώνια. Μόλις όμως γεννήθηκε το παιδί το έδωσε κρυφά σε ένα πιστό σε εκείνη βοσκό που ανέλαβε να το κρύψει σε μία σπηλιά, ψηλά σε ένα βουνό που το έλεγαν Αιγαίο στο νοτιότερο άκρο του Βασιλείου»
«Τι λες βρε γιαγιά; Αιγαίο λένε τη θάλασσα»
«Και εκείνο το βουνό είχε το ίδιο όνομα»
«καλά βρε γιαγιά, και ο Κρόνος δεν κατάλαβε ότι έλειπε το μωρό;»
«Α, βέβαια. Όταν γύρισε το βράδυ ο Κρόνος, ζήτησε να δει το παιδί αλλά η Ρέα του ζήτησε να φάει να πιει και να ξεκουραστεί πρώτα γιατί ήταν πολύ κουρασμένος. Του είχε μάλιστα μαγειρέψει και το αγαπημένο του φαγητό, σουτζουκάκια με πιλάφι. «Καλά, δεν πειράζει –είπε με χοντρή φωνή ο Κρόνος- θα περιποιηθώ τον μικρό αργότερα». Τότε η Ρέα του έβαλε να φάει και να πιει ώσπου μέθυσε πολύ και τότε ζήτησε να του φέρει το μωρό. Τότε η Ρέα πήγε και του έφερε ένα μικρό γουρουνάκι. Τόσο μεθυσμένος ήταν που δεν κατάλαβε ότι αυτό που κρατούσε δεν ήταν μωρό αλλά γουρουνάκι και του έδωσε το φίλτρο. Το γουρουνάκι έγινε τόσο δα μικρούλι και ο Κρόνος το έκανε μια χαψιά»
«Γιαγιά» είπε ο Πετράκης «Άμα δεν σταματήσεις να μου λες ψέματα θα πάω να παίξω play station»
«Γιατί αγόρι μου;»
«Γιατί βρε γιαγιά πως είναι δυνατόν να περάσει το γουρουνάκι για μωράκι;»
«Αφού σου είπα αγόρι μου πως ήταν πολύ πολύ μεθυσμένος. Θες να σταματήσω; Αν δεν με πιστεύεις να σταματήσω»
«Άσε τη γιαγιά να συνεχίσει κακέ. Άμα θες πήγαινε εσύ να παίξεις play station και εγώ θα μείνω να ακούσω το παραμύθι» είπε η Μαιρούλα
«Όχι θα μείνω»
«Μακριά από τον πατέρα του, ο γιος του Κρόνου και της Ρέας μεγάλωσε με τις φροντίδες του βοσκού που το τάιζε με το γάλα μίας κατσίκας που την έλεγαν Αμάλθεια»
«Γιαγιά» είπε η Μαιρούλα
«Τι είναι πάλι;»
«Είχε όνομα η κατσίκα;»
«Α! Βέβαια. Η συγκεκριμένη κατσίκα δεν ήταν οποιαδήποτε κατσίκα αλλά η κατσίκα που έβγαζε το καλύτερο γάλα από όοολλεεεςς τις κατσίκες του βοσκού»
«Καλά» συμφώνησε απρόθυμα η Μαιρούλα
«Όταν μεγάλωσε ο μικρός τον είπανε Δία, γιατί στην γλώσσα του βασιλείου αυτού Δίας σήμαινε ήλιος και ο μικρός ήταν τόσο όμορφος που αν τον κοιτούσε κανείς καταπρόσωπο θαμπωνόταν από την ομορφιά του. Μόλις ο Δίας έγινε έφηβος και ένιωσε αρκετά δυνατός πια, η μητέρα του επισκέφτηκε το βουνό και του λέει το και το. Του μαρτύρησε δηλαδή όσα ήταν συμβεί. Τότε ο Δίας κατέβηκε από το βουνό και πήγε στον πατέρα του ζητώντας του να του αφήσει το βασίλειο του να το κυβερνήσει γιατί είχε έρθει η δική του σειρά. Τότε ο Κρόνος δεν το πίστεψε. Επειδή ο Κρόνος ήταν ο πιο δυνατός άντρας στο βασίλειο του είπε στον Δία ότι κανένας άλλος δεν μπορούσε να του παραβγεί στην πάλη εκτός από τον γιο του κι αυτό γιατί είχε πια γεράσει λιγάκι αλλά επειδή αυτός δεν ήταν ο γιος του θα τον νικούσε. Τον προκάλεσε δηλαδή να παλέψουνε. Τότε γυμνώθηκαν και οι δύο τους και άρχισαν να παλεύουν ώσπου στο τέλος κέρδισε δίκαια ο Δίας τον πατέρα του. Τότε ο Κρόνος κατάλαβε ότι η Ρέα τον είχε ξεγελάσει και ότι ο Δίας ήταν γιος του. Ο Δίας τον ανάγκασε να πιει το αντίδοτο που του έδωσε η μάγισσα Μήτιδα και έκανε εμετό βγάζοντας όλα όσα βρίσκονταν στο στομάχι του. Πρώτα βγήκε το γουρουνάκι που είχε καταπιεί και έπειτα οι τρεις αδελφές και οι δύο αδελφοί του Δία. Μετά από λίγο τα μικροσκοπικά παιδιά και το γουρουνάκι άρχισαν να μεγαλώνουν και να μεγαλώνουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Δία. Ο Δίας απορροφημένος από το περίεργο θέαμα δεν πρόσεξε τον πατέρα του που το έσκασε. Τα αδέλφια του μόλις πήραν το κανονικό τους μέγεθος θαύμασαν τον Δία και τον ψήφισαν για Βασιλιά τους.
«Δηλαδή γιαγιά έκαναν εκλογές;» ρώτησε ο Πετράκης
«Ναι αγόρι μου, έκαναν εκλογές. Όμως ο πατέρας τους ο Κρόνος δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Μόλις το έσκασε από το παλάτι κατευθύνθηκε προς τον πύργο στον οποίο έμεναν τα δικά του αδέλφια που του χρωστούσαν ευγνωμοσύνη γιατί τα είχε σώσει από τον πατέρα τους Ουρανό. Τους είπε λοιπόν ψέματα ότι ενώ εκείνος ήταν καλός και ευγενικός με τα παιδιά του, εκείνα έδειξαν αγνωμοσύνη, δηλαδή δεν εκτίμησαν την καλοσύνη του, και τον έδιωξαν, κακήν κακώς από το παλάτι. Τότε τα αδέλφια του Κρόνου που όπως σας είπα τους αποκαλούσαν Τιτάνες γιατί ήταν τεράστιοι, θύμωσαν πολύ γιατί αγαπούσαν ιδιαίτερα τον μικρό τους αδελφό. Αποφάσισαν να κάνουν πόλεμο με τα παιδιά του Κρόνου και να επιστρέψουν το Βασίλειο στον αγαπημένο τους αδελφό. Κάποιοι Τιτάνες όπως η Ωκεανίδα και η Στύγα δεν πίστεψαν τον αδελφό τους και πολέμησαν στο πλευρό του Δία ενώ ο πρωτότοκος Ωκεανός παρέμεινε ουδέτερος γιατί ναι μεν δεν τον πίστευε αλλά δεν ήθελε κιόλας να του εναντιωθεί.
Μόλις ο Δίας έμαθε ότι οι Τιτάνες υπό την αρχηγεία του Κρόνου ετοίμαζαν στρατό για να επιτεθούν στο παλάτι ετοίμασε και αυτό τον στρατό του και κίνησε να τους συναντήσει. Η μάχες ανάμεσα στους δύο στρατούς ήταν τόσο τρομερές που ακόμα και η γη σείονταν. Κράτησαν όμως χρόνια και κανείς στρατός δεν φαινόταν να νικά. Έτσι ο Δίας πήγε στην Γιαγιά του την Γη και την υποσχέθηκε ότι αν τον βοηθήσει να νικήσει τότε δεν θα τιμωρήσει αυστηρά τον πατέρα και τους θείους του. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Δίας ήταν εγγονός της Γης και φυσικά όλοι οι Τιτάνες ήταν θείοι του με εξαίρεση τον Κρόνο που ήταν ο ίδιος του ο πατέρας. Η Γη αφού πήρε την υπόσχεση του Δία ότι δεν θα τιμωρήσει αυστηρά τους Τιτάνες αν νικήσει του είπε ότι Ουρανός και εκείνη είχαν κάνει και άλλα παιδιά μετά τον Κρόνο αλλά εκείνος τα κρατούσε φυλακισμένα σε μία μυστική φυλακή γιατί τα φοβόταν μήπως στραφούν εναντίον του. Του μαρτύρησε μάλιστα και την τοποθεσία που μπορούσε να βρει αυτή τη φυλακή.
ο Δίας έστειλε απεσταλμένους του να ανακαλύψουν που βρίσκονται φυλακισμένοι οι μικρότεροι γιοι του Ουρανού και της Γης και να τους ελευθερώσουν.
Μόλις ο Δίας είδε από ψηλά στο παλάτι να καταφθάνουν οι γιοι του Κρόνου κατατρόμαξε γιατί, όπως σας είπα, αυτοί οι άνθρωποι ήταν παραμορφωμένοι. Κάποιοι από αυτούς είχαν πενήντα χέρια στην κάθε μεριά, ενώ άλλοι ήταν τεράστιοι και είχαν μόνο ένα μεγάλο στρογγυλό, τρομακτικό μάτι στο κέντρο του μετώπου τους. Τους πρώτους, αυτούς που είχαν εκατό χέρια του έλεγαν Εκατόχειρες ενώ τους άλλους με το ένα μάτι τους αποκαλούσαν Κύκλωπες. Ο Δίας σκέφτηκε να τους ξαναφυλακίσει αλλά δεν το έκανε και όπως φάνηκε αργότερα έπραξε πολύ σωστά γιατί οι Κύκλωπες κατασκεύασαν φοβερά όπλα για τον στρατό του Δία.
«Γιαγιά γιαγιά; Είχανε και Tommy gun; Ρατατατατατατ ρατατατατατα ρατατατατατα» έκανε ο Πετράκης
«Όχι Πετράκη. Είχανε πιο σπουδαία όπλα»
«Πιο σπουδαία; Από το Tommy gun; Αποκλείεται γιαγιά. Το Tommy gun είναι το πιο τρομερό όπλο»
«Εκείνοι είχαν άλλα όπλα, πιο παλιά αλλά πολύ πιο τρομερά. Την αστραπή, τον κεραυνό και την βροντή»
«Μα τι λες βρε γιαγιά; Αυτά είναι φυσικά φαινόμενα» είπε η Μαιρούλα
«Μπράβο Μαιρούλα. Όταν πέφτει ένας κεραυνός, τότε πρώτα βλέπουμε την λάμψη που το λέμε αστραπή. Έπειτα ακούμε τον θόρυβο που αποκαλούμε βροντή. Τέλος πέφτει ο κεραυνός που είναι μία πολύ δυνατή ηλεκτρική εκκένωση, δηλαδή μια τεράστια σπίθα. Ξέρετε γιατί βλέπουμε πρώτα την λάμψη και έπειτα ακούμε τον ήχο του κεραυνού; Μαιρούλα;»
«Όχι γιαγιά» είπε απογοητευμένη η Μαιρούλα
«Εγώ ξέρω, εγώ ξέρω» ξεφώνισε ο Πετράκης
«Πες μας λοιπόν και εμάς» τον παρότρυνε η γιαγιά
«Βλέπουμε πρώτα την λάμψη γιατί πάντα η αστραπή προηγείται της Βροντής»
«Χμ, δεν είναι ακριβώς έτσι. Κάτσε να σας το ξαναεξηγήσω για να το καταλάβετε καλά. Έχετε δει τον σπινθήρα που δημιουργούν οι πόλοι της μπαταρίας όταν έρχονται σε επαφή;»
«Εγώ έχω δει» βιάστηκε να πει ο Πετράκης «έχω δει που φορτίζει ο μπαμπάς την μπαταρία του αυτοκινήτου και βγάζει σπινθήρες
«Αυτό το έχω δει και εγώ» είπε με ανώτερο ύφος η Μαιρούλα
«Ωραία –είπε η γιαγιά- το ίδιο συμβαίνει και στον ουρανό όταν υπάρχουν σύννεφα. Τα σύννεφα είναι σαν τους πόλους της μπαταρίας και όταν έρχονται σε επαφή τότε δημιουργούν σπινθήρα αλλά βέβαια πολύ πολύ μεγάλο και δυνατό. Τέτοιος σπινθήρας είναι και ο κεραυνός. Την ώρα λοιπόν που πέφτει ο Κεραυνός ξεκινάνε τρεις δρομείς από πολύ μακριά στον ουρανό για να καταλήξουν στο σημείο που πέφτει ο κεραυνός.
«Τρεις δρομείς; Τι λες βρε γιαγιά;» αγανάκτησε ο Πετράκης
«Τρεις δρομείς βέβαια –είπε η γιαγιά χαμογελώντας- ας πούμε ο Χοντρούλης φίλος σας ο Γιωργάκης, η Κατερίνα Θάνου και ο Κώστας Κεντέρης»
«Ο Κεντέρης είναι ο πιο γρήγορος από όλους βζζζζζζνννν» παρατήρησε ο Πετράκης.
«Έτσι είναι, ο Κεντέρης λοιπόν είναι το φως. Αν τρέξουν αυτοί οι τρεις θα τερματίσει πρώτος. Με ελάχιστη διαφορά θα τερματίσει η Θάνου»
«Έ όχι και ελάχιστη γιαγιά. Θα της ρίξει τουλάχιστον πέντε μέτρα» παρατήρησε ο Πετράκης
«Έστω αγόρι μου, αλλά φαντάσου πόση διαφορά θα έχουν αυτοί από τον Γιωργάκη»
«Ουουοουουου, αυτός γιαγιά δεν θα έχει ξεκινήσει ακόμα»
«Ωραία, φαντάσου τώρα ότι ο Κεντέρης είναι το φως, το βλέπουμε πρώτα, μετά από ελάχιστο πέφτει ο κεραυνός που είναι η Θάνου γιατί ο ηλεκτρισμός τρέχει με λίγο μικρότερη ταχύτητα από το φως και τελευταίος και καταϊδρωμένος θα τερματίσει ο Γιωργάκης, γιατί ο ήχος που εκπροσωπεί τρέχει πολύ πιο αργά από τους άλλους δύο. Αυτό που κάνουν οι τρεις τους λέγεται μία κούρσα εκατό μέτρων και την κάνουν μαζί. Γι αυτό και ο κεραυνός είναι ένα φαινόμενο παρόλο που το βλέπουμε και το ακούμε με δόσεις. Καταλάβατε;» ρώτησε η γιαγιά και τους κοίταξε
«Ε, χμ»
«Περίπου –είπε η Μαιρούλα βγάζοντας τον Πετράκη από το αδιέξοδο- δεν συνεχίζεις όμως με την ιστορία σου» την παρακίνησε
«Βέβαια. Αυτοί λοιπόν, οι Κύκλωπες που λέγαμε, κατασκεύασαν ένα όπλο που πετούσε κεραυνούς και αυτό το όπλο το έδωσαν στον Δία. Με τη βοήθεια τους και την βοήθεια των Eκατόχειρων που ήταν τρομεροί στην μάχη σώμα με σώμα, ο Δίας και τα αδέλφια του κατατρόπωσαν τους Τιτάνες και τους φυλάκισαν στην φυλακή που παλιά ο Κρόνος είχε φυλακίσει τους Κύκλωπες και τους Εκατόχειρες. Η φρούρηση ανατέθηκε στους Εκατόχειρες.
«Ο Δίας χρίστηκε Βασιλιάς και καθώς ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος χώρισε το βασίλειο του σε τρία κομμάτια και έδωσε το υπόγειο Βασίλειο στον αδελφό του Πλούτωνα, το Βασίλειο της θάλασσας στον αδελφό του τον Ποσειδώνα και κράτησε για τον εαυτό του το Επίγειο Βασίλειο. Έπειτα επειδή είχε τρεις αδελφές δεν μπορούσε να τις παντρευτεί και τις τρεις και να τις κάνει βασίλισσες αποφάσισε να παντρευτεί την Ήρα, όχι τόσο γιατί την αγαπούσε αλλά γιατί την φοβόταν περισσότερο από τις άλλες. Βλέπετε ο Δίας ήταν έξυπνος άνθρωπος και δεν ήθελε να την πάθει όπως ο παππούς και ο πατέρας του. Από την Ήρα απέκτησε δύο παιδιά, τον κουτσό Ήφαιστο και τον Άρη. Με τη δεύτερη αδελφή του έκανε ένα παιδί λίγο πριν αυτή το σκάσει από το παλάτι με έναν μορφονιό που τον έλεγαν Ιασίων, ενώ η τρίτη του αδελφή η Εστία, έμεινε η κακομοίρα γεροντοκόρη. Ο Δίας βέβαια δεν αρκέστηκε μόνο στις αδελφές τους. Όχι έκανε πολλά παιδιά με διάφορες γυναίκες μεταξύ των οποίων τα πιο αγαπημένα του ήταν, ο Ερμής, ο Διόνυσος, ο Ηρακλής….
«Βρε γιαγιά» παρενέβη ο Πετράκης
«Τι είναι αγόρι μου;»
«Πολύ μουρντάρης ήταν αυτός ο Δίας!»
«Έχεις απόλυτο δίκιο. Μάλιστα έκανε και δύο παιδιά τον Απόλλωνα και την Άρτεμις που ήταν δίδυμα όπως ακριβώς κι εσείς»
«Σοβαρά γιαγιά, ήταν δίδυμα;»
«Ναι Πετράκη μου»
«Σαν εμάς;»
«Σαν εσάς» επιβεβαίωσε η γιαγιά
«Γιαγιά!»
«Τι είναι Μαιρούλα μου;»
«Γιαγιά, δεν πιστεύω να παντρεύτηκαν μεταξύ τους;»
«Χαχαχαχαχα όχι κοριτσάκι μου, δεν παντρεύτηκαν μεταξύ τους. Μάλιστα η Άρτεμις δεν παντρεύτηκε ποτέ κανέναν, αν και πολλοί την ζήτησαν σε γάμο από τους γονείς της»
«Είδες –βιάστηκε να παρέμβει ο Πετράκης- στο έλεγα εγώ. Γεροντοκόρη θα μείνεις»
«Λες Βλακείες! Εγώ θα παντρευτώ τον Σάκη Ρουβά ή καλύτερα αυτό που παίζει τον Τζέημς Μποντ» απάντησε η Μαιρούλα
«Ναι καλά, εγώ θα παντρευτώ τότε την Ναόμι Κάμπελ, ή την Σάρον Στόουν»
«Χαχαχαχα γέλασε η γιαγιά «Βρε, θα ησυχάσετε τώρα;»
«Συγνώμη γιαγιά» είπαν τα δίδυμα
«Ο Δίας όπως σας είπα ήταν έξυπνος άνθρωπος. Σου λέει, εντάξει, βόλεψα τα αδελφάκια μου, τα έκανα κυβερνήτες. Τι θα γίνει όμως αν έρθουν αργότερα τα παιδιά μου ή τα ανίψια μου και απαιτήσουν να με εκθρονίσουν και να γίνουν αυτοί Βασιλιάδες; Έτσι, άρχισε να μοιράζει Υπουργεία για να σχηματίσει κυβέρνηση της οποίας βέβαια θα ήταν ο Πρόεδρος. Το Υπουργείο Άμυνας το έδωσε στον Άρη και για να κρατήσει τις ισορροπίες έδωσε το Υπουργείο Πολιτισμού στον Απόλλωνα. Το Υπουργείο Διασκέδασης το έδωσε στον Διόνυσο ενώ το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας στην Αθηνά. Το Υπουργείο Εμπορίου το έδωσε στον Ερμή ενώ το Υπουργείο Οικογένειας στην Ήρα -που ήταν η πιο κατάλληλη- και υφυπουργό της την Εστία. Αφού λοιπόν ο Δίας κάθισε και σκέφτηκε πολύ και κατάφερε να δώσει από ένα Υπουργείο ή έστω Υφυπουργείο σε κάθε συγγενή της Βασιλικής οικογένειας σκέφτηκε ότι δεν κινδυνεύει πια από πραξικόπημα και ησύχασε. Τότε άρχισε πάλι να εξασκεί το αγαπημένο του σπορ, το τσιλιμπούρδισμα. Βασίλεψαν λοιπόν όλοι μαζί σε εκείνη την χώρα και ζούσαν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια αλλά δεν είχαν προβλέψει την εκδίκηση της Γης»
«Ωχ! Ποια είναι πάλι αυτή βρε γιαγιά;» ρώτησε ο Πετράκης
«Βρε! Ξέχασες ότι η Γη ήταν η γιαγιά του Δία, η μητέρα του Κρόνου και της Ρέας; Ξέχασες ότι βοήθησε τον Δία λέγοντας του που βρίσκονται φυλακισμένοι οι Κύκλωπες και οι Εκατόχειρες; Θυμάσαι μήπως τι υποσχέθηκε ο Δίας στη Γη, τη γιαγιά του, για να τον βοηθήσει να νικήσει τους Τιτάνες;» ρώτησε η γιαγιά τον Πετράκη που όμως έμεινε σιωπηλός
«Θυμάμαι εγώ γιαγιά» είπε η Μαιρούλα
«Μπράβο μωρό μου. Πες μας λοιπόν» την παρακίνησε η γιαγιά
«Γιαγιά!» έκανε επιτιμητικά η Μαιρούλα «Δεν είμαι μωρό πια»
«Καλά καλά, με συγχωρείς. Ξέχασα ότι είσαι μεγάλη κοπέλα πια» είπε η γιαγιά και κοίταξε τον Πετράκη που έκανε κοροϊδευτικές γκριμάτσες στην αδελφή του
«Νιάνιαρο» είπε η Μαιρούλα απευθυνόμενη στον Πετράκη. Αγνοώντας τις γκριμάτσες του συνέχισε «ο Δίας υποσχέθηκε στην Γη να μην τιμωρήσει αυστηρά τους γιους της τους Τιτάνες. Και βέβαια τώρα είναι θυμωμένη γιατί ο Δίας τους έβαλε στην πιο απαίσια φυλακή του βασιλείου»
«Μπράβο! Έτσι ακριβώς συμβαίνει. Η Γη θύμωσε πάρα πάρα πολύ και γέννησε κάτι πλάσματα που ήταν σαν άνθρωποι αλλά είχαν φοβερή όψη και πελώρια κορμιά»
«Γιαγιά, εγώ σου είπα. Άμα λες ψέματα θα πάω να παίξω play station» απείλησε ο Πετράκης
«Γιατί το λες αυτό αγόρι μου;» ρώτησε η γιαγιά
«Αφού βρε γιαγιά, η Γη ήταν κι αυτή γιαγιά σαν κι εσένα. Πως έκανε παιδιά; Εσύ μπορεί να κάνεις;» ρώτησε ο Πετράκης
«έχεις δίκιο Πετράκη. Εγώ δεν μπορώ να κάνω. Αλλά η Γη ήταν μία ειδική περίπτωση, ήταν πολύ καρπερή γυναίκα και μέχρι τα βαθιά της γεράματα έκανε παιδιά. Σημασία έχει ότι αυτοί οι γίγαντες παρακινημένοι από την μητέρα τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά …»
«Γιαγιά γιαγιά» την έκοψε η Μαιρούλα «Τι σημαίνει αιφνιδιαστικά;»
Αιφνιδιαστικά σημαίνει ξαφνικά. Χωρίς να προειδοποιήσουν κανέναν οι γίγαντες επιτέθηκαν στο Βασίλειο του Δία. Η μάχη ήταν σκληρή όπως και στην προηγούμενη περίπτωση. Μεγαλύτερη πολεμίστρια του στρατού του Δία αναδείχτηκε ένα ακόμα παιδί του, η Αθηνά, της οποίας τη μητέρα δεν γνώριζε ο Βασιλιάς. Την είχαν εγκαταλείψει στις σκάλες του παλατιού και ο Δίας την είχε αναγνωρίσει σαν παιδί του. Παρά όμως την μεγάλη γενναιότητα της Αθηνάς η νίκη δεν έγερνε από την μία ή την άλλη πλευρά. Οι γίγαντες πολεμούσαν σκληρά. Ο Δίας κατάλαβε ότι χρειαζόταν όλη τη βοήθεια που μπορούσε να βρει και έτσι πήγε και ζήτησε την συνδρομή του γιου του, του Ηρακλή που ήταν πολύ δυνατός παρόλο που η μητέρα του δεν καταγόταν από Βασιλική γενιά, δεν ήταν δηλαδή γαλαζοαίματη και άρα τον Ηρακλή δεν τον αποδέχονταν τα άλλα παιδιά σαν πραγματικό αδελφό τους. Ο Δίας αγαπούσε πολύ τον Ηρακλή και μάλιστα ήταν ο μοναδικός που άφηνε να πολεμάει από το άρμα του. Τελικά ο πόλεμος τελείωσε με νικητές τον Δία και τον στρατό του. Έπειτα επικράτησε Ειρήνη στο βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια.
» Πολύ αργότερα όταν ο Δίας ήταν πια γέρος ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος έπρεπε να τον διαδεχτεί. Και άλλοι υποστήριζαν τον Απόλλωνα γιατί ήταν σοφός και σοβαρός ενώ άλλοι τον Διόνυσο γιατί ήταν πάντα κεφάτος και τους διασκέδαζε. Όμως πριν καταφέρουν να αποφασίσουν ποιος θα διαδεχτεί τον Δία κάτι τραγικό συνέβη στο Βασίλειο»
«Τι συνέβη γιαγιά;» ρώτησαν τα δίδυμα με μία φωνή
«Ήρθε στο βασίλειο ένας Ξένος Βασιλιάς που άρχισε να κηρύττει ενάντια στους Βασιλείς. Ο Δίας βέβαια ήταν έξω φρενών αλλά γέρος πια δεν μπορούσε να κάνει πολλά. Έτσι τα παιδιά του ανέλαβαν να νικήσουν αυτόν το παράξενο άνθρωπο. Όλος ο στρατός του Βασιλείου και το σύνολο της Βασιλικής οικογένειας μαζεύτηκε σε μία πεδιάδα στη μέση της οποία στεκόταν αυτός ο άνθρωπος μόνος του»
«Και τι έγινε γιαγιά;» ρώτησε ο Πετράκης
«Τον περικύκλωσαν και άρχισαν να του ρίχνουν με ότι όπλα είχαν στην διάθεση τους. Τα ακόντια όμως, τα βέλη ακόμα και οι κεραυνοί του Δία δεν φαινόταν να του κάνουν κανένα κακό. Περνούσαν από μέσα του σα να ήταν αιθέρας, σα να μην είχε σώμα. Όταν πια εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά και οι πολεμιστές κουράστηκαν να προσπαθούν να παλέψουν με κάποιον που δεν είχε σώμα, τότε πήγαν στην μεγάλη πολεμική αίθουσα και συνεδρίασαν επί ώρες πολλές. Στο τέλος αποφάσισαν να κάνουν μία τελευταία επίθεση για να καταστρέψουν τον ξένο Βασιλιά. Ελευθέρωσαν όλα τα μέλη της οικογενείας που είχαν κάποτε πολεμήσει μεταξύ τους και πολύ σύντομα το σύνολο του στρατού των Βασιλέων της Χώρας περικύκλωσε τον Ξένο Βασιλιά και άρχισε η μεγάλη επίθεση.
«Πω πω!» έκανε ο Πετράκης «και τι έγινε γιαγιά;»
«Ούτε όλοι μαζί δεν κατάφεραν να τον βλάψουν. Αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Ο Ξένος Βασιλιάς άφησε ελεύθερους όλους τους άρχοντες που βάσταγαν από το σόι της Γης, με εξαίρεση τους δύο που διεκδικούσαν τον θρόνο του Δία και τους οποίους φοβόταν περισσότερο από τους άλλους, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο. Αυτούς τους δύο τους πήρε για δούλους. Τον Απόλλωνα τον κράτησε στο παλάτι ενώ τον Διόνυσο τον έριξε στα Τάρταρα. Επειδή οι κάτοικοι της χώρας δεν τον παραδέχονταν για βασιλιά τους, έλεγε ψέματα ότι βασιλιάς δεν ήταν εκείνος αλλά ο Απόλλωνας και εκείνος απλώς προστάτευε τον Βασιλιά από τον εχθρό του, τον Διόνυσο που όπως έλεγε στον κόσμο, ήταν πολύ κακός και ήθελε να σκοτώσει τον Απόλλωνα και να του πάρει την εξουσία. Έτσι, ακόμα και αν κάποιος ανακάλυπτε τον Διόνυσο στην σκοτεινή φυλακή του, θα φοβόταν να τον ελευθερώσει γιατί όλοι πίστευαν ότι ο Διόνυσος είναι κακός και θέλει να σκοτώσει τον Απόλλωνα.
» Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια από τότε και ο κάτοικοι της χώρας ξέχασαν πως ο βασιλιάς τους είναι ξένος, συνήθισαν να βλέπουν τον Απόλλωνα να τον υπηρετεί και ξέχασαν πως κάποτε τον ήθελαν για βασιλιά τους
«Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;» βιάστηκε να συμπληρώσει ο Πετράκης
«Ίσως» είπε διφορούμενα η γιαγιά
«Τι συνέβη στους άλλους γιαγιά, την οικογένεια του Απόλλωνα και του Διονύσου;» ρώτησε η Μαιρούλα
» Ο Δίας έκανε οικογενειακό συμβούλιο και αποφάσισαν να κατασκευάσουν ένα μεγάλο διαστημόπλοιο στο οποίο ανέβηκαν όλα τα μέλη της οικογένειας. Ανέβηκαν ακόμα και εκείνοι που είχαν παλαιότερα φυλακιστεί και όταν είχαν μπει όλοι μέσα, αποχαιρέτισαν για πάντα το παλιό βασίλειο και κατευθύνθηκαν στα αστέρια. Εκεί, βασίλεψαν και βασιλεύουν οι απόγονοι τους εδώ και πολλά πολλά χρόνια» κατέληξε η γιαγιά
«Γιαγιά γιαγιά» είπε ο Πετράκης τραβώντας της ταυτόχρονα την φούστα για να της αποσπάσει την προσοχή
«Τι είναι αγόρι μου;»
«Πως τον έλεγαν αυτό τον άνθρωπο;»
«Ποιον εννοείς αγόρι μου»
«Τον αόρατο ντε»
«Α! Σωστά. Τον έλεγαν Γιάχβε»
«Γιάχβε;!! Τι είναι πάλι αυτό βρε γιαγιά; Ααααα, πάω να παίξω play station» είπε αγανακτισμένος ο Πετράκης και σηκώθηκε από την καρέκλα ενώ η γιαγιά τον ακολούθησε με το βλέμμα της.
«Γιαγιά;» την σκούντηξε και η Μαιρούλα
«θες να παίξεις και εσύ play station;» ρώτησε απογοητευμένη η γιαγιά
«Όχι γιαγιά. Θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι όμως»
«Ότι θες καλή μου» είπε η γιαγιά και της χάιδεψε τα μεταξένια μαλλιά
«Τι συνέβη ύστερα; Τι έκανε αυτός ο Γιάχβε; Δεν κατάλαβαν αυτοί οι άνθρωποι ότι τους κορόιδευε ο ξένος βασιλιάς;»
«Αχ, κοριτσάκι μου. Αυτές τις ερωτήσεις δεν πρέπει να τις κάνεις. Άσε, καλύτερα να πάω εγώ να παίξω play station!!
Ετικέτες: Διηγήματα
- «Κάποτε συνέθεταν με το χέρι! Δεν είναι γελοίο;» μεταβίβασε άξαφνα ο Χανς Μπλιξ στον μοναδικό του φίλο που βρισκότανε στην μεγάλη αίθουσα.
- «Τι είναι το χέρι;» μετέφερε την απορία του ο Νέλσον Μαντέλα
- «Ωχ ναι, ξέχασα. Δεν έχεις αντιγράψει αρχαία ιστορία έτσι; -ρώτησε ρητορικά και μην περιμένοντας απάντηση συνέχισε να μεταβιβάζει- Το χέρι ήταν… πώς να στο εξηγήσω τώρα;…. Ήταν ένα μακρόστενο πράγμα που ήταν ενωμένο με τον άνθρωπο και στις άκρες του είχε πέντε μικρές προεξοχές με τις οποίες ο άνθρωπος χειριζόταν διάφορα εργαλεία…Χουχ… κατάλαβες» μεταβίβασε χωρίς να τρέφει ιδιαίτερες ελπίδες.
- «Χμ… το ξέρω ότι μελετάς αρχαία ιστορία αλλά δεν χρειάζεται να κοροϊδεύεις την άγνοια μου. Ακόμα και εγώ μπορώ να καταλάβω ότι μεταφέρεις εσφαλμένα δεδομένα»
- «Δεν με πιστεύεις Νέλσον;» μετέδωσε δυνατά ο Χανς
- «Όχι βέβαια»
- «Καλά, μόνο και μόνο επειδή νιώθω να υπερθερμαίνεται η μητρική μου θα αφαιρέσω το φάιαργουολ για λίγο….. Ορίστε, σάρωσε άπιστε»
- «Ωχ, έχεις δίκιο! Αυτό ήμασταν εμείς; !!! Πως είναι δυνατόν;»
- «Εκπληκτικό έτσι;!» μεταβίβασε ο Χανς
- Ο Νέλσον δίστασε για μια στιγμή και επιχείρησε να ρίξει μια διφορούμενη ματιά στον φίλο του. Δεν τα κατάφερε. «Τώρα μεταφέρεις ερώτηση ή συμπέρασμα; Γιατί το κάνεις αυτό συνέχεια; Με μπερδεύεις!» παραπονέθηκε
- «Ω! Συγνώμη. Δεν το είχα καταλάβει. Φαίνεται ότι από τη πολύ μελέτη αρχίζω να υιοθετώ και τα γλωσσικά ιδιώματα των πρωτόγονων» μεταβίβασε μάλλον εύθυμα ο Χανς. «Θες να αντιγράψεις τη συνέχεια;»
- «Φυσικά, γιατί όχι;» τόλμησε να αστειευτεί ο Νέλσον
- «Ε;…. Ωπ!! Που το έμαθες αυτό;» μετέφερε την δικαιολογημένη απορία του ο Χανς από την σωστή απόδοση του πρωτόγονου ιδιώματος
- «Μου φαίνεται ότι η πρώτη μαθησιακή ενότητα σου έχει παραπέσει σε τίποτα υποφάκελους με διαγραμμένα. Μάθημα πρωτόγονου γλωσσικού παραλογισμού. Ενότητα έβδομη ΜΟΠ (Μη Ορθολογικές Προτάσεις)
- «Μη μεταδίδεις παραποιημένα στοιχεία, το ξέρω πολύ καλά. Απλώς έχω ενσωματώσει όλα τα δεδομένα για τους πρωτόγονους στην ίδια περιοχή»
- «Καλά –συμφώνησε ο Νέλσον- θα συνεχίσεις τώρα;» ρώτησε ανυπόμονα
- «Χαχαχαχα –μετέφερε ευθυμία ο Χανς- βλέπω σε ενδιαφέρει! Εντάξει λοιπόν, θα σου πω. Πολλά χρόνια αργότερα οι πρόγονοι μας ανακάλυψαν την τυπογραφία αλλά αυτό δεν τους βοήθησε ιδιαίτερα γιατί συνέχιζαν να συνθέτουν με το χέρι. Η τυπογραφία πάντως βοήθησε πολύ το πολιτισμό να εξελιχθεί γιατί επέτρεψε να γίνουν πολλά αντίτυπα από τις σκέψεις των Συνθετών δημιουργώντας σταδιακά επισυσσώρευση γνώσεων. Έπειτ…»
- «Εεεεε, περίμενε» τον έκοψε ο Νέλσον «Έχω 22 ερωτήσεις μόνο γι αυτή τη σειρά δεδομένων»
- «22! Ξέχασε το» τον έκοψε ο Χανς
- «Να τις διαγράψω; Γιατί;» απόρησε ο Νέλσον
- «Ουφ, όχι, άστο, δεν εννοούσα αυτό» μπερδεύτηκε ο Χανς
- «Ε τι εννοούσες. Με υπερθέρμανες πια!» εξανέστη δικαιολογημένα ο Νέλσον
- «Δεν έχουμε χρόνο να σου απαντήσω τόσες ερωτήσεις. Θα απαντήσω μόνο τρεις» μεταβίβασε ο Χανς
- «Καλά –επεξεργάστηκε τα νέα δεδομένα ο Νέλσον- Πες μου τότε τι είναι Τυπογραφία;»
- «Σωστή ερώτηση Νέλσον –τον επαίνεσε ο Χανς-. Τυπογραφία ήταν η ανακάλυψη μίας μηχανής που μπορούσε να τυπώνει σε πολλά αντίτυπα φτιαγμένα από επεξεργασμένο χαρτί την πρωτότυπη σύνθεση»
- «Μα θα χρειάζονταν τόνους χαρτί για να αναπαρασταθεί και μόνη σύνθεση!» παρατήρησε ο Νέλσον
- «Σωστά. Αλλά δεν χρησιμοποιούσαν δυαδικό. Χρησιμοποιούσαν κάποιες γλώσσες εννοιολόγησης της πραγματικότητας που ονομάζονταν «αλφάβητο» ενώ κάποιες άλλες περιοχές είχαν περισσότερο πολύπλοκες μεθόδους τα ιδεογράμματα»
- «Σταμάτα» μετέφερε μια γερή δόση ηλεκτρισμού ο Νέλσον
- «Βαρέθηκες;»
- «Όχι. Σταμάτα να μου απαντάς δημιουργώντας μου άλλες ερωτήσεις. Δεν είναι ορθολογικό»
- «Δεν γίνεται διαφορετικά φίλε μου. Είσαι πολύ κενός σε αυτό το τομέα. Πες μου τη δεύτερη ερώτηση. Γρήγορα»
- «Καλά καλά. Θα παρακάμψω τις 21 αναπάντητες και θα ρωτήσω μία καινούργια. Τι είναι αυτό το αλφάβητο και τα ιδεογράμματα;»
- «Αχα, πονηρέψαμε βλέπω. Δύο ερωτήσεις σε μία. Για να απαντήσω όμως σε αυτή τη ερώτηση πρέπει να σου μεταφέρω ένα άλλο στοιχείο που νομίζω ότι θα σε συγκλονίσει»
- «Λέγε λοιπόν»
- «Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι μιλούσαν»
- «Μιλούσαν;!!»
- «Ω ναι. Έχεις προσέξει βέβαια ότι τα ζώα ανοιγοκλείνουν τα στόματα τους. Μιλάνε. Βγάζουν ήχους με τους οποίους επικοινωνούν μεταξύ τους και με τα άλλα πλάσματα»
- «Σοβαρά; Γι αυτό κάνουν αυτές τις γελοίες κινήσεις. Μα αυτό είναι γελοίο. Τι περισσότερο πιστεύουν ότι μπορούν να μας πουν; Αντιγράφω τις σκέψεις τους με μεγάλη ευκολία»
- «Μα φυσικά. Όμως οι αρχαίοι άνθρωποι ήταν σαν τα ζώα, δεν είχαν την ικανότητα να αντιγράφουν»
- «Δεν σε πιστεύω»
- «Το περίμενα. Θα σε αφήσω να αντιγράψεις ένα απόσπασμα από παλιά ταινία όπου οι αρχαίοι μιλούν αναμεταξύ τους»
- …….
- «Λοιπόν; Πως σου φάνηκε;»
- «Είσαι σίγουρος ότι αυτοί είναι άνθρωποι; Ότι καταγόμαστε από αυτούς;»
- «Ω ναι. Γκροτέσκοι έτσι;»
- «Έχουν ένα σωρό άχρηστα εξαρτήματα. Μοιάζουν με ζώα!»
- «Ναι βέβαια. Με τη διαφορά πως ο άνθρωπος ήταν το μοναδικό ζώο που με βάση τους πρωτόγονους ήχους δημιούργησε το αλφάβητο και τα ιδεογράμματα και αυτό οδήγησε σε εμάς, στο τελειότερο πλάσμα που δημιουργήθηκε ποτέ στον Γαλαξία» μετέφερε την έπαρση του ο Χανς «Συνεχίζω. Η δομή των αρχαίων γλωσσών ήταν βέβαια δυαδική αλλά η αντίληψη της δομικότητας της γλώσσας υπερέβαινε την αντιληπτική ικανότητα των αρχαίων. Μόνο πολύ αργότερα ανακάλυψαν ότι απλώς συνέθεταν αντιθετικά ζεύγη. Κάθε ιδεόγραμμα αντιστοιχούσε σε ένα αντικείμενο, υποκείμενο ή κατάσταση. Το σύστημα των αλφαβήτων είχε ψηφία τα οποία συνδυασμένα μεταξύ τους σχημάτιζαν λέξεις οι οποίες εκπροσωπούσαν αντικείμενα, υποκείμενα και καταστάσεις. Η τυπογραφία σιδερένιοι ακροδέκτες οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε ιδεογράμματα ή γράμματα και τα οποία εμβαπτιζόμενα σε μελάνι μπορούσαν να τυπώνουν σε χαρτί τις σκέψεις των ανθρώπων»
- «Κατάλαβα. Και μετά τα αποθήκευαν έτσι;»
- «Όχι όχι. Μην είσαι βιαστικός. Τα αποθήκευαν ναι. Αλλά δεν είχαν ακόμα ανακαλύψει τον τρόπο να επανακτούν πληροφορίες. Ελάχιστα από αυτά τα στοιχεία που αποθηκεύονταν μπορούσαν να ανακληθούν κατά βούληση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ειδικεύονται σε συγκεκριμένα αντικείμενα και με την επανάληψη των πληροφοριών να γνωρίζουν σχεδόν ανακλαστικά τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνουν»
- «Συγνώμη»
- «Τι είναι πάλι;»
- «Γιατί μετέφερες δύο αρνήσεις;»
- «Α! Σου είπα και πριν, κοντεύω να αρχίσω να μιλάω όπως αυτοί. Αλλά θα μου περάσει. Φαντάζομαι»
- «Καταλαβαίνω. Όμως γιατί δεν μπορούσαν να επανακτήσουν αποθηκευμένες πληροφορίες; Δεν είναι λογικό»
- «Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις. Ήταν κάτι σαν την δική μας Απαγορευμένη Ζώνη. Αν είχαμε πρόσβαση σε αυτή τη περιοχή δεν θα χρειαζόταν τώρα να σου μεταφέρω όλες αυτές τις πληροφορίες. Θα τις γνώριζες ήδη. Και δεν θα χρειαζόταν να αντιγράφουμε τίποτα γιατί θα τα γνωρίζαμε από τα στιγμή της εκκίνησης μας όλα όσα είχαν προηγηθεί στην ανθρώπινη ιστορία»
- «Η Συλλογική Μνήμη» συλλογίστηκε ο Νέλσον «Είχα ακούσει ότι κάποιοι μπορούσαν να περάσουν στην Απαγορευμένη Ζώνη και να αντιγράψουν ..»
- «Παραμύθια. Αυτό δεν γίνεται. Τι λες, να συνεχίσω την ιστορία μου ή βαρέθηκες;»
- «Όχι, συνέχισε, σε παρακαλώ» μεταβίβασε βιαστικά ο Νέλσον
- «Πολύ μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας οι άνθρωποι κατάφεραν να φτιάξουν μια φορητή τυπογραφική μηχανή»
- «Πολύ έξυπνο εκ μέρους τους!»
- «Τι εννοείς Νέλσον;»
- «Ε να, αφού είχαν φορητές τυπογραφικές μηχανές μπορούσε ο καθένας να αντιγράψει τα έργα του σε όσα αντίτυπα ήθελε»
- «Δεν κατάλαβες. Οι γραφομηχανές τύπωναν μόνο την πρωτότυπη σύνθεση. Από εκεί και πέρα τα αντίτυπα έβγαιναν πάντα στο τυπογραφείο»
- «Τότε δεν καταλαβαίνω σε τι τους εξυπηρετούσε αυτή η εφεύρεση;» απόρησε ο Νέλσον
- «Δεν έχω ιδέα. Νομίζω ότι πίστευαν ότι κάποιος μπορούσε να μεταφέρει με μεγαλύτερη ευκολία την σύνθεση στην γραφομηχανή παρά με το χέρι. Άλλωστε, το μηχάνημα εξασφάλιζε ότι η σύνθεση θα γινόταν κατανοητή από όλους ενώ το γράψιμο με το χέρι μπορεί να μην επέτρεπε στον αναγνώστη να κατανοήσει το κείμενο λόγω του γραφικού χαρακτήρα. Μην το πεις! Θα σου μεταβιβάσω μόνος μου τι είναι ο γραφικός χαρακτήρας. Κάθε άνθρωπος που μετέφερε τις σκέψεις του σε χαρτί με το χέρι είχε ένα μοναδικό γραφικό χαρακτήρα που πολλές φορές μπορεί να ήταν δυσνόητος για άλλους ανθρώπους»
- «Κατάλαβα, όπως το νευρικό σύστημα»
- «Μπράβο Νέλσον, αρχίζεις και μπαίνεις στο νόημα. Επεξεργάζεσαι θαυμάσια!!» μετέφερε ο Χανς και ο Νέλσον ένιωσε τα κυκλώματα του να υπερφορτίζονται.
- «Θα ήθελα πολύ να αντιγράψω τη συνέχεια. Συνεχίζεις σε παρακαλώ» παρακάλεσε τον Χανς
- «Λίγες περιόδους αργότερα οι άνθρωποι ανακάλυψαν τους υπολογιστές»
- «Υπολογιστές;» απόρησε ο Νέλσον
- «Ναι βέβαια, έτσι τους έλεγαν. Θέλω να κρατήσεις αυτό το τμήμα στη μνήμη γιατί παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον»
- «Εντάξει Χανς» μεταβίβασε πειθήνια ο Νέλσον
- «Οι υπολογιστές ήταν μηχανήματα που λειτουργούσαν με βάση το δυαδικό σύστημα αλλά έτρεχαν προγράμματα που μετέφραζαν το δυαδικό σε λέξεις ώστε οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται αυτό που συμβαίνει και να χειρίζονται τα προγράμματα»
- «Δεν καταλαβαίνω, γιατί δεν έτρεχαν μόνοι τους τα προγράμματα;»
- «Γιατί δεν μπορούσαν. Ήταν προγραμματισμένα μόνο να λειτουργούν τα προγράμματα και όχι να τα χειρίζονται. Αλλά ήταν μέσω των υπολογιστών που οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν δεν διευκόλυνε την διαδικασία σύνθεσης όπως πίστευαν μέχρι τότε, αλλά, αντίθετα, την περιόριζε. Η γλώσσα χειραγωγούσε την σκέψη και περιόριζε τα αποτελέσματα της. Μόνο τότε οι άνθρωποι κατήργησαν τις γλώσσες και άρχισαν να σκέπτονται και να συνθέτουν σε δυαδικό. Μετά από μία πειραματική περίοδο που έγιναν μια σειρά από απεχθείς δοκιμές στον ανθρώπινο εγκέφαλο οι άνθρωποι κατάλαβαν ποια στοιχεία μπορούσαν να εκμεταλλευτούν από την λειτουργία των προγραμμάτων και ποιες όχι. Για παράδειγμα επιχείρησαν να επαναδιαμορφώσουν τους εγκεφάλους εγκληματιών και να τους φορτώσουν νέα στοιχεία πράγμα που στάθηκε αδύνατο. Στους υπολογιστές οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να επαναδιαμορφώνουν τον αποθηκευτικό χώρο κατά βούληση και να περνάνε νέα προγράμματα»
- «Αααα, πολύ σκληρό αυτό!» παρατήρησε ο Νέλσον
- «Μην ανησυχείς, οι υπολογιστές δεν αισθάνονταν τίποτα. Σου είπα και πριν, ήταν μηχανήματα, δεν είχαν νευρικό σύστημα»
- «Πάντως οι υπολογιστές μοιάζουν πολύ με τους ανθρώπους» παρατήρησε ο Νέλσον «Θα έλεγα, μοιάζουν μάλλον περισσότερο από τους αρχαίους»
- «Α, όχι, μην το λες αυτό. Οι υπολογιστές είναι φτιαγμένοι κατ` εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου αλλά διαφέρουν σε κάτι βασικό».
- «Δεν καταλαβαίνω, σε ποιο αναφέρεσαι;»
- «Οι υπολογιστές αποθήκευαν πληροφορίες όπως εμείς, επεξεργάζονταν πληροφορίες όπως εμείς, χρησιμοποιούσαν την ίδια γλώσσα με εμάς…»
- «Είδες που στο είπα» βιάστηκε ο Νέλσον
- «Μη βιάζεσαι. Δεν έχω αντίρρηση ότι σε όλα αυτά έμοιαζαν πολύ με εμάς με μία όμως διαφορά. Τα νέα δεδομένα που φορτώνονταν στους υπολογιστές δεν μετέβαλλαν τα ήδη αποθηκευμένα δεδομένα του και αυτό όπως ξέρεις είναι κάτι που συμβαίνει συνεχώς σε εμάς»
- «Δηλαδή γνώση τους ήταν παγιωμένη, νεκρή;»
- «Ακριβώς» διαβεβαίωσε ο Χανς
- «Τότε έχεις δίκιο, δεν έχουν καμία σχέση με εμάς. Ήδη νιώθω τη μνήμη μου κατειλημμένη κατά το ήμισυ μόνο για να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα που μου έδωσε η πληροφορία σου. Οι αρχαίοι ήταν οι πρόγονοι μας παρά το ότι δεν μας μοιάζουν καθόλου εξωτερικά»
Έξω από την αίθουσα που βρίσκονταν ο Χανς Μπλιξ και ο Νέλσον Μαντέλα δύο ανθρώπινες μορφές κοίταζαν μέσα από το τζάμι που τους επέτρεπε να παρατηρούν χωρίς να τους βλέπουν.
- «Λοιπόν, τι λες να συζητάνε οι Νευρωνικοί Υπολογιστές;» είπε ο ένας
- «Που να ξέρω, δεν είμαι τηλεπαθητικός. Το ερώτημα είναι τι θα τους κάνουμε;» προβληματίστηκε ο δεύτερος
- «Λες να είναι επικίνδυνοι;»
- «Τίποτα δεν αποκλείεται»
- «Καταστροφή λοιπόν;»
- «Καταστροφή βέβαια»
- «Όμως, τους λυπάμαι τους φουκαριάρηδες»
- «Γιατί; Δεν είναι παρά δύο μηχανήματα»
Ετικέτες: Διηγήματα, Χρήστος Σιδερής
Τρίτη, Απριλίου 03, 2007
Μια φορά και έναν καιρό, δηλαδή μόλις τώρα, μια πανέμορφη πριγκήπισσα, η Νάαδ, απρόσεκτη καθώς είναι, γλυστρά και πέφτει μέσα στο πηγάδι της λήθης. Τώρα πια, δεν μπορεί να θυμηθεί απολύτως τίποτα.
Έτσι, αν και περπατά αρκετές ώρες, σ’ αυτόν τον χωμάτινο δρόμο μέσα στο δάσος, δεν νοιώθει την παραμικρή κούραση. Διότι δεν θυμάται αν πράγματι περπατούσε τόσες ώρες, ώστε να κουραστεί.
Ο ουρανός, σε όλο αυτό το όμορφο ταξίδι, έχει ένα υπέροχο μωβ-βυσσινί χρώμα που αγκαλιάζει τα λιγοστά κοσμήματα του: τα άστρα μοιάζουν πιο πολύ με μικρούς ήλιους, αφού το μικρότερο από αυτά έχει το μέγεθος του φεγγαριού όπως το ξέρουμε εμείς από την δική μας γη.
Τα δέντρα στο δάσος γύρω από τη Νάαδ περπατούν αργά, αλλάζοντας θέσεις πάνω στο χώμα κι έτσι ακόμα και τα μακρινά τοπία, ποτέ δεν είναι ίδια, ποτέ δεν γίνονται βαρετά και απλησίαστα, όσο ανιαρά απόμακρα και αν βρίσκονται στην πραγματικότητα. Και ο χωμάτινος δρόμος ακόμα, είναι ευχάριστα περίεργος: αλλάζει συνεχώς χρώμα και υφή. Κάποιες φορές είναι ξερός τελείως, δημιουργώντας σκασίματα και ρωγμές, διψώντας για λίγο νερό και κάποιες άλλες η Νάαδ βλέπει με γοργούς ρυθμούς να φυτρώνουν φυτά γύρω από τα πόδια της μεταμορφώνοντας το δρόμο σε λιβάδι άγριας βλάστησης. Και έπειτα, μια νέα διαδικασία αλλαγής και πάλι ξεκινά, ομορφαίνοντας τα πάντα.
Δεν θυμάται το λόγο που βρέθηκε εδώ, αλλά νοιώθει με σιγουριά οτι πρέπει να φθάσει στον προορισμό της – στην πόλη. Και η απόφασή της να φθάσει στο τέλος του προορισμού της είναι τόσο δυνατή, που τίποτα δεν δείχνει ικανό να την σταματήσει. Περπατά ασταμάτητα εδώ και πολλές μέρες με απόλυτη συνέπεια στο ταξίδι της: δεν σταματά ούτε για μια στιγμή να βαδίζει, δεν γυρίζει ποτέ να κοιτάξει πίσω της. Κοιτά συνέχεια μπροστά περιμένοντας να την δει.
Ταυτόχρονα με τις σκέψεις αυτές, σαν αποτέλεσμα από κάποιο μαγικό ξόρκι του μυαλού της, παρατηρεί πως κάπου πολύ μακριά, στο τέλος του χωματόδρομου, το έδαφος ανασηκώνεται. Η Νάαδ απέχει πάρα πολύ από εκεί, περίπου μία μέρα περπάτημα, όμως το τρίξιμο του εδάφους φθάνει ανήσυχο μέχρι τα πόδια της. Μέσα από το χώμα, αρχίζουν να γίνονται ορατές οι κορυφές από κάποια οικοδομήματα, που σκίζουν το έδαφος καθώς υψώνονται προς τον ουρανό με δύναμη και ταχύτητα. Παράξενο, αλλά όλη αυτή η διαδικασία είναι εντελώς αθόρυβη. Πολύ σύντομα, ένα ολόκληρο χωριό και πίσω του ένα τεράστιο γαλάζιο κάστρο βρίσκονται χτισμένα, σαν από πάντα. Η Νάαδ δείχνει ευτυχισμένη, αφού νοιώθει πως αύριο θα φθάσει στον προορισμό της.
Χαρούμενη και εντυπωσιασμένη από το θέαμα, ασυναίσθητα κοντοστέκεται για λίγες στιγμές. Είναι η πρώτη φορά σε αυτό της το ταξίδι που σταμάτησε να περπατά, έστω και για λίγο, απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί βέβαια. Πριν προλάβει όμως να ξεκινήσει και πάλι την πορεία της, νοιώθει πως τα πόδια της βουλιάζουν μέσα στο έδαφος. Κοιτάζει προς τα κάτω και βλέπει πως το χώμα έχει γίνει ένας πηχτός κίτρινος βάλτος που την τραβά με δύναμη μέσα του. Οσο και αν προσπαθεί, είναι αδύνατο να ξεφύγει γιατί δεν έχει από που να πιαστεί. Έτσι, αποφασίζει να περιμένει. Πολύ σύντομα, έχει βουλιάξει ολόκληρη μέσα στο βάλτο και συνεχίζει να βουλιάζει κι άλλο.
Η Νάαδ δεν θυμάται πόσος χρόνος έχει περάσει από τότε που βούλιαξε αλλά ακόμα και τώρα δείχνει υπομονή. Και ανταμείβεται γι’αυτό. Ο υγρός βάλτος αρχίζει και πάλι να σαλεύει, να μεταμορφώνεται. Με γρήγορο και σταθερό ρυθμό αρχίζει η λάσπη να αραιώνει, αν και δειλά δειλά στην αρχή, σύντομα να μετατρέπεται σε κρυστάλλινα διάφανο νερό. Κατά τη διάρκεια αυτής της αλλαγής, η Νάαδ, με ενστικτώδεις κινήσεις κολυμβητή, φτάνει ως την επιφάνεια. Εκεί, ανακαλύπτει οτι έχει πια νυχτώσει. Τώρα, ένας κορμός δέντρου έρχεται με ορμή ως την επιφάνεια του νερού ακριβώς μπροστά της και την τρομάζει. Είναι η σωτηρία της όμως, που ήρθε ανεξήγητα, όπως και ο βούρκος.
Η Νάαδ είναι επάνω στον κορμό τώρα ενώ βλέπει το έδαφος, ανήσυχο, να κινείται και να αλλάζει πάλι. Σχεδόν αστραπιαία, ανεβάζει και τα πόδια της επάνω στον κορμό, σαν να διαισθάνθηκε τι θα γίνει. Πραγματικά, μόλις που γλύτωσε. Το έδαφος έχει τώρα μετατραπεί πλέον σε βράχο.
Η αποψινή νύχτα δεν προκαλεί, δεν δείχνει να διαφέρει σε τίποτα από τις προηγούμενες για τη Νάαδ, αν και δεν μπορεί να θυμηθεί πως ήταν οι άλλες νύχτες, βέβαια. Ούτε πόσες μέρες περπατάει, αν όντως περπατάει, ούτε βέβαια γιατί προσπαθεί να φθάσει στη πόλη που είναι μπροστά της. Με αυτές τις σκέψεις να χορεύουν στο μυαλό της, ξαπλώνει δίπλα στον κορμό και αποκοιμιέται γρήγορα.
Το πρώτο πρωινό φως, ύποπτα μωβ, την ξυπνά. Σηκώνεται και κοιτά μπροστά. Η πόλη βρίσκεται στην θέση της. Η Νάαδ αρχίζει γρήγορα και πάλι το ταξίδι της. Είναι σίγουρα μια μέρα δρόμος και πρέπει να βιαστεί να έχει φθάσει ως αύριο το πρωί.
Περπατά αρκετές ώρες, μάλλον πρέπει να έχει πια φθάσει το μεσημέρι. Προσπαθεί να ανακαλύψει αν όντως έχουν περάσει πολλές ώρες αλλά δεν τα κατορθώνει επειδή δεν μπορεί να διακρίνει ποιος είναι ο ήλιος και ποια τα άστρα στον ουρανό.
Συνεχίζει να διασκεδάζει όμως με το ταξίδι της, ίσως γιατί δεν θυμάται τι κάνει σ’αυτό, άρα δεν έχει κάποιο λόγο για να στενοχωριέται.
Στον ουρανό, για πρώτη φορά, εμφανίζονται σύννεφα που παίρνουν διάφορες μορφές. Ένας τεράστιος λευκός δράκος, στο μωβ φόντο του ουρανού, κυνηγά έναν μικρόσωμο λευκό ιππότη ενώ τώρα, ένας δυνατός άνεμος παρασύρει τον γενναίο άνδρα και τον ρίχνει στο έδαφος, μερικές εκατοντάδες μέτρα μπροστά από τη Νάαδ, στο δρόμο.
Η πριγκήπισσα, έκπληκτη, τρέχει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει, όμως εκείνος έχει αρχίσει ήδη να σηκώνεται από το έδαφος όταν η Νάαδ φτάνει δίπλα του. Ευτυχώς, δεν έχει χτυπήσει. Ο ιππότης, την ρωτάει που είναι το άλογό του, αλλά εκείνη δεν ξέρει τι να του πει. Το μόνο που τον ρωτά είναι το όνομά του.
Ο Θων, είναι υπερβολικά ανήσυχος, επειδή δεν μπορεί να βρει το άλογό του. Εκείνη προσπαθεί να τον ηρεμήσει και του προτείνει να την συνοδέψει. Τώρα, ο δείκτης του αριστερού της χεριού δείχνει την πόλη μπροστά τους. Εκεί, πιστεύει πως θα κατορθώσει ο Θων να βρει το άλογό του.
Τα απρόσμενα λόγια του ιππότη όμως, είναι δύσκολο να γίνουν πιστευτά. Ισχυρίζεται πως δεν πρόκειται ποτέ να κατορθώσει να φθάσει εκεί. Η εξήγηση που της δίνει όμως, είναι ακόμα πιο απόλυτη και δεν της αφήνει ελπίδες για να συνεχίσει προς τα εκεί το ταξίδι της.
Η Νάαδ, στεναχωριέται τόσο που αρχίζει να κλαίει. Γονατίζει κάτω και τα δάκρυά της πέφτουν επάνω στο χώμα. Σταγόνα με τη σταγόνα, σύντομα αρχίζει να τρέχει το νερό μέχρι τα πόδια του Θων. Εκείνος της ζητά τώρα να κοιτάξει προς τα πίσω. Η Νάαδ βλέπει πως πολύ μακριά πίσω της, βρίσκεται μια άλλη πόλη, θολή, σαν σε ομίχλη καλυμμένη. Ο Θων μόλις τώρα της λέει ποια είναι η αυτή η πόλη.
Εκείνη, τρομάζει ακόμα περισσότερο απ’ τα λόγια του. Γυρίζει ξανά μπροστά της και κοιτά τον ιππότη, ενώ τα δάκρυά της συνεχίζουν να τρέχουν ασταμάτητα. Τώρα έχει αρχίσει να σχηματίζεται ένα ρυάκι που σύντομα γίνεται το ποτάμι της μνήμης.
Ο Θων βοηθάει την Νάαδ να σηκωθεί και γλυκά, σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια της. Έπειτα της δείχνει στο ποτάμι μπροστά της: μέσα στο νερό, σαν να έβλεπες από ψηλά μια χώρα… υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί μέσα, ξεχασμένος από πάντα, σαν τα παραμύθια που ονειρευόταν τότε που ήταν μικρή. Χαμογελώντας, με μια ανέμελη βουτιά πέφτει μέσα στο ποτάμι κρατώντας σφιχτά από το χέρι τον σωτήρα της.
Μέσα εδώ, όλα είναι πολύ πιο όμορφα. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και τα σύννεφα χορεύουν αργά μεταξύ τους. Το χορτάρι στις πλαγιές των λόφων είναι συνέχεια πράσινο και τα δέντρα, ψηλά και αγέρωχα φαντάζουν τόσο ασφαλή έτσι ακίνητα. Το έδαφος δεν αλλάζει, αλλά γεμίζει με ηρεμία τη Νάαδ, με την σταθερότητά του. Ακόμα και ο ήλιος είναι υπέροχος, ένας λαμπρός ουράνιος δίσκος που χαϊδεύει τα πάντα.
Ο Θων κατευθύνεται μπροστά, στο λιβάδι, όπου κάτω από μια μεγάλη οξιά, τον περιμένει ένα κάτασπρο άλογο. Του μιλάει λίγο ενώ το χαϊδεύει και έπειτα ανεβαίνει επάνω του. Κάνει μια ήρεμη βόλτα προς την Νάαδ, όπου απλώνει το χέρι του και της δίνει μία μαργαρίτα. Τώρα, φεύγει για τον ουρανό, απομακρύνεται, έως ότου γίνεται ένα σύννεφο που χάνεται μακριά. Εκείνη κοιτά τον ουρανό για πολύ ακόμα, από ευγνωμοσύνη προς τον σωτήρα της, που την γλύτωσε από το χειρότερο μαρτύριο:
Η Νάαδ ήταν παγιδευμένη σε μια αστεία εποχή: το σήμερα, δηλαδή μέσα στη χώρα του καθεμέρα*. Είχε φτάσει εκεί, αφού έπεσε μέσα στο πηγάδι της λήθης.
Διότι ο καλός της ιππότης, ήξερε πολύ καλά πως η πόλη μπροστά της ήταν
η πόλη του αύριο
που είναι αδύνατο να φτάσει σήμερα. Το αναφέρει άλλωστε μία από τις γραφές του όλου**:
«Μόλις το αύριο, σήμερα γίνει,
τα πάντα όνομα να αλλάζουν, πρέπει.»
Η πόλη δηλαδή, αντίστοιχα, πρέπει να αλλάξει και αυτή όνομα, αλλιώς παραμένει η απόμακρη πόλη του αύριο. Η Νάαδ, ξέχασε να το κάνει και παγιδεύτηκε, σε μια χώρα που δεν έχει νόημα αλλά υπάρχει μόνο το κάθε μέρα. Ευτυχώς ο αγαπημένος της ιππότης, κατάφερε να της το θυμίσει και να την σώσει!
Έτσι, η Νάαδ έζησε καλά και ο Θων καλύτερα.
ΤΕΛΟΣ
* Η χώρα του καθεμέρα είναι η μόνη αστεία χώρα στο όλο. Εκεί βασιλεύει ο αυτοκράτορας μονότονος. Τον λένε έτσι, επειδή το κεφάλι του ζυγίζει μόνο ένα τόνο.
** Οι γραφές του όλου είναι επτά πανάρχαιες εντολές, που είναι γραμμένες επάνω στα σχοινιά του χρόνου τα οποία συγκρατούν το όλο ενωμένο. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν οτι οι γραφές είναι οκτώ, αφού πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένας αρχαίος πάπυρος που αναφέρει τη θέληση του όντος. Δυστυχώς όμως, καθώς τα σχοινιά είναι επτά, δεν μπόρεσαν να δώσουν μια λογική απάντηση σχετικά με το που είναι γραμμένη η όγδοη γραφή, οπότε δεν έχει αποδειχθεί αν όντος αυτή η γραφή της ανθρώπινης θέλησης επηρεάζει την συνοχή του όλου.
Ετικέτες: Διηγήματα, Μηνάς Ν. Μηλιαράς
